Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Θέματα - anthrakoryxos

Σελίδες: [1] 2
1
Ήταν σκληρό το χώμα σου
Ποιος να το κουλαντρίσει..
Πάνω του στρώσανε ριζά
Ψηλά βουνά και πέτρες

Κι εσύ σκληρή μόνο κοιτάς
Βαθύ ξερό πηγάδι
Που φτάνει αχός στα μέσα σου
Ως τ’ άγρια σωθικά σου

Πως τρέμεις όποτε θωρείς
Σύγνεφο αλαφιασμένο
Μη τύχει κι αποξεχαστεί
Μη ξεχαστεί και βρέξει

Και το πηγάδι το ξερό
Γλυκό νερό γεμίσει
Ρίζες κι απλώσουνε δεντριά
Μη και κλαριά ανθίσουν

Και βρει δραγάτης νηστικός
Σκιά να ξαποστάσει
Γλυκό να τρώγει το ψωμί
Γλυκό νερό να πίνει

Από τα μαύρα βάθη σου
Απ’ τ’ άγρια σωθικά σου

Τα νυχτοπούλια μη και βρουν
Τόπο φωλιά να χτίσουν
Μην τις νυχτιές σε τραγουδούν
Και δάκρυσμα σου στείλουν

Μα να περνούν και φεύγοντας
Άκλαυτη να σ’ αφήνουν
Τα φίδια μόνο κι οι σκορπιοί
Σπίτι κορμί να βρούνε

Απ’ το κορμί σου χόρτασμα
Αητός γλυκό για να ‘χει
Που δεν τον ρίχνει τσίμπημα
Φαρμάκι δεν τον πιάνει

Που δε νογά σκληρό κορμί
Τι απά’ στο βράχο στέκει
Χορταίνει από τα βάθη σου
Τα άγρια σωθικά σου

Το πετρωμένο χώμα σου
Που δε βαρυγκομάει
Σαν κατεβαίνει απ’ το βουνό
Το μυτερό το βράχο

Κι αφήνει πούπουλο αλαφρύ
Μες στο ξερό πηγάδι
Χάϊδεμα μες στα μαύρα σου
Τα άγρια σωθικά σου

Και παρακάλι αφήνει του
Κει που ψηλοπετάει
Μαντάτο σ’ ένα σύγνεφο
Γκρίζο κι αλαφιασμένο

''Μην κάνεις κι αποξεχαστείς
Μη θυμωμένο βρέξεις
Σκληρό κορμί η αγάπη μου
Πέτρα σκληρή τη θέλω''



2
Κάποτε
Θα ταξιδέψω μες στα ολόχρυσα μαλλιά σου
Μικρή αχτίδα σκοταδιού σα νύχτα θα ‘ρθω
Κι ούτε λεπτό νύχτας ξανά δε θα υπάρξει

Σύνορα
Θα σχηματίζουμε με βλέμματα που φεύγουν
Μακριά από μας μνήμες παλιές που δραπετεύουν
Απ’ τις κορνίζες σαν γλιστράν κιτρινισμένες

Και θα μιλάμε με μια μουσική καινούρια
Που ζωντανεύει τα αγάλματα των κήπων
Στίχους μανδύες θα ντύνονται και θα ‘χουν
Θνητή ζωή κι ένα ψιθύρισμα αγάπης:

Κι εγώ
Που τόσο ήθελα πολύ να σ’ αγαπήσω
Μα δεν ήξερα πως
Τον θάνατό μου για να νικήσω
Πρέπει πρώτα να είμαι ζωντανός

Καράβι
Μέσα σε μπούκλες ήλιους και σε φλόγα
Στάχτινους Ναύτες μαύρο πέπλο στο τιμόνι
Κουπιά σκιές άγκυρα όνειρο εφιάλτη

Μεθύσι
Να ταξιδεύω σε ανάκατες αφέλειες
Κι όταν τα χέρια σου περνάς απ’ τα μαλλιά σου
Σχεδόν στο βύθισμα μου να ‘χω ψίθυρο αγάπης:

Κι εγώ
Που τόσο ήθελα πολύ να σ’ αγαπήσω
Μα δεν ήξερα πως
Τον θάνατό μου για να νικήσω
Πρέπει πρώτα να είμαι ζωντανός

Κάποτε
Πάνω στο κρύο το τσιμέντο θα ξαπλώσω
Άγαλμα πάλι στην ατέλειωτη σιωπή του
Δίχως ψιθύρισμα κανένα μες στη νύχτα
Μόνο ένα τρέμουλο στην κρύα μου ψυχή
Καθώς μπροστά μου θα βαδίζεις
Αδιάφορα

Με μια καινούρια μουσική
Μουρμουρητό
Και στο καινούριο σου χτενάκι
Φυλακισμένα
Ολόχρυσα μαλλιά


3


Ξεχάσανε ν’ ανάψουν τους φανούς
Ψυχές με φως, λιμάνια που τις είπαμε
Αννούλα, βουτηγμένοι στους καπνούς
Πως έγινε δεν ξέρω, πως να έγινε
Και μέσα απ' τις φωτιές, βρεγμένοι βγήκαμε

