Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Θέματα - ivikos

Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 24
1
Τάξε μου κόρη ....τάξε μου
και στο χειλάκι στάξε μου
φιλάκι Αγγελίσο
σαν βάλσαμο....να ζήσω.
Δώσε μου κόρη....δώσε μου
και στο κρεβάτι στρώσε μου
στης νύχτας το καντόνι
του έρωτα σεντόνι.
Κύλα με κόρη ....κύλαμε
στο πλάϊ σου και φίλαμε
πριν την αγχόνη στήσω.....
Κι εγώ θα σε αναστήσω!!!!!
20/8/2018

2
Σε μια πέτρινη σκάλα
 το φιλί σου δασκάλα
 με αγώνα πολύ σου ‘χα πάρει
 μα στου ήλιου το δίσκο
 σε ζητώ δεν σε βρίσκω
 ποια καρδιά άλλη σ’ έχει τρατάρει.
Στην στροφή της αλάνας
 μπρος στο σπίτι της μάνας
 σ’αγαπώ σου φωνάζω δασκάλα
 κι η καρδιά μου στην θέση
 ήρθε , που είπες σου αρέσει,
μα από τότε δεν σε είδα μιά στάλα.

Γράμματα ξέρεις σε όποια μέρη και να πας
 όμως τα έφερε ο καιρός και φανερώθεις,
κυρά δασκάλα δεν θα μάθεις ν’ αγαπάς
 ούτε το τρέμουλο του έρωτα θα νοιώθεις

 Πριν ναρθεί το ναυάγιο
 στης καρδιάς το μουράγιο
 μια δασκάλα κουνούσε μαντήλι
 κι είπε Θε’ μου πως θέλει
 να κεράσουνε μέλι
 και ρακί, τα γλυκά της τα χείλη.
Το ‘χα πει ο καημένος
 πως αντί να ‘χω μένος
 σε ατοπήματα θα ‘χεις και σκόντο,
μα στην πρώτη ευκαιρία
 το ξεχνάς το κυρία
 και πετάς μιαν αγάπη στον βρόντο

 Γράμματα ξέρεις σε όποια μέρη και να πας
 όμως τα έφερε ο καιρός και φανερώθεις
 κυρά δασκάλα δεν θα μάθεις ν’ αγαπάς
 ούτε το τρέμουλο του έρωτα θα νοιώθεις

3
Λίκνισα πέτρινα γιατί στις αγορές σου
 μήπως στο κάνιστρο με βάλεις μιας ματιάς
 μα εσύ μου αράδιαζες τις τόσες συμφορές σου
 κι άστραφτε θάνατος στις λάμψεις της φωτιάς

 Έμπηξα χάλκινα καρφιά σε αθώο χώμα
 για ν’ αναβλύσει το νερό της λησμονιάς
 και πριν σου κλέψω εραστής νυχτιά το σώμα
 σου είπα θα γίνεις ο ληστής μου κι ο φονιάς

 Ρούφαγα ανέσπερο το φως στης γης το κάστρο
 να γίνω νύχτα Άγγελός σου και ληστής
 μα όταν σου είπα τ’ ουρανού μου γίνε το άστρο
 μου 'πες σε σύννεφα δεν ψάχνει ο εραστής

 Στην ανημπόρια μου μου λένε: «ψάξε κάποιους»
κι όταν ανίχνευσα ποτάμια στις πηγές,
τους ανιστόρητους αιώνες βρήκα σάπιους
 και την αγάπη, μια απ’ τις πιο βαθιές πληγές

4
Νωρίς μ’ ετοίμαζε
 να βγω στης λίμνης την αλάνα, που την λήστεψα
 Βραδιές με ατίμαζε
 φεγγάρι που είπε Σ’ αγαπώ, κι εγώ το πίστεψα
 Και στα χαλάσματα
 μοναχικός, φτωχός, μπεκρής, της νύχτας μίασμα
 Της πίκρας τ’ άσματα
 τις νότες κάνανε να μοιάζουνε με αγίασμα

