Αποστολέας Θέμα: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...  (Αναγνώστηκε 68452 φορές)

0 μέλη και 3 επισκέπτες διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος gas-13

  • Παλιός
  • ****
  • Μηνύματα: 359
  • Φύλο: Άντρας
  • Ποτε δεν ειναι αργα
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #200 στις: 19/01/13, 13:03 »
Τα λογια ειναι περιττα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
το μόνο που εχω να σου πω ειναι οτι, ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΑ ΕΚΔΟΘΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΡΕΞΩ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΩ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΣΜΗΣΩ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΟΥ.
Γιωργος
ΥΓ
Εχεις ερθει σε επαφη με εκδοτες?
Θέλεις καμμια βοηθεια [εχω κατι γνωριμιουλες] ?
Αν θέλεις στειλε μου ΠΜ
Ετσι όπως τα 'φερε η ζωή κι η άτιμη ειμαρμένη
απόχτησα που λές κι εγώ ,κιθάρα γιά ερωμένη.

Αποσυνδεδεμένος htsopelas

  • Επισκέπτης
  • **
  • Μηνύματα: 20
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #201 στις: 22/03/13, 00:31 »
μπραβο gas




Αποσυνδεδεμένος athanatos

  • Περαστικός
  • *
  • Μηνύματα: 3
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #202 στις: 11/06/13, 00:19 »
Η πιο όμορφη έμμετρη απόδοση που εχω διαβάσει ποτέ.Ενα ΜΕΓΑΛΟ ΜΠΡΑΒΟ πραγματικά ΑΞΙΟΣ

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #203 στις: 29/10/13, 14:43 »
Ν
Δεν σε ξεχνώ που νοιάστηκες κι εσένα είχα γι' άστρο
στην Τροία, που των Αχαιών το ασκέρι πολεμούσε.
Όμως εμείς σαν πήραμε του Πρίαμου το κάστρο
και στα καράβια μπήκαμε, ουράνιος μας σκορπόυσε
 
δεν σε ξανάδα δίπλα μου γλυκιά του Δία κόρη
κι ούτε είδα το ποδάρι σου στο πλοίο ν' ανεβαίνει,            330
να με βοηθήσεις Αθηνά, απ' το μεγάλο ζόρι
μα πάντοτε με σπαραγμό και με καρδιά καμένη
 
γυρνούσα, όπου μ' έσωσε άλλων θεών η χάρη.
Παρ' όλα αυτά στην πλούσια των Φαίακων τη χώρα
τα λόγια σου με γκάρδιωσαν και μου 'διωξαν τα βάρη.
Στ' όνομα του πατέρα σου θα σε ξορκίσω τώρα
 
του Δία, δεν πολυπιστεύω εγώ πως στην Ιθάκη βγήκα
κι εσύ με ψέματα πολλά μου κρένεις παραμύθια
και λες πως είμαι στο νησί, με σ' άλλους τόπους μπήκα.
Πες μου αν σε χώμα πατρικό πατώ, κι αν είναι αλήθεια"          340
 
Κι η λιόλουστη η Αθηνά έτσι θα του απαντήσει:
"Η γνώμη σου κι η σκέψη σου, πολλά έχουνε κάλλη
γι αυτό σε κάθε συμφορά μόνο δεν σ' έχω αφήσει
γιατί είσαι ξύπνιος και σωστός, με στοχασιά μεγάλη.
 
Ποιος άλλος πες μου σαν κι εσέ,χρόνια ξενιτεμένος
όλος χαρά δεν θα ΄τρεχε, με τον καημό της βιάσης
στο ταίρι του και στα παιδιά. Μα εσύ σαν γνωμισμένος
θέλησες τη γυναίκα σου για να την δοκιμάσεις
 
που μες στο σπίτι σου θρηνεί, με κλάμα και δεήσεις
για τούτες σου τις συμφορές, τον πόνο του χαμού σου.     350
Πάντοτε όμως πίστευα εγώ πως θα γυρίσεις
μια μέρα στην πατρίδα σου, χωρίς τους σύντροφούς σου.            συνεχίζεται
     
 
 
 
 
 
 
 
 

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #204 στις: 26/12/13, 18:00 »
                         N
Μα με του θείου Σαλευτή, τι να έκανα το ινάτι
που  είχε για σένανε θυμό κι ανάθεμα περίσο
γιατί του γιου του άγρια του έχυσες το  μάτι.
Μα στην Ιθάκη έλα εγώ, πως βγήκες να σε πείσω:

Ορίστε, να του Φόρκυνα του γέρου το λιμάνι.
Να η ελιά η πλατύφυλλη, μες στις περικοκλάδες.
Δίπλα της είναι το βαθύ, το μέγα σπηλιομάνι
που σπίτι, οι νύμφες το ’χουνε, που λεν’  , οι Ναϊάδες.                  360

Κι αυτή, η θολωτή σπηλιά ,που ’χες και συ περάσει,
στις Ναϊάδες έχοντας  καλές σπονδές  χαρίσει,
κι αυτά εκεί,  του Νήριτου, τα φουντωμένα δάση».
Σαν είπε τούτα η θεά, η ομίχλη θα σκορπίσει,

κι εφάνη ο τόπος, κι ο ήρωας ο Οδυσσέας σμίγει
με την πατρώα του τη γη, με πάθος το φιλάει
το χώμα της το εύφορο, και τα δυό χέρια ανοίγει
στον ουρανό, και τις καλές νύφες παρακαλάει:

«Καλές μου νύφες, κοπελιές του Δία, σαν και τώρα
δεν είχα ελπίδα να σας δω σε πέλαγα και όρη,                         370
δεχτείτε όμως τις ευχές. Και όπως πρώτα , δώρα
θα σας προσφέρω, αν του Διός η ανοιχτοχέρα κόρη

ζωή μου δώσει να χαρώ τον γιο, και τον φυλάξει».
Κι η λιόλουστη η Αθηνά απάντηση του πλάθει:
«Μη χολοσκάς, και μες στο νου , κακό γι αυτά μη στάξει.
Μα έλα να τα κρύψουμε μες στης σπηλιάς τα βάθη

τα δώρα και τους θησαυρούς, ο κίνδυνος να εκλείψει
μα και προς ποια καλή πλευρά η υπόθεση μας γέρνει».
Είπε και μπαίνει στην σπηλιά τα δώρα να τα κρύψει,
κι ο Οδυσσέας δίπλα της τα δώρα, της τα φέρνει,                      380