Ο φάρος μας στρατιώτης σε σκακιέρα
Μονάχος λιποτάκτης σ΄ ένα βράχο
Άσπρον ασβέστη φώτιζε τη μέρα
Πως έγινε Άννα, να ΄ξερα πως έγινε
Τη νύχτα φως δε μου ΄δινε για να ΄χω

Νύχτα και πίσω αφήσαμε κι εμείς
Τον βασιλιά εσύ κι εγώ βασίλισσα μου
Ψυχές λαθραίες κι αλμύρα της ζωής
Χορτάσαμε το δάκρυ Άννα πως έγινε
Κι αργά βουλιάζαμε, λευκοί φάροι της άμμου


4
Είμαι ο καπνός ενός τσιγάρου
Σε φυλακή για ισοβίτες
Στο δάσος μια πευκοβελόνα
Που περιμένει το χειμώνα

Ένας κρυμμένος κόκκος άμμου
Είμαι στη μέση της ερήμου
Το μακρινό είμαι καλοκαίρι
Σ’ ένα βρεγμένο μεσημέρι

Μια τολμηρή βροχοσταλίδα
Κλεισμένη μες στο σύννεφό της
Είμαι το νι είμαι το ρο
Μες στο κρυφό σου όνειρο

Είμαι χορδή απο κιθάρα
Σπάω σε τραγούδια λυπημένα
Στο μακιγιάζ του κλόουν δάκρυ
Σ’ ένα αγκίστρι είμαι η άκρη

Είμαι και το χαμόγελό σου
Στο νου σου σαν με ζωγραφίζεις
Ποτάμι είμαι και φουσκώνω
Όταν τη σκέψη σου ανταμώνω

Φύσημα αγέρα στα μαλλιά σου
Όταν ξυπνάς μια ηλιαχτίδα
Ο ουρανός σαν πλησιάζει
Τη δόλια γη και την τρομάζει

Ο θάνατος είμ’ ενός στίχου
Που όλο βυθίζεται στις λέξεις
Ναυάγιο πρίν τον τραγουδήσουν
Σ’ άδειο χαρτί πριν τον σκαλίσουν

Είμαι η νύχτα που σε βρίσκει
Με αγκαλιά το μαξιλάρι
Όταν γυρνάς απ’ τη δουλειά
Η πιο δική σου μοναξιά

Είμαι ο καπνός ενός τσιγάρου
Παίρνω το σχήμα της ζωής σου
Απ’ το παράθυρο ξεφεύγω
Γίνομαι μια θολή εικόνα
Στο δάσος μια πευκοβελόνα
Που περιμένει το χειμώνα

5
Κρυώνω...Κρυώνω σου λέω.
Δίπλα στο ρεσώ, το μισοτελειωμένο τσιγάρο,
την αναμμένη φιδογυριστή λάμπα δαπέδου που φτύνει λευκό φως.


Κρυώνω..

Περιμένω να έρθει ο πυρετός.

Ν' ακουμπήσω το χέρι μου στο μέτωπο,
μήπως και ξεπαγώσει.



Ξεδιπλώνω ακρυλικές κουβέρτες,
παπλώματα απο μαδημένα πούπουλα.
Τυλίγομαι μέσα τους
, κάμπια που επιστρέφει στο κουκούλι της.

Το θερμόμετρο απο γραφίτη στο κομοδίνο
συνεχίζει να χάνει ένα κομμάτι, κάθε που το αγγίζω.
Στο τέλος του
θα είναι μια μικροσκοπική μολυβένια μυτούλα.
 
Παρακαλώ, να έχει έρθει μέχρι τότε η Άνοιξη
και ότι έχει μείνει απ' τη μολυβένια μύτη
να σπάσει,
απο το ράμφος ενός χελιδονιού.

Αυτό μόνο.......

6
Το μόνο που φοβάμαι, είναι για τα παιδιά
Μη μεγαλώσουνε και γίνουν σαν εμάς
Κολυμπάει πατέρα η γάτα, γιέ μου κολυμπά
Γιατί αυτούς τους δέρνουνε, σσς γιέ μου, μη μιλάς

Ο άνθρωπος αγόρι μου, γεννιέται σαν τ’ αρνί
Και πρέπει τα ποδάρια του, να ΄χουν το ίδιο μήκος
Να τρέχει και να κρύβεται, να μπαίνει στο μαντρί
Όταν σιμώνει στη βοσκή ο πεινασμένος λύκος

Τρείς μέρες είχε ο Ιωνάς στο ασημένιο κήτος
Κι όταν το χώνεψε καλά, πως δεν θα τον χωνέψει
Άπλωσε τα ποδάρια του που ‘χαν το ίδιο μήκος
Και το ταξίδι απόλαυσε, χωρίς να βγάλει λέξη
Την Τρίτη μέρα η φάλαινα, έπιασε στη Νινεύη
Τον λάθρο επιβάτη της εκεί να ξεφορτώσει
Με δυσκολία ανάγκασε τον άγιο να κατέβει
Άπιστους και αμαρτωλούς, την πόλη για να σώσει