 Βραδιές με γέμισε
 δάκρυ και πίκρα, και ας είπε είναι ιππότης μου
 Αφού με γκρέμισε
 από το βάθρο της αγάπης και της νειότης μου
 Όμως δεν τέλειωσε
 κι όπως μου είπε: ¨τις νυχτιές άντε και λήστευτες»
Ήρθε και μ’ έλιωσε
 με δύο λέξεις μοχθηρές κακές, κι απίστευτες

 Τώρα σε ανήφορο
 μπαίνω μονάχη, εκλιπαρώ, ψευτιές να λύσουμε
 Με δέντρο δίφορο
 αγώνα κάνω κάθε δίψα μας να σβήσουμε
 Κι απ’ το κιτάπι μας
 ένα εδάφιο να βρω , με φως που έλαμψε
 Μα απ’ την αγάπη μας
 δεν βρίσκω κάτι πουθενά. Κανείς δεν έγραψε;

5
Τα χαμίνια του χτες
 οι μαλ**ες του τώρα
 με κλεψιές κι αρπαχτές
πάλι πήρανε φόρα

σε αγοράζουν φυλές
 σε παζάρια πουλιέσαι
 έχεις χρόνια που λες
«Άστα κει δεν βαριέσαι»

Οι φωνές καθ’ οδό:
«Δεν μπορώ ρε πατέρα»
οι πουτάνες εδώ
 νταβατζήδες πιο πέρα

Τα χαμίνια του χτες
 είναι πια βασιλιάδες
 με ρωγμές ανοιχτές
 σε μικρούς και ραγιάδες

κι η σαπίλα παντού
 η τσα-τσα πριγκηπέσα
 ποιος θα κάνει το ντου
 να τους κλείσουνε μέσα

κι όλη η χώρα τεκές
 μία βίζιτα η δόση
 Αχ! πατρίδα με καις
 ποιος Θεός θα σε σώσει;

6
Με μπλε σακάκι
 ήρθες και ήσουνα μη βρέξει και μη στάξει
 το Κοτσιράκι
 με «εφτά ποτήρια» τη νυχτιά θα μας την φτιάξει
 κι εμείς μονάχοι
 σαν τους Θεούς σε κάποιου Όλυμπου τη ράχη
 με αρχαίο ζάρι
 θα σε ζητάμε σ’ αγορές και στο παζάρι

 Με μπλε κουκούλες
 στέλνουμε κάποιους στου αποσπάσματος το δίχτυ
 με αρχαίες δούλες
 θα οργιάσουμε με μέθη και ξενύχτι
 κι αν πεις Αντίο
 θ’ αναζητήσουμε την τύχη σε μαντείο
 γι’ αγάπη Θεία
 θα στηριχτούμε στα φιλιά και στην Πυθία

 Με μπλε φουστάνι
 βγήκες ντυμένη στις γιορτές και στις παράτες
 στης γης τη στάνη
 κάνουνε πάταγο η TV κι οι στρατοκράτες
 κι όταν σου λένε:
«Γέμισε μ ‘ αίμα των παιδιών, η γη» και κλαίνε
 δεν δίνεις λύση
 και λες : «Θαρθεί κάποιος Προφήτης να μιλήσει»

7
Κι εφτά ζωές δεν θα με φτάναν να σου πω
 τόσα παράπονα από σένα χρόνια που έχω
 ούτε να τέλειωνα τη λέξη «Σ’αγαπώ»,
στο άλλο –α- θα μου ‘χες πει: «Δεν την αντέχω»

Θα με είχες βγάλει σε καημού νεροσυρμές
 με τ’ όνειρο να αιμορραγεί στα δυό κομμένο
 με παγωμένο της καρδιάς το εκκρεμές
 να μην κουνιέται, στο μηδέν σταματημένο

 Κι εφτά ζωές, θα ‘τανε λίγος ο καιρός
 να ψιθυρίσω πως : «Για μένα είσαι λατρεία»
σου είπα μόνο πριν τελειώσει ο χορός:
«Χωρίς Ελένη είναι άχρηστη η Τροία»

Θα με σημάδευες ξανά με άστρο φτηνό
 σε μακρινή για να με πας αβύσσου χώρα
 στην ερημιά μου, όταν θα ‘λεγα: «πονώ»,
κι άλλη ερημιά , θα μου κατέβαζες σαν μπόρα.