κει στην κρυψώνα που ’χε βρει, μες στης σπηλιάς τα χόρτα
μαλάματα ,χαλκό καλό, ύφασμα για μανδύα,
τα τοποθέτησε καλά, κι έβαλε μπρος στην πόρτα
πέτρα μεγάλη, η όμορφη, η Αθηνά του Δία.               συνεχίζεται
     



Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #205 στις: 02/02/14, 21:40 »
               Ν

Κάθισαν τότε στην ελιά, στης ρίζας την θαμπάδα,
για των μνηστήρων τη σφαγή μιλούσανε με ντέρτι,
και πρώτη αρχίζει να μιλά η Αθηνά η Παλλάδα:
«Σκέψου Οδυσσέα πάνσοφε και γόνε του Λαέρτη,

πως οι μνηστήρες θα χαθούν με φονικό μαχαίρι,
που τρία χρόνια προσπαθούν με θράσος εκεί πέρα                    390
με δώρα να κερδίσουνε το ισόθεό σου ταίρι
που για τον δόλιο γυρισμό θρηνεί νύχτα και μέρα,

κι αυτούς με ξεγελάσματα χίλια τους έχει αφήσει
με δόλους και τεχνάσματα που ο νους της έχει στάξει».
Κι ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα απαντήσει:
«Αχ!  σαν τον Αγαμέμνονα η μοίρα μου  ’χε τάξει

τον γιο του Ατρέα, θάνατο να βρω μες στο παλάτι
αν δεν μου έλεγες θεά, ποια είναι η αλήθεια.
Μα έλα πες τη γνώμη σου, εγώ να κάνω κάτι
και στάξε λίγο δύναμη και θάρρος μες στα στήθια                400

όπως στης Τροίας τους καιρούς σε είχα παραστάτη
κι όλους τους πύργους είχαμε μαζί ξεθεμελιώσει.
Άμα σε είχα δίπλα μου φίλο μου και προστάτη
τρακόσους άντρες θα ’φτανα να είχα ξεπατώσει,

να ’σουνα όμως δίπλα μου παρέα μου κι αντάμα».
Τότε η λιόλουστη θεά έτσι θα του μιλήσει:
«Δίπλα σου θα ’μαι ήρωα, το έχω κάνει τάμα
σαν φτάσει η ώρα η δύσκολη κι ο πόλεμος αρχίσει

όμως θαρρώ στο πάτωμα πως θα ξαπλώσουν χάμω,
χύμα μυαλά,και μ’ αίματα θα λερωθεί η γη σου.                    410
Μα έλα τώρα αγνώριστο στους άλλους να σε κάμω
να σου ζαρώσω τ’ όμορφο κι λυγερό κορμί σου

και τα σγουρά σου τα μαλλιά τώρα να στα ισιώσω,
ντυμένος να ’σαι φτωχικά σαν τις κακές τις μοίρες.
Τα λαμπερά τα μάτια σου κι αυτά θα τα θαμπώσω
κακάσχημος για να φανείς σε όλους τους μνηστήρες

στο ταίρι σου , και στο παιδί που έχεις παρατήσει.
Μα πρώτα ζήτα αντάμωση με τον χοιροβοσκό σου
που είν’ επιστάτης στα σφαχτά, και σ’ έχει αγαπήσει
εσένανε, το ταίρι σου, και το γλυκό το γιο σου .              420     συνεχίζεται



Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #206 στις: 18/04/14, 17:38 »
                                   Ν
Κοντά στους χοίρους θα τον βρεις, την πείνα τους που σβήνουν
δίπλα στην Κορακόπετρα, στην Αρεθούσα βρύση
με βελανίδια τρυφερά, και το νερό τους πίνουν
έχοντας λίπος περιττό, το σώμα τους γεμίσει.

Ρώτα τον για όλα, μέχρι εγώ, να πάω για το καλό σου
στην Σπάρτη με τις όμορφες γυναίκες, εκεί μείνε,
να πάω Οδυσσέα μου για τον Τηλέμαχο σου
που μες στην Λακεδαίμονα, του Μενελάου είναι.

Κι ο Οδυσσέας ο σοφός απάντηση της δίνει:
«Θεά πως δεν του τα ’λεγες, καημός θαν’ και δικός του       430
που τώρα στην επιστροφή φαρμάκια αυτός θα πίνει
γυρνώντας μες στα πέλαγα, κι αυτοί να τρων’ το βιός του»Κι η λιόλουστη η Αθηνά έτσι θα του απαντήσει:
«Μη νοιάζεσαι για κείνονε, έχει οδηγό του ήδη
εμένα, ως να φτάσει εκεί, κι όνομα ν’ αποχτήσει,
κι ούτε αυτός κακοπερνά στο σπίτι του Ατρείδη

ότι ζητήσει γίνεται με κέφι και μεράκι.
Μα με καράβι κάποιοι νιοι του στήσανε καρτέρι
να τον χαλάσουν θέλοντας πριν φτάσει στην Ιθάκη
μ’ αυτό ποτέ δεν θα γινεί, και φονικό μαχαίρι                   440

θα βρει αυτούς που σπαταλούν το βιó σου, με σκληράδα.
  Τ’ όμορφο δέρμα ζάρωσε, στο λυγερό κορμί του,
καθώς τον άγγιξε γλυκά μ’ ένα ραβδί η Παλλάδα,
και τα σγουρά του τα μαλλιά χαλά στην κεφαλή του,

βάζοντας γέροντα πετσί σε όλο του το σώμα,
μάτια θαμπώσανε λαμπρά, με τη ματιά κλεισμένη,
κουρέλι άλλο του ’βαλε μα και χλαμύδα ακόμα
με τρύπες, σε όλα βρωμερή, και μαυροκαπνισμένη

του ρίχνει κι ελαφοπροβιά. Και του ’βαλε στο χέρι
σακούλα  τρύπια με σκοινί παλιό που είχε λιώσει.            450
Τα ’παν και φεύγει η Αθηνά, να πάει σε άλλα μέρη,
στην πλούσια Λακεδαίμονα, τον γιο του ν’ ανταμώσει.   




Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #207 στις: 23/07/14, 09:01 »
                                       ΡΑΨΩΔΙΑ      Ξ

Απ’ το γιαλό ανέβηκε εκείνος σε ισιάδα
από ένα δρόμο ανώμαλο, με περισσή βιασύνη
σε μια βαθύσκιωτη πλαγιά που του ’πε η Παλλάδα
για να βρει τον χοιροβοσκό που του ’χε εμπιστοσύνη

γιατί απ’ τους άλλους τούτος δω το βιος του είχ’ αγαπήσει.
Τον βρήκε στο παράσπιτο εκεί να περιμένει
σ’ ένα ξαγνάντι στην κορφή που αυλή του είχε χτίσει
μ’ ένα μεγάλο αυλόγυρο ολόγυρα κλεισμένη

που έφιαξε, του αφέντη του να μένουν τα θρεφτάρια
-μα σε Λαέρτη και κυρά αυτό δεν το ’χε δείξει-                                  10
φραγμένη με αγριαπιδιά και με κοφτά λιθάρια.
Και στην σειρά πολύ πυκνά, παλούκια είχε μπήξει

από κλαδιά βελανιδιάς που είχε ξεφλουδίσει.
Δώδεκα χοιροστάσια σειρά-σειρά βαλμένα
έχτισε, έχοντας σκοπό τους χοίρους να σταυλίσει
κι από πενήντα ζωντανές χώραγε το καθένα

γουρούνες χαμοκύλιστες που γένναγαν, μανάδες.
Τ’ αρσενικά τα μάντριζε στο έξω το κλινάρι.
Αυτά λιγόστευαν γοργά, τα τρώγανε φαγάδες
μνηστήρες, που τους διάλεγε το πιο καλό θρεφτάρι,                            20

τρακόσα εξήντα όλα τους, θρεφτάρια ένα κι ένα.
Κοντά τους τέσσερα σκυλιά, ίδια θεριά στη δράση
που μόνος του ο αρχιβοσκός τα είχε αναθρεμμένα.
Τσαρούχια τώρα  από βοδιού τομάρι που ’χε αργάσει

έφιαχνε για τα πόδια του. Οι τρεις βοσκοί οι άλλοι,
άλλος εδώ, άλλος εκεί, φύγαν με τα κοπάδια.
Τον τέταρτό του το βοσκό σ’ αποστολή είχε βάλει
για άνομους να κουβαλά, θρεφτάρι όλο γλυκάδια

να σφάξει για να μην πεινά η τραγική ομάδα.
Τον Οδυσσέα ξαφνικά σαν είδανε οι σκύλοι                                         30
του ορμήσανε γαβγίζοντας, κι εκείνος μ’ εξυπνάδα
έσκυψε κάτω, το ραβδί στην άκρη για να στείλει.

Θα κακοπάθαινε άσχημα ,ποιος να του κάνει χάρη,
αλλά έτρεξε ο χοιροβοσκός με βιάση εκεί πέρα,
από τα χέρια του έπεσε στο χώμα το τομάρι
κι εδώ κι εκεί τα σκόρπισε, με άγρια  φοβέρα

μα και με πέτρες , κι ύστερα στον Οδυσσέα λέει:
«Θα σε ξεσκίζαν τα σκυλιά γέροντα τα λυμένα
κι απ’ αφορμή σου ο καημός θα άρχιζε να πνέει
μη λίγες πίκρες στείλανε οι ουράνιοι σε μένα.                                 40

« Τελευταία τροποποίηση: 23/07/14, 09:03 από ivikos »

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #208 στις: 01/01/15, 11:53 »
                       Ξ

Κι αν τον αφέντη μου θρηνώ και λαχταράω ώρες
θρέφω αυτά τα ζωντανά για να τα τρώνε άλλοι.
Κι εκείνος κάπου το ψωμί θα το ζητά σε χώρες
με ανθρώπους γύρω του άγνωστους που έχουνε γλώσσα άλλη

αν έχει μείνει ζωντανός στου ήλιου το λιοπύρι.
Μα έλα στο καλύβι μου λόγο να πω μαζί σου
κι αφού χορτάσεις το φαϊ και πιεις ένα ποτήρι
πως ήρθες και τα βάσανα μου λες για τη ζωή σου .

Αυτά του λέει ο βοσκός και μπαίνει στην καλύβα
παρέα με τον ξένο του που έβαλε και καθόταν                               50
επάνω σε πυκνά κλαδιά σωρό σε μία στίβα,
σε αγριόγιδας προβιά που πάνω της κοιμόταν.

Ο Οδυσσέας κάθισε, μα και πολύ το εχάρη
γιατί τον δέχτηκε καλά και του ’πε εμπιστεμένα:
«Ο Δίας κι οι ουράνιοι ας σου χρωστάνε χάρη
κι ότι ποθείς που όμορφα με δέχτηκες εμένα»

τότε Εύμαιε προβάρισες των λόγων τον μανδύα:
«Δεν το ’χω πρέπον ξένε μου τον ξένο ν’ αψηφήσω
έστω από εσέ χειρότερο. Σταλμένοι απ’ τον Δία
είναι οι ξένοι κι οι φτωχοί. Χαλάλι ότι αφήσω                             60

γιατί των δούλων άσχημη η μοίρα έχει όψη
με αλλαγή αφενικού στο φόβο και στο κρίμα
κι όμως το γυρισμό αυτού οι ουράνιοι έχουν κόψει
που καρδιακά με αγάπαγε και μου χε τάξει κτήμα,

γυναίκα, σπίτι, και αγρό, καλό να μου χαρίσει
όσα αφέντης σε καλό, πιστό του δούλο δίνει
που δούλεψε πολύ γι αυτόν και έχουν ευλογήσει
τον μόχθο του οι ουράνιοι. Για τούτο μου ’χουν μείνει

για την δουλειά μου τρόπαια. Κι όλες της οικουμένης
χάρες θα μου χαλάλιζε ο αφέντης, με άγιο χάδι .                         70
Μα χάθηκε. Κι αν γίνονταν το γένος της Ελένης
να χάνονταν, που έστειλε τόσες ψυχές στον Άδη .                       




Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #209 στις: 09/02/15, 17:20 »
                          Ξ
Γιατί κι αυτός κατέβηκε στης Τροίας τον αγώνα
δίπλα στον Αγαμέμνονα, με τους δικούς του άντρες».
Είπε κι αμέσως έσφιξε με ζώνη το χιτώνα
και για τους χοίρους κίνησε και πάει στις χοιρομάντρες.