Και ο προφήτης Δανιήλ απο τη Βηθαρά
Μια βραδυά την πέρασε στον λάκκο των λεόντων
Άπλωσε τα ποδάρια του που ‘χαν το ίδιο μήκος
Άγγελος όταν μίλησε των πεινασμένων όντων.
Πρωί και τι θ΄αντίκρυζε σκεφτόταν ο Δαρείος
Μ΄ έκπληξη ακούει μια φωνή να βγαίνει απ΄ το λάκκο
Τη Βαβυλώνας ο καιρός, τις νύχτες είναι κρύος
Δίχως φωτιά ξεπάγιασα, στου πηγαδιού τον πάτο

Τους μόνους που λυπάμαι, είν΄ οι θλιμμένοι γέροι
Γεράσαν και μας βλέπουν να γερνάμε σαν αυτούς
Μέρος απο το σύνολο, κομμάτι απ΄ τ΄ ασκέρι
Μικρές κραυγούλες βγάζουνε μα πια δεν τις ακούς

Ο άνθρωπος κορίτσι μου, κάποια στιγμή πεθαίνει
Θα ΄πρεπε τα ποδάρια του άλλο να έχουν μήκος
Να ξεστρατίζει απ΄ το μαντρί και δρόμο άλλο να παίρνει
Να ήτανε ο άμυαλος, θα ΄πρεπε αυτός ο λύκος




7

Άλλο δεν ήξερε απο σίδερο και στάχτη
Κάθε πρωί μύριζε λάδι στη σκηνή του
Άστραφτε πάντα, σαν καινούριο το κοντάκι
Και τον θυμόταν, μια παλιά γριά πληγή του

Άγνωστοι τόποι, ιδωμένοι απ’ το κλείστρο
Τον φόβο του είχε στην πατρίδα εξορίσει
Κι είχε η ματιά του ενός θεριού ανήμερο οίστρο
Πριν το μεγάλο φονικό ξανά αρχίσει

Δεν του ΄χαν μάθει να γελάει ή να λυπάται
Σ’ ενέδρες κρύβονταν και μούλιαζε απ’ τις μπόρες
Τα βράδυα ξέχναγε συνήθως να κοιμάται
Σε πέντε γλώσσες, βλαστημούσε με τις ώρες

Μέσα στου κράνους του το δίχτυ διπλωμένο
Είχε ένα γράμμα απ’ της μάνας του το χέρι
΄΄Γρήγορα να ‘ρθεις γιε μου, θα σε περιμένω
να σε φυλάει ο Θεός, απ’ το κακό μαχαίρι΄΄

Τέλη Αυγούστου στο Ντραγκάτσεβο ένα πεύκο
Ήταν καρέκλα του, πλάι σε χακί μοτοσυκλέτα
Δυο ντόπιοι κέρασαν ένα τσιγάρο σκέτο
το κράνος έβγαλε ν’ ακούσει μια τρομπέτα

«Σαμπόρ Τρουμπάτσα»* μια ανάσα είχε πάρει
κι ήταν για λίγο στην αυλή, στην Ελευσίνα
με το σκυλί του, πλάι του να ΄χει μπατάρει
την παιδική του αγάπη ν' αγκαλιάζει τη Μαρίνα

Πήρε το γράμμα του αργά να ξεδιπλώνει
Καμπάνας χτύπος και να κάνει το σταυρό του
Δυο λέξεις πεταρίσαν μες στη σκόνη
΄΄Παιδί μου΄΄ κι ένας κρότος στο μυαλό του

Άλλο δεν ήξερε απο σίδερο και στάχτη
Κι απο ένα γράμμα που του έμεινε στο χέρι
Όταν το διάβαζε, κυλούσε ένα δάκρυ
Μα τώρα αίμα απ’ του πολέμου το μαχαίρι




*Το «Σαμπόρ Τρουμπάτσα», που σε ελεύθερη μετάφραση θα πει «Το κοινοβούλιο της τρομπέτας», είναι Φεστιβάλ Χάλκινων, που γίνεται κάθε χρόνο στο χωριό της Σερβίας Γκούτσα.



 
 

8
Αυτό που μένει πια στους Μαύρους ποιητές
Είναι μια άγρια φορεσιά απο ατλάζι
Μια κραυγή, απο την πένα του Μαρκές
Και χίλια χρόνια μοναξιάς, να κάνουν χάζι

Πρόσωπα που φωτίζουν στο σκοτάδι
Πρόσωπα που σκουραίνουνε στο φώς
Κορμιά που σπαρταράνε σ΄ ένα χάδι
Και που τα λιώνει της αγάπης ο αχός

Αυτό που μένει στα κορίτσια της Σεβίλλης
Είναι το τράνταγμα του στήθους, ο λυγμός
Το τριαντάφυλλο που θα ‘θελαν να στείλεις
Στα ξύλινα πατώματα, ο τριγμός