8
Καυσόξυλο, σε βάλαν στη σειρά,
η νύφη, η κουμπάρα, η πεθερά,
αυτές που στα υφάδια σου δεν μπήκαν
 πριόνισμα σου ρίξανε γερό
 το είχες αισθανθεί από καιρό
 στους ύπουλους εχθρούς σου πάντα ανήκαν

 Δεν πέρασαν ποτέ τους σαϊτιά
 δεν γέμισαν νερό με τον νοτιά
 δεν ύφαναν εκεί ποτέ σεντόνια,
Οι άντρες οι μαλ**ες στη δουλειά,
αυτές κουτσομπολιό κι ανεμελιά,
και ψάχνανε αγάπες σε καντόνια

 Σαπίζει το στημόνι αργά-αργά
 δεν μοιάζει όμως αυτό να τις λυγά
 τις νοιάζει μόνο για τον κατιφέ τους
 Το χτένι λαμπαδιάζει στην πυρά
 κι η νύφη, η κουμπάρα, η πεθερά,
στα κάρβουνά σου ψήνουν τον καφέ τους.

Κοιτάζουνε πως φέγγουν στη φωτιά
 στημόνι, και αντί, και σαϊτιά
 πως λαμπιρίζουν φίλε μου παλιέ μου,
και νοιώθουνε μια άγρια χαρά
 η νύφη η κουμπάρα η πεθερά,
που ο εχθρός «πνέει τα λοίσθια» αργαλειέ μου

9
Νυχτωμένα σκυλιά στις γωνίες
 το πρεζόνι την βγάζει τη νύχτα,
αν θα ζήσεις με τρων’ αγωνίες
 δίπλα η πόρνη που δέρναν κι αλύχτα.

Σε πουλήσαν για ένα ρολόϊ
 της νυχτιάς τα ελεινά τ’ αποφόρια,
ποιας που**νας στυγνό σκυλολόϊ
 διαφεντεύει κορίτσια κι αγόρια

 Με τ’ ασπόνδυλα, φρούδες ελπίδες
 μας γεμίζουν βαλτοί με αφθονία,
σε ληστείες ονείρων με είδες
 να εκτελώ τον φρουρό στη γωνία.

Νυχτωμένα σκυλιά δίχως χρώμα
 σ’ ένα μπάτσο πετούν τη ροχάλα,
ποιοι Αγγέλοι ναρθούνε στο χώμα
 ποιοι Θεοί, π**αριές, κι όλα τ’ άλλα

10
Στην ηδονή τα γόνατά τους λύθηκαν
 γκαστρώθηκαν με μήνες οι βδομάδες
 οι έρωτες στη φύση ξαμολύθηκαν
 ας δούμε και τις νέες τις μαμάδες

 Ατίθασοι βοριάδες , όμως γόητες
 που φύσηξαν και κύματα ζαλίζαν,
τις νύχτες τις στριμώξαν, τις ανόητες,
και έρωτα με πάθος τις χαρίζαν

 Κι η Άνοιξη που το ‘παιζε πιο ήσυχη
 στον έρωτα την έβαλε ο κανόνας
 φαινόταν τρελαμένη και ανήσυχη
 που e-mail δεν της έστειλε ο χειμώνας

 Της ηδονής την τρέλα τη γνωρίσανε
 τους έγνεφε γλυκά: «κοντά μου έλα»
την είδανε την νοιώσανε τη ζήσανε
 υπέροχη απίθανη και τρέλα

 Ακόμα και η μπόρα που τ’ απάτητα
 λημέρια ανιχνεύει και πλανιέται,
κυλιέται μ’ ένα σύννεφο ασταμάτητα
 γυμνή σαν το τσουλί κι ευχαριστιέται

11
Είχα βρεθεί
 με τα μελένια σου τα χείλη συντροφιά
 κι είχε χαθεί
 μες στα ουράνια η βαριά η συννεφιά
 Ακούω λαλιά:
«Με ουράνιο τόξο μοιάζει του έρωτα η γραμμή»,
με δυό φιλιά
 κεντώ καρδιά μου το γυμνό σου το κορμί.

Μια προξενήτρα είχα δει να σε κυκλώνει
 να σε οδηγεί ως το κελί του Βαραββά,
στη μέρα λίγο να σε βγάζει η Περσεφόνη
 μα στα σκοτάδια πιο πολύ να σε τραβά.