Σφάζει, και με καψάλισμα τα δυό σφαχτά κρατάει,
στις σούβλες μέσα τα περνά όλα κομματιασμένα
κι αφού καλοψηθήκανε στον Οδυσσέα τα πάει
ζεστά στις σούβλες, με άλευρο λευκό πασπαλισμένα .                          80

Κρασί στην κούπα του γλυκό βάζει να τον κεράσει
κι απέναντι του κάθεται τονε κοιτά και λέει:
«Φαϊ που τρων τα δουλικά, η αφεντιά ας κοπιάσει
να φάει, γιατί τα καλά , τα τρυφερά ελέη,

μνηστήρες τρώνε άσπλαχνα, χωρίς καημός να στάξει.
Μα οι ουράνιοι για το άδικο δεν ψάχνουνε αιτίες
παρά το δίκιο αγαπούν και την καλή την πράξη.
Κι όταν οι ξένοι κλέβουνε τις ξένες πολιτείες

κι ο Δίας χάριζε σε αυτούς του πλιάτσικου τη νίκη,
γυρίζοντας με ολόγιομο το πλοίο ως τα βάθη ,                                       90
δέος τους πιάνει φοβερό, τρέμουν τη θεία δίκη.
Μα οι μνηστήρες θα ’μαθαν πως ο Οδυσσέας ’χάθη

ή θ’ άκουσαν θεού φωνή και δεν αποφασίζουν
γάμο να κάνουν όμορφο ή να γυρίσουν σπίτι
και με αμυαλιά και άσπλαχνα το βιος καταβροχθίζουν.
Μα ούτε σφάζουν ένα-δυό μες στης χρονιάς την κοίτη

και το κρασί αλόγιστα ρουφάνε με μεράκι.
Πλούτη είχε αυτός αμύθητα. Όσο κανένας άλλος
άρχοντας μέσα στη στεριά, και σ’ όλη την Ιθάκη
κι αν σμίξει με άλλους είκοσι, αυτός ο πιο μεγάλος.                                   100

Θα στα μετρήσω για να δεις. Βόσκουνε στα λιβάδια,
κοπάδια δώδεκα βοδιών, και άλλα τόσα πάλι
προβάτων, χοίρων, και γιδιών αγνότροφα κοπάδια,
που ντόπιοι είναι οι βοσκοί, και κάποιοι ξένοι άλλοι.

Κι εδώ κοπάδια έντεκα γιδιών σε αυτά τα μέρη
βόσκουν, κι ο κάθε μπιστικός στις άκρες τα προσέχει,
και κάθε μέρα ένα σφαχτό καθένας τους προσφέρει
απ’ όλα το καλύτερο που το κοπάδι έχει...........................Συνεχίζεται
« Τελευταία τροποποίηση: 09/02/15, 17:23 από ivikos »

Αποσυνδεδεμένος elrich

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 719
  • Φύλο: Άντρας
  • Κιθαρομπούζουκο ολέ
    • Προφίλ
    • http://laikikithara.forumgreek.com
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #210 στις: 09/02/15, 22:29 »
Κόντρα στους καιρούς κάποιοι συνεχίζουν απτόητοι τον προσωπικό μοναχικό τους αγώνα... keep on the good work, ivikos!

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #211 στις: 19/04/15, 14:21 »
                                          Ξ

Κι εγώ φυλάω τούτα εδώ με βάσανα γεμάτος
και στέλνω το καλύτερο που το κοπάδι βγάζει».                              110
Είπε , κι εκείνος με σιωπή , μα με όρεξη γεμάτος
έπινε κι έτρωγε αρπαχτά κι ο νους του λογαριάζει

πως οι μνηστήρες θα χαθούν. Κι αφού είχε χορτάσει
ασκί του δίνει με κρασί που αυτός είχε γεμίσει
κι έπινε, κι ο χοιροβοσκός μετά χαράς θα πιάσει,
και δυό λόγια φιλικά, γλυκά θα του μιλήσει:

«Φίλε, για σε ποιος έπιασε, της τσέπης του τα βάθη
και μέγας πλήρωνε άρχοντας, που έχεις παραστήσει.
Και για του Αγαμέμνονα λες τη τιμή πως ’χάθη.
Πες μου, κι εγώ ένα τέτοιονε μπορεί να ’χω γνωρίσει.                      120

Στον Δία, στους ουράνιους, μες στο μυαλό τους πνέει
πως είδηση δεν θα ’κρυβα γιατί είδα πλήθος τόπους».
Τότε ο αφέντης των βοσκών απάντησε και λέει:
«Όποιος μαντάτα κουβαλά γι αυτόν, απ’ τους ανθρώπους,

δεν πείθει γιο και σύζυγο, πουλάει παραμύθια,
διαβάτες και περαστικοί το ψέμα έχουν γνέψει
που έχουν ανάγκη φαγητού και κρύβουν την αλήθεια.
και όποιος στην Ιθάκη μας φτάνει να ζητιανέψει,

πάει στην κυρά μου και φριχτά ψέματα τη γεμίζει,
κι αυτή καλά τον δέχεται, κι απ’ όλα τον φιλεύει                             130
και ασταμάτητα ρωτά και κλαίει και δακρύζει
σαν κόρη που άντρα έχασε, και τώρα τον γυρεύει.

Ψέμα θα έπλαθες κι εσύ για να γινείτε φίλοι
αν κάπα και χιτώνα ευθύς σου είχανε χαρίσει.
Μα τώρα τα γοργόφτερα πουλιά είτε οι σκύλοι
του γδάρανε τα κόκαλα κι έχει η ζωή του σβήσει,

ή ψάρια τονε φάγανε στην θάλασσα, κι η άμμο
τα κόκαλά του στο γιαλό τα έχει μουλωμένα.
Έτσι μπορεί να χάθηκε και άφησε εδώ χάμω
σπίτι του χίλια βάσανα, μα πιο πολλά σε μένα.                                140

Ποτέ δεν θά’βρω πιο καλό  αφέντη ν’ αγναντέψει
σ’ όλο τον κόσμο, στων γονιών ας πήγαινα τη φάρα
κει που γεννήθηκα κι εγώ, και μ’ έχουν αναθρέψει.
Δεν τους πονώ τόσο πολύ , κι ας νοιώθω τη λαχτάρα....Συνεχίζεται




Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #212 στις: 10/06/15, 22:37 »
                                         Ξ
ως να τους δω στο σπίτι μου αυτούς, θα έχω λύπη.
Μα του Οδυσσέα ο καημός στα στήθια μου κυλούσε
και τ’ όνομα του σέβομαι έστω κι αν χρόνια λείπει.
Γιατί πολύ μ’ αγάπαγε και με ψυχοπονούσε

κι όσο κι αν ήταν μακριά ήτανε αδερφός μου.
Ο Οδυσσέας τ’ άκουσε κι έτσι του αποκρίθη:                                  150
«Λες φίλε -δεν θα ξαναρθεί ποτέ ο σύντροφός μου-,
κι άπιστη πάντα τη καρδιά την έχεις μες στα στήθη

μα εγώ στην τύχη δεν μιλώ, ο νους μ’ έχει ξορκίσει
πως ο Οδυσσέας έρχεται. Κι αν φτάσει στην πατρίδα
τα συχαρίκια δώσε μου το πόδι του αν πατήσει
στο σπίτι, ρούχα φόρα μου χιτώνα και χλαμύδα

όχι προτού φανεί εδώ, κι ας τα ’χω ανάγκη τόση.
Γιατί περίσσια εγώ μισώ, όπως τις πόρτες του Άδη,
αυτόν που η φτώχεια τον καλεί στο ψέμα να βαλτώσει.
Τον Δία ας έχω μάρτυρα με των θεών το χάδι,                                  160

το φαγητό που μου ’δωσες, στην πείνα να μη λοιώνω,
του Οδυσσέα η παρωστιά, που έχω πια χορτάσει,
πως όλα έτσι θα γινούν. Πάνω σ’ αυτό το χρόνο
ο Οδυσσέας σίγουρα στη χώρα του θα φτάσει-

όταν ο μήνας κλείσει αυτός, κι άλλονε μήνα φέρει-
θα έρθει στην πατρίδα του για να τους τιμωρήσει,
κείνους που γιο αψήφησαν και τ’ όμορφο του ταίρι».
Τότε Εύμαιε απάντησες με έξυπνη σου ρήση:

«Με συχαρίκια μου εγώ παππού δεν θα κεράσω
δεν θα ’ρθει ο Οδυσσέας μου. Πίνε, ο καημός να φύγει,                     170
για άλλο ας μιλήσουμε αυτά να τα ξεχάσω.
Γιατί ματώνει η καρδιά και η πληγή ανοίγει

σαν τον αφέντη ξαφνικά θυμίζουν οι ανθρώποι.
Μακάρι να ερχότανε στων όρκων μας το ντέρτι
όπως τον θέλουμε, εγώ, η ωραία η Πηνελόπη,
ο θείος ο Τηλέμαχος, κι η γνώμη του Λαέρτη.

Τώρα θρηνώ ακατάπαυστα και για τον κανακάρη,
τον όμορφο Τηλέμαχο, που σαν λεβέντης γιος του
με των θεών τη δύναμη μεγάλωσε με χάρη,
κι είπα δεν θα γινότανε ποτέ χειρότερος του          180  συνεχίζεται


Αποσυνδεδεμένος elrich

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 719
  • Φύλο: Άντρας
  • Κιθαρομπούζουκο ολέ
    • Προφίλ
    • http://laikikithara.forumgreek.com
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #213 στις: 13/06/15, 21:42 »
Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν το πάντρεμα της αρχαίας με τη δημοτική στο "λοιώνω"
Ο γραπτός λόγος έχει τη δική του ξεχωριστή ομορφιά...

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #214 στις: 03/09/15, 14:46 »
                                     Ξ

στην λεβεντιά απ’ τον κύρη του, και στης καρδιάς τα βάθη.
Κάποιος θεός ή άνθρωπος τον έβαλε στο χέρι
να πάει για τον πατέρα του στην Πύλο για να μάθει.
Μα οι μνηστήρες στήσανε σε τούτονε καρτέρι

όταν γυρίζει σπίτι του, να σβήσει απ’ την Ιθάκη
το γένος όλο αύτανδρο του ισόθεου Αρκεισία.
Μα ας του αφήσουμε αυτουνού της τύχης το δισάκι
κι είθε το χέρι ν’ απλωθεί του Δία με ικεσία.

Γέρο μου ,πες τα βάσανα και την υπομονή σου
κι είθε σε μένα ο λόγος σου σωστά να μεταφέρει:                                  190                           
Ποιος είσαι, ποιος ο τόπος σου, ποιοι είναι οι γονείς σου
με ποιο καράβι έφτασες, ποιοι ναύτες σ’ έχουν φέρει

ως της Ιθάκης το νησί. Παινεύονται ποια νειάτα;
Κι ούτε σε Ιθάκη θα ’φτασες με την πεζοπορία».
Κι ο Οδυσσέας γνωριμιάς, του λέει τα μαντάτα:
«Όλα όσα ξέρω θα σου πω μην έχεις απορία.

Αν στο καλύβι είχαμε το φαγητό μας μόνο
και το ποτό να πίναμε, κι είχαμε άλλους μάθει
να τρέχουνε για τη δουλειά, δεν τέλειωνα στο χρόνο,
να σου ’λεγα για τα δεινά κι αυτά που έχω πάθει                                  200

κι όσα με βρήκαν βάσανα από θεών κατάρες.
Καυχιέμαι πως κατάγομαι απ’ την πλατιά την Κρήτη
από πατέρα πλούσιο. Που ’χε μεγάλες χάρες
γιατί το ταίρι, του ’κανε γιους γνήσιους στο σπίτι

μα εμένανε με γέννησε μια σκλάβα παλλακίδα
που σαν και τ’ άλλα τα παιδιά τ’ ατόφια με αγαπούσε
ο Κάστορας του Υλάκη ο γιος, και το παινιέμαι που είδα
γιος να ’μαι σ’ έναν, που θεό η Κρήτη τον τιμούσε

για τα λεβέντικα παιδιά, την πλούσια τη γη του.
Κι η μοίρα σαν τον έστειλε στον Άδη και στην Στύγα                          210
μοιράσανε τα πλούτη του οι ξακουστοί οι γιοι του,
και σ’ όλα κλήρο βάλανε, όμως σε μένα λίγα,

σπίτι, και άλλα λιγοστά μου είχανε μοιράσει.
Όμως νοικοκυρεύτηκα και βρήκα ένα ταίρι
απ’ την πολλή μου ομορφιά, χωρίς να ’χω δειλιάσει
και ρίψασπις δεν ήμουνα. Μα σβήσαν σαν αστέρι.