Πρόσωπα που όλο χαμηλά κοιτάζουν
Πρόσωπα που τα σκάψαν προσμονές
Σε δυό τακούνια, όλον τον πόνο τους μοιράζουν
Στο μαύρο σάλι τους, όλες τις αγκαλιές

9

Εγώ έχω σταματήσει πια τις λέξεις να σκαλίζω
Για να γενούν αθάνατες, στα μάρμαρα του ονείρου
Μον΄ τις μπαρκάρω αταίριαστες, σε άγνωστα λιμάνια
Φορώντας τα κουρέλια τους κι ένα φιλί τους δίνω

Εγώ έχω σταματήσει πια στους δρόμους να γυρίζω
Παρά γελώ σαν τους κοιτώ, υγρούς και κουρασμένους
Απ΄ τα χιλιάδες βήματα που χρόνια τους στοιχειώνουν
Κι απο μακρυά με τη ματιά, τον στοιχειωμό τους πίνω

Πλανιέμαι σε μια θάλασσα, ξανοίγομαι κι αφρίζω
Κι αν θυμηθώ τον έρωτα, αγγίζω τον βυθό της
Με χούφτες απ΄ την άμμο του, με πλάθω, αλμύρα κλαίω
Στους θάμνους και στα φύκια του να ξεχαστώ μ΄ αφήνω

Εγώ έχω σταματήσει πια τον πόνο ν΄ αντικρίζω
Αφού το σώμα του έκανα, δικό μου κι ούτε αντέχω
Το σώμα αυτό να το θωρώ, σαν η καλή μου να ΄ναι
Μόνο τις νύχτες μου άγρυπνες, μέσα του θε να σβύνω...



10

Μοιάζει ο τρόπος που κοιτάς παλιό ναυάγιο
Και μια αιώνια σκουριά με καθηλώνει
Με ταξιδεύει σιωπηλά σε τόπο άγιο
Σαν με βυθίζει, με πονά μα με λυτρώνει

Χαμένος χρόνια θησαυρός, καλά κρυμμένος
Που δεν τον ξέβρασε το άτυχο ποστάλι
Απο τα ψεύτικα φιλιά σημαδεμένος
Και χαρακιές στο ασημένιο του ατσάλι

Μοιάζει ο τρόπος που κοιτάς στάχτη που χάνεται
Άσπρα πανιά και άσπρα σύννεφα μαυρίζει
Και ότι καίγεται, εκεί που λες δεν πιάνεται
Μ΄ ένα καράβι και βροχής στάλα γυρίζει

Μέσα στις φλόγες θησαυρός, παραδομένος
Στο ιερό σου, επτασφράγιστο μαγγάλι
Όποιος σ΄ αγγίζει απ΄ τη φωτιά σου μαγεμένος
Και ναυαγός στα μάτια σου, πνίγεται πάλι

11
Σ΄ απόσταση ασφαλείας, κρύβεις τις επάλξεις
χορεύεις, με τον άλλο εαυτό σου
τίποτα καινούριο, τίποτα ν΄ αλλάξεις
τίποτα δικό μου, τίποτα δικό σου

εικόνες μαυρισμένες, με κεριά
που ανάβεις, κάθε νύχτα και σε καίνε
κοιμίζεις τα όνειρά σου, σε χάλκινα κελλιά
τα έμαθες, νανούρισμα να λένε

έπλασες έναν κόσμο απο χρυσάφι
σαν λιώσει να θυμάσαι πως σου το ΄πα
κάπνισα τον κόσμο μου μισό
και σε ποτάμι απο χρυσό
μια νύχτα, πέταξα τη γόπα

διαδρομές, σε σκόρπιες αναμνήσεις
ο αέρας τις φέρνει, ο αέρας τις παίρνει
σαν στα κομμάτια μου, τολμήσεις να μιλήσεις
δες πως μια λέξη τα ενώνει, τ΄ ανασταίνει

ζωές απο σκοτάδι κι απο αίμα
ζωές απο βελούδο, φιλντισένιες
ζωές που ζούμε μα δεν βλέπουμε το ψέμα
αλήθεια, μοιάζουν σαν παραμυθένιες

έπλασες έναν κόσμο απο γυαλί
σαν λιώσει να θυμάσαι πως σου το ΄πα
φίλησα τον κόσμο που μισώ
και σε ποτάμι γυάλινο
πέταξα μια νύχτα το φιλί

12

Στο χθές που δεν τελείωσε ποτέ
στο σήμερα που καίει η απουσία
σε κρατώ γλυκιά, χρυσή μελαγχολία
και κρατιέμαι απ΄ των ματιών σου ένα ναι

στο αύριο που τυφλό με κοροϊδεύει
στο σήμερα που κλαίει μεσ΄ απ΄ τα μάτια μου
γκρεμίζονται τα ερείπια παλάτια μου
η μορφή σου μέσα τους σαν ταξιδεύει

έτσι ο χρόνος θα κυλά
σχεδία σε στάχτες, παραχαράκτες
θα μου χαράζουν τη μιλιά
να λέει πως πια δε σ΄ αγαπά