Μου ‘χανε πει
 πως στις ακτές δεν ξανανάβει φάρος πια
 κι είχα κοπεί
 που σ’ άγρια νύχτα θα παλεύω με κουπιά.
Καθώς ρουφά
 τη μέρα η νύχτα, και με κάνει να ριγώ,
μου λες κρυφά:
«Μη κάνεις πίσω. Θα ‘μαι τ’ άστρο σου εγώ»

Μια προξενήτρα είχα δει να σε κυκλώνει
 να σε οδηγεί ως το κελί του Βαραββά,
στη μέρα λίγο να σε βγάζει η Περσεφόνη
 μα στα σκοτάδια πιο πολύ να σε τραβά.

Τι θες να πω
 που οι αμφιβολίες το μυαλό μου διαπερνούν
 Αχ! σ’ αγαπώ
 κι όσοι κοντά σου πλησιάζουν με πονούν.
Βγες σ’ αλυκές,
κάνε τη μέρα μου να μοιάζει Κυριακή
 και μη με καις
 με πέρα-δώθε, μια εδώ, και μια εκεί

 Μια προξενήτρα είχα δει να σε κυκλώνει
 να σε οδηγεί ως το κελί του Βαραββά,
στη μέρα λίγο να σε βγάζει η Περσεφόνη
 μα στα σκοτάδια πιο πολύ να σε τραβά

26.04.08

12
Κόντευαν μεσάνυχτα...έπαιζε το ντέφι
 έφερνα στην μνήμη μου τον παλιό δεσμό
 σιγανοψιχάλιζαν του καημού τα νέφη
 κι όλοι περιμένανε τον κατακλυσμό

 Στο κακό ξημέρωμα πως να πάει ο νους σου
 τώρα που ξανάνοιξε πάλι η πληγή
 στέναζε η ομήγυρη απ' τους κεραυνους σου
 μα εσένα σ' ένοιαζε μόνο η φυγή

 Κόντευαν μεσάνυχτα οι καημοί πεσκέσι
 άγρια με χτύπησε δόρυ ερημιάς
 μου είπανε δυό φίλοι μου: Με άλλον έχει σχέση..... ¨
και τα πάντα γύρω μου γκρέμισαν με μιας!!!!!

26/6/2018


13
Στο αντίπαλο στρατόπεδο γυρίζεις
 πως βρέθηκες, τι είπες δεν μου λες
 τα μυστικά μου όπλα τα γνωρίζεις
 τα δίνεις στον εχθρό, κι ύστερα κλαις

 Κι ενώ είχα τον στρατό μου παρατάξει
 με όπλα της αγάπης τα φιλιά
 κινδύνεψα ο εχθρός να με πετάξει
 στης λησμονιάς τη μαύρη ακρογιαλιά

 Σαν είπα ανασυγκρότηση θα κάνω
 θα βγω στην αντεπίθεση γοργά
 μαζί σου τον εχθρό μου να ξεκάνω
 μου είπες πως δεν θες γιατί είναι αργά

 Το αίνιγμα μια μάγισσα μου λύνει
 Καθώς μου λέει, φεύγοντας μαζί:
« Της πίκρας η Κερκόπορτα δεν κλείνει
 κι ο Εφιάλτης πάντοτε θα ζει»

14
Των αλλοφύλων τα πουγκιά με δάδες σημαδεύεις
 και τα φιλιά των κοριτσιών δείχνεις ζωγραφιστά,
στα σανατόρια της γης σε αρνήσεις με ξοδεύεις
 κι ας έχω τους ανέμους σου δίπλα κι αντικριστά

 Το βλέμμα το αλαβάστρινο ποτέ μη χαραμίσεις
 μοιάζει με κρυφταγκάλιασμα μιας βεργολυγερής,
τα βλέμματα που δείχνανε τις σκοτεινιές της δύσης
 οι αλλόφυλοι τ’ αράδιαζαν, να φέγγουνε νωρίς.

Αν δεις όμως ν’ ανοίγομαι στου πέλαγου τα βάθη
 τα χρόνια να τραβολογώ, με δανεικές βραδιές
 με το φτερό του πελαργού, μ’ ενός καημού τ’ αγκάθι
 γράψε τη λέξη σ’ αγαπώ, και κέντρισε καρδιές.