Την καλαμιά αντικρίζοντας, θα ξεχωρίσεις στάχυ.
Γιατί μεγάλες συμφορές η ζήση μου ’χε φέρει.
Θάρρος ο Άρης μου δωσε κι η Αθηνά στη μάχη
κι όταν με τόλμη διάλεγα τους πρώτους για καρτέρι                   220

τους αντιπάλους δολερά ο Χάρος να τους πάρει,
ποτέ η καρδιά δεν σκιάχτηκε του θάνατου το νύχι
μα πάντα έβγαινα άγρια μπροστάρης με κοντάρι
κι αλί ο οχτρός που ήταν αργός, καμιά δεν θα ’χε τύχη.

Έτσι ήμουν στον πόλεμο. Ποτέ μου δεν ποθούσα
γη και χωράφια, που παιδιά τα θέλουν για οφέλη,
καράβια με καλά κουπιά και μάχες αγαπούσα,
καλοξυσμένα δόρατα, καλοφιαγμένα βέλη

που άλλοι τα τρέμουνε αυτά, κι ούτε θα πάρουν θέση.
Μ’ αυτά που μου ’βαλε στο νου, θεός είχα λατρεία.                      230
Στον ένανε αρέσει αυτό στον άλλο δεν αρέσει.
Και πριν να πάνε οι Αχαιοί να πάρουνε την Τροία

ήμουνα πρώτος αρχηγός εννιά φορές στα πλοία
κι ο στόλος ήταν φτερωτός, στο πέλαγος πετούσε,
πλιάτσικο έκανα πολύ, άφθονη πήρα λεία
κι άλλα πολλά μου κλήρωναν. Το σπίτι μου πλουτούσε,

και σεβαστός καζάντησα, κι αγαπητός στην Κρήτη.
Για το ταξίδι που έφαγε κόσμο, σαν ήρθαν νέα,
που ο γιος του Κρόνου  το ’βαλε μέσα στου νου την κοίτη,
πήρα κι εγώ απόφαση με τον Ιδομενέα                                          240

στης Τροίας με τα πλοία μας να φτάσουμε τα’ αλώνια.
Το απαιτούσε ο λαός, ποιος να τ’ αρνιόταν τώρα,
και πολεμούσαμε σχεδόν ,κει κάτω εννέα χρόνια,
τον δέκατο την πήραμε του Πρίαμου τη χώρα,

κι ενώ στα πλοία μπήκαμε, καθείς ν’ αναχωρήσει
ένας θεός μας σκόρπισε με τρανταχτό αγέρι.
Ο Δίας κι άλλη συμφορά για μένα είχε φροντίσει.
Γιατί ένα μήνα χάρηκα το λατρευτό μου ταίρι

και τα γλυκά μου τα παιδιά, με τα νοικοκυριά μου.
Όμως μου έλεγε η καρδιά με πλοία να κινήσω                             250
στην Αίγυπτο να κατεβώ με όλη τη συντροφιά μου.
Πλοία εννιά αρμάτωσα κι όλοι ’κλουθήσαν πίσω.......................Συνεχίζεται



Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #215 στις: 12/02/16, 22:55 »
Τότε έξι μέρες γλένταγαν οι φίλοι μου με ουσία
με αναρίθμητα σφαχτά που είχα πει, κι ακόμη
τους πάγκους να γεμίσουνε, μα πρώτα η θυσία.
Από την Κρήτη φύγαμε την μέρα την εβδόμη

μ’ ένα βοριά χαρούμενο , κι αρμένισμα όλο πρίμα
πετώντας μες στη θάλασσα. Κι ούτε της βλάβης βόλι
τα χτύπαγε , μόν’ άβλαβα αρμένιζαν στο κύμα
και τα οδηγούσε ο άνεμος, κι οι καπετάνιοι όλοι .                          260

Την πέμπτη μέρα φτάσαμε στου ποταμιού τους κόρφους
στον Νείλο, και τ’ αφρόνερα τα πλοία μας τα βρέχουν.
Πρόσταξα τότε γρήγορα τους ποθητούς συντρόφους
μην απομακρυνθούν πολύ, τα πλοία να προσέχουν,

κι είπα σκοπιές να βάλουνε στα υψωμένα εδάφη.
Μα εκείνοι από παλικαριά, και περισσή μιζέρια
άκαφτο Αιγυπτιακό δεν άφησαν χωράφι
και τα παιδιά, τους πήρανε, και τα γλυκά τους ταίρια

κι όλους τους άντρες σκότωσαν. Μα ο κακός τους ρόλος
στην χώρα έφτασε νωρίς. Ο οδυρμός θ’ ανάψει.                               270
Φτάσανε όλοι την αυγή ο κάμπος γέμισε όλος
απ’ τους πεζούς, απ’ τους ιππείς, κι απ’ του χαλκού τη λάμψη.

Και τότε ο κεραυνόβροντος ο Δίας θα προτρέψει
να φύγουνε κακήν-κακώς σαν φοβισμένα στίφη.
Δίχως αντίσταση καμιά, ο τρόμος θ’ αγναντέψει.
Πολλούς εκεί μου σκότωσαν τα χάλκινά τους ξίφη

κι άλλους που πήραν ζωντανούς σκλάβους να τους κρατήσουν.
Όμως ο Δίας μου ’βαλε κακά στο νου μεγάλα
 -κάλλιο ήτανε στην Αίγυπτο οι πίκρες να με σβήσουν
 γιατί πιο πίσω βάσανα με καρτερούσαν κι άλλα. –                      280

Το κράνος το καλόφιαχτο στη γη έχω πετάξει
και την ασπίδα μου στη γη μαζί με το κοντάρι,
κι έτρεξα μπρος στο βασιλιά και φίλαγα στ’ αμάξι
τα πόδια του ζητώντας του μαζί του να με πάρει

κι αφού στο αμάξι μ’ έβαλε να πάμε στο παλάτι
έσταζε σαν νεροποντή το δάκρυ μου στα μάτια.
Τότε με λύσσα χύμηξαν χιλιάδες με ινάτι
για να με κάνουν θέλοντας στα χέρια τους κομμάτια...................Συνεχίζεται!!!!!!!




Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #216 στις: 10/04/16, 13:45 »
Μα δεν τους άφηνε αυτός, είχε στου νου τη στράτα
του Ξένιου Δία το θυμό, που ’παιζε μες στη σκέψη                        290
και δεν του αρέσει η ανομιά. Και χρόνια εφτά γεμάτα
στους Αιγυπτίους έμεινα και βιος είχα μαζέψει,

γιατί όλοι δίναν. Την χρονιά την όγδοη στα μέρη
εκείνα, ήρθε Φοίνικας, κακόβουλος, καθίκι,
απατεώνας που έβαλε πολλούς άλλους στο χέρι
κι εμένα με ξεσήκωσε να πάμε στη Φοινίκη

που είχε αμπελοχώραφα και σπίτια όσα λίγοι.
Χρόνο μαζί του κάθισα και πέρασα ωραία.
Όταν οι μέρες πέρασαν,  οι μήνες είχαν φύγει,
έκλεινε ο χρόνος, κι άρχιζε η εποχή η νέα,                                        300

μ’ έπεισε πως εμπόρευμα είχε εξασφαλίσει
απ’ τη Λιβύη, και να μπω μ’ έβαλε σε καράβι,
μα είχε σχέδιο δολερό να με μοσχοπουλήσει.
Και πήγα θέλοντας και μη, μα το ’χα καταλάβει.

Βγήκαμε με όμορφο βοριά απ’ του νησιού τη  μύτη.
Μα ο κεραυνόβροντος θεός σκεφτόταν τη ορφάνια.
Κι αφού την παρατήσαμε ξοπίσω μας την Κρήτη
και δεν φαινότανε ξηρά, μόνο γιαλός κι ουράνια

τότε ένα μαύρο σύννεφο πάνω απ’ το πλοίο στέκει
που ο Δίας γύρω το άπλωσε κι όλα τα σκοτεινιάζει.                       310
Και ξάφνου ο Δίας βρόντηξε, και μ’ ένα αστροπελέκι
το γρήγορο καράβι μας χτυπά και συνταράζει

καθώς το βρήκε ο κεραυνός, και θιάφι το γεμίζει.
Και στου πελάγου οι σύντροφοι πέσαν την καταιγίδα
σαν τις κουρούνες γύρω του το κύμα τους γυρίζει
κι ένας θεός τους στέρησε τη ποθητή πατρίδα.

Μα εμένα η χάρη του Διός μέσα στ’ αγριοκαίρια
κατάρτι, απ’ τα λείψανα του καραβιού μου φέρνει
για να σωθώ απ’ το χαμό μου το ’βαλε στα χέρια.
Επάνω του γαντζώθηκα κι η θάλασσα με δέρνει.                            320

Μέρες εννιά παράδερνα. Σαν φτάνει η νύχτα η άλλη
με στείλανε τα κύματα στων Θεσπρωτών τα μέρη.
Εκεί με πήρε ο Φείδωνας, του τόπου το κεφάλι
σαν φίλο με υποδέχτηκε. Και μ’ έπιασε απ’ το χέρι
 

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #217 στις: 01/08/16, 14:08 »

                        ΡΑΨΩΔΙΑ  Ο

Στην γη του Λακεδαίμονα  την πλούσια, η Παλλάδα
πάει, στου Οδυσσέα το παιδί, θέλοντας να θυμίζει
πως πρέπει να ξανασκεφτεί την σπιτική θαμπάδα.
Του Οδυσσέα -και τον γιο- του Νέστορα, αντικρίζει

να ’χουν στον ύπνο αφεθεί, στου Μενελάου το σπίτι.
Τον γιο του Νέστορα βαθύς ύπνος τον έχει πάρει,
μα ξύπνιος ο Τηλέμαχος, που μες στου νου την κοίτη
τον Οδυσσέα σκέφτεται, του γυρισμού την χάρη.

Τον πλησιάζει η θεά και στοργικά του κραίνει:
«Φτάνει Τηλέμαχε, ως εδώ, στην ξενητιά να τρέχεις,                  10
άπονοι σπίτι σου το βιος σου τρώνε , σε πικραίνει,
και θέλουν να το μοιραστούν ,γνωστό, και το κατέχεις,

μη πάει τζάμπα κι άδικα ετούτο το ταξίδι .
Μα ζήτα απ’ τον Μενέλαο, επιστροφής αγέρα,
να δεις ξανά την μάνα σου που αποχωρίστης ήδη
και την πιέζουν οι αδελφοί, κι η θέληση πατέρα

να πάρει τον Ευρύμαχο που απ’ τους μνηστήρες όλους
έχει την πιότερη ισχύ, κι έδωσε γάμου δώρα,
μην τύχη και με το φευγιό, με γυναικείους δόλους
το σπίτι αφήσει αδειανό και φύγει απ’ την χώρα,                          20

γιατί η γυναίκα προσπαθεί, εκείνου που έχει άντρα
να αυγαταίνει την σοδειά, ξεχνώντας τα παιδιά της,
κι ούτε θυμάται του παλιού που ασπάστηκε την χάντρα.
Κι αν φτάσεις, δούλα βρες καλή, πιστή απ’ την μεριά της

και φρόντισε, με προσοχή να πεις το μυστικό σου
μέχρι οι θεοί να δώσουνε πιστό να πάρεις ταίρι
και κάτι βάλε μες στο νου, δεν θέλω το κακό σου
πως οι μνηστήρες στήνουνε σε σένανε καρτέρι

κάπου εκεί αναμεσίς Ιθάκη και στην Σάμη
θέλοντας να σε κόψουνε πριν δεις πατρίδας χάρη                        30
μα δεν θα καταφέρουνε κανένας να το κάμει
κι απ’ τους μνηστήρες κάποιονε ο Χάρος θα τον πάρει

μα εσύ μακράν από νησιά πήγαινε κι αρμενίσου
με το καράβι ολονυχτίς. Και πρίμο θα ’ρθει αγέρι
που θα το στείλει ο φύλακας θεός που ’χεις μαζί σου.
Κι αν στην Ιθάκη ο άνεμος καλόπνοα σε φέρει



Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #218 στις: 15/03/17, 09:07 »
να στείλεις με τους ναύτες σου στη χώρα το καράβι
και ν’ ανταμώσεις τον βοσκό, στην μάντρα που είναι τώρα,
που εσένα υπεραγαπά και η καρδιά του ανάβει,
εκεί να βγάλεις την νυχτιά, και στειλ’ τονε στην χώρα               40