όταν κοιτάς βουβή τους λεπτοδείκτες
στο αύριο, στο σήμερα, στο χθές
αν ξέρεις ποια θα είσαι και τι θες
θα ξέρεις πως δικές μας είναι οι νύχτες

κοράλλια σκουλαρίκια θα φοράς
και μέσα σε νερά θα σ΄ ανταμώνω
εκεί θα ΄μαι τις νύχτες κι ας κρυώνω
κι ο χρόνος έρμαιο θα ΄ναι της φωτιάς

έτσι ο χρόνος θα κυλά
σχεδία σε στάχτες και άγνωστοι χάρτες
θα μου χαράζουνε τροχιά
και να γυρίσω δε θα θέλω πια

13

Κοντά στους φάρους που τρελαίνονται οι πυξίδες
Και μαγνητίζει ο άνεμος, το βλέμμα, τις οσμές
Μοιάζουν οι νύχτες με τρελές πυγολαμπίδες
Που κάνουν κύκλους, γύρω απ΄ άστεγους ποιητές

Λοξοκοιτάν, βουβά καράβια, σαν περνάνε
Και συνεχίζουν ρότα, χαραγμένη απο παλιά
Ένα τους κρώξιμο οι γλάροι τους κερνάνε
Σταγόνες θάλασσα, τους βρέχουν τα μαλλιά

Κοντά στους φάρους θα με βρείς ν΄ αργοπεθαίνω
Κορμί να καίω, να βγάζω φως και μια κραυγή
λυσσομανάει το κύμα σαν σε περιμένω
φωτιά που καίει και σβύνει μόνο την αυγή

χίλια σκαριά, με προσπεράσαν δίχως στάση
ίσως με νόμισαν για βράχο μες στα βράχια
πέτρες οι λέξεις μου, στην πέτρινη μου πλάση
που όνειρο είχαν στα μαλλιά σου να ΄ναι στάχυα

κι αφού καράβια δε σε φέρνουνε στο φως μου
θα κυνηγάω τις τρελλές πυγολαμπίδες
πάνω απ΄τους γλάρους σαν σκεπή ο ουρανός μου
κι εγώ να φέγγω μες στις μαύρες καταιγίδες

14
Είναι αργά, που ξημερώνει δε με νοιάζει
αυτό που μόνο με τρομάζει
είναι που βάλτωσε η σκέψη
και ερημίτης πάλι ο πόνος θα μου γνέψει

παλιές εικόνες, σαν χελιδόνια απ΄ τα ξένα
κύκλο η ζωή κάνει για μένα
και φτάνω εκεί που ξεκινάω
έρωτες μες στα μάτια να κοιτάω

ένα πρωί θα έρθει σε λίγο
να με τυφλώσει μ΄ ένα φως ιδανικό
άλλη μια μέρα σε καράβι δανεικό
απο τη θάλασσα τα μάτια μου θα κρύβω

είναι αργά, τα λάθη πίσω δε γυρνάνε
μόνο μαζί μου σαν γερνάνε
ρυτίδες απ΄ το πρόσωπο μου
γίνονται κι είναι το παλιό παράπονο μου

παλιές κι οι σκέψεις, που κοιτάν απ΄ το φεγγίτη
ερειπωμένο είμαι σπίτι
έχω παράθυρα σπασμένα
χτίζουνε μέσα μου φωλιές, τα χελιδόνια τρομαγμένα

ένα πρωί θα έρθει σε λίγο
να με τυφλώσει μ΄ ένα φως ιδανικό
άλλη μια μέρα σε καράβι δανεικό
απο τη θάλασσα τα μάτια μου θα κρύβω

15
Eκεί που ο ήλιος καίει συνεχώς
και όλοι περιμένουν το σκοτάδι
δροσιάς σταγόνες μέτωπα ν΄ αγγίξουν

θα ΄μαι την ώρα που θα κρύβεται το φως
φωτιά, ψυχή και ματωμένο Αρκάδι
που οι πόρτες του δε θέλησαν ν΄ ανοίξουν

περάσματα στου χρόνου τις δίνες
είναι οι έρωτες κι η λύπη τους σε πιάνει
κι ας την ξορκίζουνε, τυφλοί, γέροι Σαμάνοι
πίσω στην φέρνουνε, δώδεκα γέροι μήνες

μετρώντας με τους χάρτες της συγνώμης
τον θησαυρό να δω που έχεις κρύψει
χαράζω διαδρομή για την καρδιά σου

το σώμα έχεις φορέσει της Σαλώμης
μα ο χορός σου έχει μια αιώνια θλίψη
στα μάτια, τα όνειρα τα παιδικά σου

περάσματα στου χρόνου τις δίνες
είναι οι έρωτες κι η λύπη τους σε πιάνει
κι ας την ξορκίζουνε, τυφλοί, γέροι Σαμάνοι
πίσω στην φέρνουνε, δώδεκα γέροι μήνες

16
Αν θες με ρίχνεις στα βαθιά
αν θες μ΄ αφροπαλεύεις
και όμορφα πως πνίγουμαι
κάθεσαι κι αγναντεύεις