Μα αν δεις να σβήνουν στο νοτιά αγάπης αμανέδες
 στων αλλοφύλων τις αυλές, μπες και για λάθη πες.
Μη περιμένεις μάτια μου να μ’ εύρεις στους μπαξέδες
 θα ‘μαι σε κόσμους λησμονιάς, με πίκρας εγκοπές

15
Μου έκλεινες την έξοδο
 μου ‘δινες τους ανθούς σου,
μα έψαχνα διέξοδο
 απ’ τους λαβύρινθους σου.

Η έξοδος πω να βρεθεί
 μ’ ένα σβηστό φεγγάρι
 η Αριάδνη έχει χαθεί
 κι εγώ χωρίς κουβάρι

 Κι εσύ σαν άλλος Μίνωας
 μέσα στ’ ανάκτορό σου
 μου ‘λεγες, είμαι ο ήρωας
 για τον Μινώταυρό σου.

Μ’ ανέβασες ως την Κνωσό
 με πήρες αγκαλιά σου,
μα με το γέλιο σου μισό
 και με άδεια τη καρδιά σου.

Θα φύγω στην Ανατολή
 θα μείνεις με το τέρας,
γιατί είναι ψέμα το φιλί
 κι η αγάπη σου αγέρας

16
Σε χάνω , και σε ξαναβρίσκω
 μεθώ με των χειλιών το χνούδι
 έγραψα τη ζωή μου δίσκο
 κι είσαι το …δεύτερο τραγούδι

 Που λέει πως φυσούν ανέμοι
 φέρνοντας στις καρδιές μας ρίγη
 κι η αγάπη μοιάζει με ανέμη
 που πίκρες …και χαρές τυλίγει

 Λεν: στης αγάπης τη φατρία
 σ’ ενός Ομήρου το τροπάρι:
«Η Ελένη, πρέπει να ‘χει Τροία
 κι η Τροία, Έκτορα…. και Πάρη….»

Γι’ αυτό, κι ευχές κάνω στον Δία
 που μου κρατά την αστραπή μου:
«Σ’ αυτού του κόσμου τη σχεδία
 να ’σαι καρίνα… και κουπί μου…»

Σε χάνω, και σε ξαναβρίσκω
 στο πόκερ σου δεν πάω πάσο
 γι αυτό και παίρνω πάλι ρίσκο:
θα σε ποντάρω…. κι ας σε χάσω!!!!!!!

17
Μη μπεις ποτέ σε θάλασσα που ‘ναι φουρτουνιασμένη
θέλει αρμόδετο σκαρί  θέλει γερή καρίνα
και μη πετάς σε ουρανούς που είναι συννεφιασμένοι
θα μουσκευτείς και παρωστιά δεν έχει η μαρίνα

Μη μπεις ποτέ σε πόλεμο που σφάζονται αδέρφια
οι κάμες είναι αιχμηρές και κόβουν σαν ξυράφι
κι όταν ακούσεις να χτυπούν του πόλεμου τα ντέφια
τρέξε σε απάνεμη στεριά σαν το γοργό το ελάφι

Μη μπεις σε αυλή που βγαίνουνε ολημερίς μαχαίρια
βάδισε προς τη θάλασσα που την φυσά το αγέρι
ας τους Χειμώνες στους κακούς, ψάξε τα Καλοκαίρια
και στήσε της αγάπης σου το φοβερό λημέρι!!!!

                  23/04/2018

18
Αυτούς τους πέτρινους καιρούς
 που κυβερνούν οι ίσκιοι
 και τους χαμένους θησαυρούς
 κανένας δεν τους βρίσκει

 Ψάχνει ο πατέρας για δουλειά
 να ζήσει το Φροσάκι
 να ‘χει φαϊ η φαμιλιά
 κι αυτός λίγο κρασάκι

 Μα μοιάζουν να ‘ναι οι καιροί
 σαν ώρες του πολέμου
 σαν το τρεμάμενο κερί
 στο φύσημα του ανέμου

 Αυτούς τους πέτρινους καιρούς
 που τρέμω μη σε χάσω
 θα ψάξω νάβρω τους μωρούς
 τους κλέφτες να δικάσω!!!!