στην μάνα την καλόγνωμη είδηση να της πάει
πως έφτασες κι είσαι εδώ γερός από την Πύλο
αυτά αφού είπε η θεά για τα ψηλά  χυμάει,
κι αυτός του Νέστορα το γιο ξυπνά που είχε φίλο,

με το ’να πόδι τον σκουντά και λέει λέξη-λέξη:
«Σήκω Πεισίστρατε γοργά κι ετοίμασε στο αμάξι
τ’ άλογα τα μονόνυχα, η μέρα μας να τρέξει»
και νά του Νέστορα ο γιος, του απαντά με τάξη:

«Τηλέμαχέ μου φρόνιμο δεν είναι με σκοτάδι
να φύγουμε, νυχτιάτικα, γοργά με τόση βιάση,                               50
σε λίγο η γη θα φωτιστεί με της αυγής το χάδι,
μείνε μέχρι τα δώρα μας με χάρη ετοιμάσει

του Ατρέα ο Μενέλαος, κι έρθει να χαιρετήσει,
γιατί στου ξένου το μυαλό, μπαίνει μες στο κεφάλι
αυτός που χάρη του έκανε να τον φιλοξενήσει»
Έτσι είπε κι η χρυσόθρονη Αυγούλα ξεπροβάλει.

Τότε και ο Μενέλαος κατέβηκε απ’ το πλάϊ
την ομορφομαλλούσα του αφήνοντας Ελένη
τον είδε ο μοναχογιός καθώς εκεί κοιτάει
και τον χιτώνα όμορφα στο σώμα σφιχτοδένει ,                           60

βάζει στις πλάτες τις γερές, και τον βαρύ μανδύα
και προς την πόρτα έτρεξε δυό λόγια να προτάξει:
«Μενέλαε πολεμιστή, σκέψου με, μα τον Δία,
και στείλε με στο σπίτι μου όπως μου το ’χεις τάξει

που στην πατρίδα λαχταρώ για να γυρίσω πίσω»
Τότε και ο Μενέλαος έτσι θα του απαντήσει
«Αφού το θες Τηλέμαχε, ποτέ δεν θα εμποδίσω
να φύγεις για το σπίτι σου, κι ούτε νομίζω λύση

ο άντρας ο φιλόξενος να αγαπά περίσσια
περίσσια να εχθρεύεται ποια τάχα τα οφέλη;                               70
Κακό να λες στον ξένο σου :φύγε από δω στα ίσια,
όπως κακό να τον κρατάς , εκείνος αν δεν θέλει


Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1110
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #219 στις: 01/05/17, 13:09 »
τον ξένο να τον αγαπάς, να φεύγει αν ζητήσει
Μα λίγο μείνε ως να’ρθούν  τα δώρα σου στο αμάξι
που όμορφα είναι , πάνω τους, το μάτι ν’ αρμενίσει
μέχρι η φαμίλια γυναικών τραπέζι να μας φτιάξει

κι απ’ του σπιτιού μου τα καλά ότι έχω να τα βάλει.
Γιατί αν φάμε, την χαρά μας φέρνει, διώχνει το άγος
αν για πορεία μακρινή φύγουμε και μεγάλη,
κι αν την Ελλάδα αποζητάς, μα και να φτάσεις στο Άργος        80

όπως και να ’χει , σύντροφο θα μ’ έχεις στο ταξίδι
κι αφού ζεφτούνε τ’ άλογα θα γίνω οδηγός σου
δεν θα ειν’ τα χέρια αδειανά, δεν θα διωχτούμε ήδη
όλο και κάποιο τρίποδα θα πάρεις για δικό σου

ή δυό πουλάρια ή χρυσό ποτήρι στολισμένο
κι ο συνετός Τηλέμαχος γυρίζει και του λέει:
«Μενέλαέ μου αρχηγέ, για επιστροφή προσμένω
που ούτε επιστάτη άφησα, για φύλαξη στα ελέη

και σε όλα μου τα υπάρχοντα έχοντας ξεκινήσει
ν’ αναζητώ του κύρη μου, που βρίσκονται τα ίχνη                     90
μήπως κειμήλιο χαθεί ή φτάσω εγώ στην δύση»
σαν τα’ άκουσε ο Μενέλαος βαρύ τον λόγο ρίχνει,

και διατάζει την κυρά, δούλες ναρθούν με χάρη
τραπέζι με όλα τα καλά να κάνουν στο παλάτι,
ήρθε και ο Ετεωνιάς του Βόηθου παλικάρι
που ξύπνησε και ήτανε κει δίπλα το κρεβάτι

ν ’ ανάψει ο Μενέλαος φωτιά τον διατάζει
κρέας να βάλει να ψηθεί, και προς τα κει πηγαίνει.
Τον ίδιονε το βήμα του στην αποθήκη βγάζει
Ο Μεγαπένθης δίπλα του κι αντάμα η Ελένη                               100

Πήρε ποτήρι όμορφο που είχε δύο χέρια
σαν ήρθαν κει που ήτανε οι θησαυροί κρυμμένοι,
τον Μεγαπένθη πρόσταξε να βάλει στα πανέρια
κουπί ασημοστόλιστο. Και το σεντούκι η Ελένη

ανοίγει, που ’χε εργόχειρα απ’ το δικό της χέρι.
Ένα απ’ αυτά η θεϊκή γυναίκα απ’ τα μεγάλα
που ήταν το πιο όμορφο, κι από άλλα διαφέρει
θα το διαλέξει, ας ήτανε πιο κάτω από τ’  άλλα.

 

Σχετικά θέματα

  Τίτλος / Ξεκίνησε από Απαντήσεις Τελευταίο μήνυμα
1 Απαντήσεις
815 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 30/06/06, 09:59
από Βραζίλης
23 Απαντήσεις
3507 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 20/06/06, 01:16
από master of puppets
22 Απαντήσεις
3368 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 12/10/07, 21:20
από bluechild
7 Απαντήσεις
8447 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 16/10/09, 19:00
από RORYGALLAGHER
7 Απαντήσεις
1301 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 03/09/08, 21:09
από Neikos
65 Απαντήσεις
11847 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 07/04/09, 00:17
από Βραζίλης
0 Απαντήσεις
582 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 24/03/09, 22:46
από Βραζίλης
0 Απαντήσεις
992 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 28/03/09, 17:24
από Βραζίλης
5 Απαντήσεις
1449 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 06/05/12, 16:48
από Απόλλων
0 Απαντήσεις
626 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 27/06/12, 01:02
από ivikos