αχ χρυσοπλούμιστε ήλιε μου
αν θες με βασιλεύεις
ή μ΄ ανατέλεις πλάι σου
και φως σου με φιλεύεις

μ΄ αν θα πνιγώ κι αν θα διαβώ
κι αν βασιλέψω, φύγω
στερνή φορά τα μάτια σου
άσε να δω για λίγο

αν θες γίνομαι τάμα σου
και σ΄ εκκλησιά μ΄ αφήνεις
και τα φιλιά τα λάγνα σου
σαν τα κεριά τα σβύνεις

εικόνα και καντήλι μου
αν θες μείνε αναμμένο
πάνω στα δύο χείλη μου
όνειρο αποσταμένο

μ΄ αν μου σβυστείς κι αν μου καείς
κι η φλόγα σου στερέψει
στερνή φορά τα μάτια σου
η πόνος μου ας κλέψει

17
Πως ξαπλώνει το γαλάζιο μεσημέρι
μες στον ίσκιο σου και κρύβεται για πάντα
μες στα μάτια σου που έχουν για λεζάντα
''μείνε εδώ να ΄χεις για πάντα καλοκαίρι''

πως οι ιτιές το κλάμα πάντα σταματάνε
σαν η αύρα σου για λίγο τις αγγίξει
την ψυχή σου να μην πεις που έχεις κρύψει
μυστικά οι θνητοί να ξέρεις δεν κρατάνε

μικρή Θεά, πως ξέπεσες στη γη
αγάπησες, λες ένα χελιδόνι
στα δυό μικρά φτερά του σε σηκώνει
και αρνείσαι όσα έχουν οι Θεοί

στα μισά του ταξιδιού κρατάς νεκρό
ματωμένη σου αγάπη χελιδόνι
πλησιάζει ο χειμώνας κι είσαι μόνη
και σπασμένο ένα μικρό μαύρο φτερό

σαν παλιά μικρή θεά του αγαπημένη
σε παγώνει ο αέρας που σε ξέρει
ψυθιρίζει τέλειωσε το καλοκαίρι
άσπρο χιόνι μες στα μάτια μόνο φέρνει

μικρή Θεά, που ξέπεσες στη γη
αγαπούσες, είπες ένα χελιδόνι
και τους δύο σας σκεπάζει τώρα χιόνι
και οι δύο τώρα πια, μικροί Θεοί


18
Ήρθαν μια νύχτα ξαφνικά, επάνω σε ρομφαία
και τη μορφή σου είχανε, αγγελικά ωραία
στήσαν χορό και θάνατο, με πήραν απ΄ το χέρι
και μου ΄δειξαν η μοναξιά, που στήνει το καρτέρι

άγγελοι απ΄ το πουθενά
κι είχαν δαιμονικά φτερά

βραχιόλια είχαν τάματα, ανθρώπων που πονάνε
και μάτια που όλοι οι έρωτες μέσα τους να χωράνε
με φίλησαν με σταύρωσαν, γελάσανε και φύγαν
θαρρώ πως γίναν δάκρυ σου, στα μάτια σου πως πήγαν

με στοίχειωσαν παντοτινά
κι είχαν χρυσά μακρυα μαλλιά
άγγελοι απ΄ το πουθενά
κι είχαν δαιμονικά φτερά

19
Όλοι της γης οι σημαδεμένοι
Συναντηθήκανε σε μια παράγκα
Τη ματωμένη τους βγάλανε χλαίνη
Ήτανε νέοι, κοντά στα τριάντα

Ανάψαν τσιγάρο, χωρίς να μιλήσουν
Δειλά κοιταχτήκαν και άγρια τα μάτια
τον πόνο παλέψανε για να σκορπίσουν
που όλοι τον γνώρισαν του πήραν κομμάτια

όλοι της γης οι σημαδεμένοι
τα όπλα αφήσανε έξω απ΄ την πόρτα
τους έδωσε ο πόλεμος ψυχή κουρασμένη
και στα χαρακώματα τους λείψαν τα φώτα

τους λείψανε μάτια αγαπημένα
ξεχάσαν τα χέρια, που χάδια τους δίναν
τ΄ αφήσαν σαν μπήκανε στα μαύρα τα τραίνα
αχ και να ξέρανε, πίσω τι αφήναν

όλης της γης οι ρημαδιασμένοι
πόσο πεθύμησαν ξανά ν΄ αγαπήσουν
ξεχάσανε όμως η αγάπη που μένει
για χρόνια τους μάθαιναν τι να μισήσουν

μισούν τις κραυγές, απ΄ τους φίλους που φύγαν
τον φόβο, το κλάμα, ένα γράμμα στη λάσπη
μισούνε τις λάμψεις που τρύπες ανοίγαν
κι αυτό το κανόνι, που δίπλα τους χάσκει

Όλοι της γης οι σημαδεμένοι
Συναντηθήκανε σε μια παράγκα
με ματωμένη τους σκέπασαν χλαίνη
Ήτανε νέοι, κοντά στα τριάντα