22/04/2018


19
Στου κόσμου ποιος απλώθηκε τα μήκη και τα πλάτη
 ποιος καθρεφτίστηκε ήρωας στου Νείλου τις αυγές
 και με τη θεϊκή μορφή του Μέγα Στρατηλάτη
 στις όχθες βγήκε του Ινδού, και λούστει στις πηγές.

Ήρεμα ποιος περπάτησε, σε δόξας μονοπάτι
 και έβγαλε αληθινό του μάντη το χρησμό,
με τέχνη, ποιος το δάμασε το ατίθασο το άτι
 και με σπαθί κομμάτιασε τον γόρδιο δεσμό.

Ποιος την διχόνοια του Έλληνα, την έπνιξε σαν φίδι
 κερδίζοντας στα "Ολύμπια" στεφάνι από αγριλιά
 κι οι προαιώνιοι εχθροί, που ήτανε τότε οι Μήδοι
 τον τρέμαν , τον προσκύνησαν, τον είπαν βασιλιά.

Στον δάσκαλο ποιος δώρισε, λόγια ανδρός φρονίμου
 για όση σοφία του έδωσε, κι ανδρεία στην ψυχή
 και είπε: Στον πατέρα μου χρωστάω τη ζωή μου,
μα το "ευ ζειν' στον δάσκαλο, γι αυτή τη διδαχή.

Ποιος Μακεδόνας είναι αυτός, που κίνησε κι ανέβη
 σε όρη αφιλόξενα,μέχρι το Κατμαντού
 κι είχε στο νου ένα όραμα: να διώξει τα ερέβη,
το πνεύμα το Ελληνικό να διαδοθεί παντού

 Μην είναι Θε' μου αερικό, ή μυθικό ιστίο
 που οι νεραϊδες φτιάξανε στα βάθη τ' ουρανού;
Μην είναι μύθος μοναχά, φήμη παλιά, κι αστείο,
που πλάστηκε πανάρχαια στης μάγισσας το νου;

Όχι! είναι ο Μέγα Αλέξανδρος, γιος του Άμμωνα του Δία,
γιος του Φιλίππου, ζωντανός, σε αρχαίους οβολούς
 που σαν θεός, σαν άνεμος, του κόσμου τη σχεδία
 την πήρε και την έβγαλε στης δόξας τους γιαλούς

20


Έλεγες πάντα η ζωή είναι δυνάστης
 και σε αγωνίες χρόνια έχεις ξοδευτεί
 πως μοιάζει ο έρωτάς μας λαθρομετανάστης
 κι απεγνωσμένα ψάχνει στέκι να κρυφτεί

 Έψαχνες δήθεν για ταυτότητα και ρίζες
 ποιος να στο πει που είναι τα κόλπα σου παλιά
 Του σ' αγαπώ τα διαβατήρια κι οι βίζες
 είναι το δάκρυ, το φιλί, κι η αγκαλιά

 Τι να το κάνω που απ' τα ψέμματα εδικάστης
 αφού κοντά σου μου είπε η μοίρα θα κοπώ.
Κι αν ήταν ο έρωτας μας λαθρομετανάστης
 είχε πατρίδα τον λυγμό του σ' αγαπώ

21
Με σπονδή και με θυσία
 με παλμούς πολύ μικρούς
 βγήκα στην Αχερουσία
 μα δεν βρήκα τους νεκρούς

 Με θαυμαστικό...με κόμμα
 και με κόκκινο κρασί
 κωπηλάτησα μα ακόμα
 δεν το βρήκα το νησί

 Έγιναν πέντε-έξι φόνοι
 και μου είπε ο αδερφός
 πως του είπε η Περσεφόνη
 ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΒΓΩ ΣΤΟ ΦΩΣ


 Με σπονδή και με θυσία
 μου είπε άναρχος παπάς
 Θάβρεις την Αθανασία
 άμα μάθεις ν’ αγαπάς!!!!