20
Σε φανταζόμουν σ΄αρχαίας πόλης τις μετώπες
Εκεί που κάποτε περνάγαν στρατιώτες
Περήφανοι, αντρειωμένοι ή νεκροί
Έτσι κι εσύ

Σ΄ ονειρευόμουν σ΄ αρχαία θέατρα να υψώνεις
Χέρια και τους Θεούς να χαμηλώνεις
Κραυγή απ΄ τα στήθια να χεις σκηνικό
Κραυγή κι εγώ

Ιέρεια που γεννήθηκες
Σε λάθος εποχή
Ζωή θα ζείς εδώ μισή
Σ΄ ενα χρησμό χωρίς δαφνόφυλλα
Γραμμένο σ΄ έναν τοίχο
Με σπρέυ, φυλακή, χρωματιστή

Απέριτη, λιτή και σκοτεινή μέσα στο φώς σου
Θαρρείς φεγγάρι η λάμψη των ματιών σου
Με ταξιδεύει Αφροδίτη κι Αθηνά
Παντοτινά

Ταγμένη σε μια πόλη που ποτέ δε θα γνωρίσεις
Ως σου ΄πρεπε γλυκιά κυρά μου να φιλήσεις
Ψηλά σε πολεμίστρες το σταυρό
Που θα φορώ

Πριγκίπισσα ματώνεις
Σε λάθος εποχή
Ζωή θα ζείς εδώ μισή
Σε προφητεία φιλί που ανασταίνει 
Γραμμένη σ΄ έναν κέδρο
Μ΄ έναν σουγιά, σε ξύλινο κορμί


21
Έπιασα Γιαλάν Μπουγάζι
Μ΄ έχει φάει το μαράζι
Κι ήρθα να σε βρώ
Κι ας είχε καιρό

Καρυδότσουφλο η βάρκα
Έχει χώρο για τα μάτια
Μόνο π΄ αγαπώ
Και κουπί μισό

Αχ το κύμα πως με πάει, σ΄ ένα βράχο με χτυπάει
Σανιδάκια, μου σπασμένα, πως μου φεύγετε καημένα
Και μ΄ αφήνετε μονάχο, αχ και πιάνομαι απ΄ τον βράχο

Και ο βράχος με σηκώνει
Στο κορμάκι του μ΄ απλώνει
Κι όλο μου μιλάει
Όλο μου γελάει

Τυχερέ μου κάπετανιο
Κάτσε στο κορμί μου πάνω
Πές μου κι ένα λόγο
Και μην έχεις φόβο

Κίνησα Νεράιδα να βρω, μου ΄πε θα με περιμένει
Μες στο πέτρινο το δάσος, άνθος της καρδιάς μου άνθος
Μα με βρήκε καταιγίδα, αχ και δεν την είδα

Άτυχε μου κάπετανιο
Μια νεράιδα στο μουράγιο
Είδα να στενάζει
Να μην ησυχάζει

Και στη θάλασσα να μπαίνει
Αχ και να μην ξαναβγαίνει
Λέει και μαύρο δάκρυ βγάζει
Βράχος στο Γιαλάν Μπουγάζι



''Γιαλάν Μπουγάζι (ψεύτικο λιμάνι) Μικρός κόλπος στο Δυτικό τμήμα της Λέσβου, κοντά στο Σίγρι και τα δύο νησάκια που έχουν απολιθωμένα δέντρα''

22
Τα χέρια σου ψαλίδια, μου κόβουν τα φτερά
Κι ύστερα με χαιδεύουνε, χαράζουν τρυφερά
Το όνομά σου, στο ερείπιο, κορμί μου
Αργά το κομματιάζουνε, να βρούνε την ψυχή μου

Μα εγώ την έχω κρύψει, σ΄ ένα σάλπισμα
Ενός αλήτη φουκαρά, μικρού ανέμου
Στης νιότης μου, τον βρήκα πρώτο άνθισμα
Θύμα σαν έπεσε παλιού, ιερού πολέμου
Μην πείς το όνομά σου σε κανέναν
Ζητιάνευες και σου ΄δωσα μια ψυχή, σκεπάσου
Να την φοράς όταν φυσάς, τα βράδυα τρελλαμένα
Έρχεται πόλεμος ξανά, το ξέρω, ετοιμάσου

Υπνωτισμένος δαίμονας, ο έρωτας που φέρνεις
Μιλάει ακατάληπτα, μα τίποτα δε λέει
Σ΄ ένα και μόνο βήμα σου με σέρνεις
Και μαγεμένος δε ρωτώ, που χάνομαι τι φταίει

Διαβάζεις πάλι ποιήματα, που έγραφα παιδί
Η μοναξιά κατάματα, κάποτε με κοιτούσε
Ψάχνεις το ξέρω, αν μου ΄μεινε ψυχή
Σε γράμματα που μου ΄στειλε, κάποια που μ΄ αγαπούσε