30/05/2018

22

Ίσως με καταράστηκε της πίκρας η Ερινύα
 και κάθιδρο μες στ’ όνειρο μ’ έκανε ν’ αλυχτώ
 δεν ερμηνεύεται αλλιώς το πάθος κι η μανία
 κι η καταδίκη μου η φριχτή στης γης τον κουρνιαχτό

 Ένας αγέρας μ’ έστειλε στης γης το μεσονήσι
 κει που τα ηνία δεν πετά νύχτα σ’ ανατολή,
τριγύρω σαν παγόβουνα τα πάθη και τα μίση
 συνθλίβανε τον έρωτα, παγώναν το φιλί

 Κι όταν του ήλιου διάβασα την μόνη αναφορά του
 μες στα χαρτιά του Υπέρτατου, να κάνει αποχή
 κατάλαβα πως θ’ απλωθεί το πέπλο του θανάτου
 σαν σάβανο στον έρωτα, σαν νύχτα στην ψυχή.

Ίσως με καταράστηκε της πίκρας η Ερινύα
 κι ούτε ποτέ μου πρόλαβα αγάπη να χαρώ.
Αχ τι να πω που έμενα πάντοτε στην γωνία
 κι οι έρωτές μου γίνονταν στον άνεμο φτερό

23
Μάτια γλυκά μου βρόχινα
 που δάκρυ τα 'χεις βρέξει
 σας έχασα και φτώχυνα
 τούτο ποιος θα τ' αντέξει

 Όμορφα χείλη μου άλικα
 που έχασα το φιλί σας
 οι λύπες μου αμμοχάλικα
 στον κήπο της αυλής σας

 Αχ όνειρά μου μενεξιά
 μαύρης νυχτιάς κοχύλι
 με αυτή τη μαύρη μοναξιά
 πως να γελούν τα χείλη

 Κορμί μου αέρα μου και φως
 παλάτια πως να χτίσω
 πόθος μου έμεινες κρυφός
 και δεν θα σ' αποχτήσω

24
Στο μπαρ την ώρα που βραδιάζει
 θα ‘ρθώ για να σε κάνω χάζι
 λίγο πιο κάτω απ’ την Ομόνοια
 ν’ απλώνεις όνειρα σεντόνια

 Ο αγέρας ξύνει τις μαρκίζες
 κι εσύ για ενός «Θεού» τις ρίζες
 σκύβεις στον μελαμψό πελάτη
 δήθεν του ψιθυρίζεις κάτι

 Κάποιος στη νύχτα κάνει μάγια
 και πίνει μέχρι το πρωϊ
 Άλλος θυμάται τα ναυάγια
 που του ‘χει φέρει η ζωή
 κι αναρωτιέται στα σκοτάδια
 που δραπετεύσαν οι θεοί

 Στο μπαρ τη νύχτα μου θα σβήσω
 και μοναχός θα περπατήσω
 γουλιά-γουλιά μ’ ένα ποτήρι
 ως το μικρό σου το ακρωτήρι

 Ή να μου πεις ξανά το «γεια σου»
και να ντυθείς με το βοριά σου.
Ή στην αυγή να κάνω τάμα
 κι η μέρα να μας βρει αντάμα

 Κάποιος στη νύχτα κάνει μάγια
 και πίνει μέχρι το πρωϊ
 Άλλος θυμάται τα ναυάγια
 που του ‘χει φέρει η ζωή
 κι αναρωτιέται στα σκοτάδια
 που δραπετεύσαν οι θεοί

25
Είχαμε φτιάξει μια καρδιά και ένα βέλος,
και μία νύχτα μες στα χάδια σου είχα πει:
πως μία ΣΦΑΙΡΑ θα κρατήσω για το τέλος
 αν μ’ ένα «γεια σου» η αγάπη μας κοπεί

 Είχαμε ανοίξει του βιβλίου τις σελίδες
 και στης αγάπης, στων φιλιών μας την ρωγμή
 τους ήρωες του που χωρίσανε σαν είδες
 μου λες : Δεν θ’ ΑΝΤΕΧΕΣ για μας τέτοια στιγμή

 Μα όταν καήκαμε κι οι δυό στην πυρκαγιά σου
 τα λόγια κάρβουνο είχαν γίνει στο χαρτί.
Εσύ είχες μάτια μου ΑΝΤΟΧΕΣ γι’ αυτό το γεια σου
 Κι εγώ ΠΙΣΤΟΛΙ που δεν εκπυρσοκροτεί

Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 24