Μα εγώ την έχω κρύψει, σ΄ ένα σάλπισμα
Ενός αλήτη φουκαρά, μικρού ανέμου
Στης νιότης μου, τον βρήκα πρώτο άνθισμα
Θύμα σαν έπεσε παλιού, ιερού πολέμου
Μην πείς το όνομά σου σε κανέναν
Ζητιάνευες και σου ΄δωσα μια ψυχή, σκεπάσου
Να την φοράς όταν φυσάς, τα βράδυα τρελλαμένα
Έρχεται πόλεμος ξανά, το ξέρω, ετοιμάσου


23
Σ΄ ένα σπιρτόκουτο, χωράν τα σ΄ αγαπώ μου
Κι αυτό με τη σειρά του, μες στο χέρι
Ψάχνει να βρεί, να φυλαχτεί, λημέρι
Μα εγώ τα καίω, σ΄ έναν αναστεναγμό μου

Βγάζουν μια φλόγα, μα και μια μικρή φωνή
Το τελευταίο το στερνό, λένε αντίο
Κι όταν μαζί τ΄ ανάβω, δύο – δύο
Κάρβουνα μάτια με κοιτάζουν, μια στιγμή

Φλόγα, κάρβουνο, στάχτη
Στιγμές, ζωή, προσμονή
Κλωστές, στροφές, αδράχτι
Ξύλο, ερημιά, φυγή


Σ΄ ένα αδράχτι, παίρνουν οι έρωτες στροφές
Πάνω στο πόδι, κάποιας σύμπτωσης γυρνάνε
Κι ώσπου να γίνουνε λεπτές κλωστές, γερνάνε
Με παραμύθια και με ρήσεις λαϊκές

Με πλατανόξυλο έχω φτιάξει μια ανέμη
Τις ιστορίες τις παλιές μου, της χαρίζω
Σ΄ ένα κουβάρι τα όνειρά μου στροβιλίζω
Και στο φευγιό μου, μόνο νύχτα και ανέμοι

Φλόγα, κάρβουνο, στάχτη
Στιγμές, ζωή, προσμονή
Κλωστές, στροφές, αδράχτι
Ξύλο, ερημιά, φυγή



24
Στη σάπια βάρκα σου
Με χρώμα κόκκινο ζωγράφισες μια λέξη
Ελπίδα, τα γινάτια σου
Μα σάπια η βάρκα σου, πόσο ν΄ αντέξει

Φακός στο χέρι σου
Ανάβει κάθε νύχτα, τον βυθό φωτίζει
Λένε στα μέρη σου
Μες στο σκοτάδι, κράτα κάτι να γυαλίζει

Βγαίνεις πυροφάνι
Καρδιές ψαρεύεις
Τ΄ ανθρώπινο χαρμάνι
Γελάς μα το ζηλεύεις

Στη μαύρη σπηλιά σου
Με ξύλα βρεγμένα, θές φωτιά ν΄ ανάψεις
Βρεγμένη η αγκαλιά σου
Πνιγμένη η καρδιά σου, τι μπορείς να κάψεις

Σανίδα θα σπάσεις
Κόκκινα γράμματα ν΄ αρπάξουνε φωτιά
Ελπίδα να κεράσεις
Τους μαύρους τοίχους, που κερνάνε μοναξιά

Βγήκαν πυροφάνι
Σκιές φωτιές
Τ΄ ανθρώπινο χαρμάνι
Καίει μοναξιές


25
Ονειρευόσουν θάλασσες στην Punta Cana
Σου είχε πάρει το μυαλό ένα καλοκαίρι
Μια μελαμψή, Bruja σωστή, Δομηνικάνα
Που ΄χες γνωρίσει, τιμονιέρης, στο ίδιο φέρρυ

Στον Παντοκράτορα, χάιδευες τα μαλλιά της
Φίλαγες χείλια που μυρίζαν φρέσκο Μάνγκο
Χρόνια περάσαν, μα σε στοιχειώνει η ομορφιά της
Και τη θυμάσαι, στης Μαργαρώνας το απάγγιο

Μετράς τουρίστες, βράδυ – πρωί σε μια γραμμή,
Πρέβεζα – Άκτιο, καπετάνιος σ΄ ένα φέρρυ
Άτυχος πλοίαρχος, που θάλασσα δεν ξέρει
Μόνο μαντεύει, του θυμού της την ορμή


Σε Ναυτική σχολή, παιδί απο επαρχία
Για νοητά λιμάνια, πάντα έβαζες μπάρκα
Από το Cabo Rojo, Villagarcia
Κι από το Guayaquil στη Santa Marta

Η μόνη αλμύρα που σε τρώει, δύο δάκρυα
Μα δεν μπορείς, ούτε κι αυτά να τα καργάρεις
Με δίχως άλμπουρα, το πλοίο, και κατάρτια
Κι εσύ σαν άλλος του Αχέροντα βαρκάρης

Μετράς τουρίστες, βράδυ – πρωί σε μια γραμμή,
Πρέβεζα – Άκτιο, καπετάνιος σ΄ ένα φέρρυ
Άτυχος πλοίαρχος, που θάλασσα δεν ξέρει
Μόνο μαντεύει, του θυμού της την ορμή



Σελίδες: [1] 2