Το Στέκι των Κιθαρωδών

Καλλιτεχνικές μας δημιουργίες => Δικοί μας στίχοι και ποιήματα => Μήνυμα ξεκίνησε από: ivikos στις 25/05/09, 09:14

Τίτλος: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 25/05/09, 09:14
φίλοι μου
Μετά από ένα  τρίχρονο κονταροχτύπημα με το αρχαίο κείμενο της ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
συνεπικουρούμενος από Ομηρικό λεξικό…πλήθος μεταφράσεων με προεξάρχουσες αυτές των : Σίδερη…Εφταλιώτη….Καζαντζάκη-Κακριδή….,
είμαι στην ευχάριστη για μένα θέση, να πω ότι ένα 80 τοις εκατό της μετάφρασης μου(ivikos), έχει τελειώσει…
Καταχωρώ στο KITHARA σε 5 περίπου συνέχειες την Α! ραψωδία..και θα παρακαλούσα όσους θέλουν να σταθούν κριτικά,  αν συναντήσουν πιθανές αβλεψίες …ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη-δεν είμαι φιλόλογος-και θέλουν να βοηθήσουν ας το σχολιάσουν…
Αν κάποιος εκδοτικός οίκος κάποτε ενδιαφερθεί .θα έχουν βάλει κι αυτοί ένα λιθαράκι……
Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων



ΡΑΨΩΔΙΑ Α!

Για τον πολύγνωμο, θεά, τον άντρα πες, που μόλις
της Τροίας πήρε το ιερό το κάστρο, ανεμοδάρθη,
κι ανθρώπων γνώρισε πολλών τη γνώμη ,και τις πόλεις
μα έπαθε πλήθος συμφορές στης θάλασσας τα βάθη,

ζητώντας στην πατρίδα τους άβλαβους να γυρίσει
τους σύντροφους, μα ούτε κι αυτό μπόρεσε, ας είχε πάθος
γιατί είχαν κρίματα πολλά, έχοντας αφανίσει
του Ήλιου του ουρανόδιαβου τα βόδια, που ήταν λάθος,

κι αυτός του γυρισμού σωστά, τους στέρεψε τη μέρα.
Κόρη του Δία πες τα μου στο νου σου όπως τάχεις.             10
Φτάσαν στο σπίτι όσοι τους του Χάρου τη μαχαίρα
απέφυγαν, στα κύμματα και στον αχό της μάχης

και μόνο αυτόν που έψαχνε γυναίκα και πατρίδα
ζητώντας τον για ταίρι της, σε σπήλαιο είχε ρίξει
και τον κρατούσε, η Καλυψώ, θεά καμαροφρύδα ,
ωσότου είπαν οι θεοί, ο πόνος του να λήξει,

και στην Ιθάκη που έφτασε, ο άντρας, μες στην πόλη
τα πάθια του δεν τέλεψαν κι εκράτει ο αγώνας
με τους δικούς του, μα οι θεοί τον λυπηθήκαν όλοι
εκτός ενός, που χόλωσε, κι ήταν ο Ποσειδώνας                      20

Αυτός αρνιέται, ο θεϊκός ’Δυσσέας, να γυρίσει.
Βρισκόταν στους Αιθίοπες, της τρίαινας ο ρέκτης
που χωριστά ζούνε κι αυτοί, είναι οι μισοί στη δύση,
οι άλλοι στην ανατολή, κι ήταν εκεί σαν δέκτης

θυσίας, εκατό βοδιών, φορώντας τον μανδύα
του Σαλευτή, και γλένταγε. Μα των θεών το ασκέρι
στις κάμαρες συνάχτηκε του Ολύμπιου του Δία,
πατέρα ανθρώπων και θεών, κι ακούν να μεταφέρει

σκέψεις που κάνει. Κι αρχινά, ενώ στον νου του πλέει
ο Αίγισθος, που χάθηκε απ’ το σπαθί του Ορέστη                       30
του γιού του Αγαμέμνονα, κι αρχίζει να τους λέει:
«Αχ των ανθρώπων τη γενιά, θεοί ο καθένας, δες τη,

πόσο άδικα μας κρίνουνε για τα δικά τους λάθη,
λέγοντας για ευθύνες μας, στο άστοχό τους βήμα
ενώ είναι αυτοί υπεύθυνοι για τα δικά τους πάθη,
κι όσα τους φέρνει η μοίρα τους. Να! του Αίγισθου το κρίμα

που πήρε του Αγαμέμνονα το ταίρι, και με κάμα
στον γυρισμό τον έσφαξε, εκδίκηση να πάρει
κι ας ήξερε απ’ τον Ερμή, πως θα ’ναι μέγα δράμα,
να μην το κάμει, ειδ’ αλλιώς θα πάρει άγρια βάρη.                      40

Να μην τον κόψει του είπαμε, ο γδικιωμός φυλάει
απ’ του Ορέστη το σπαθί, μεγάλος αν γυρίσει,
το ’πε ο Ερμής, μα ο Αίγισθος, ούτε τον αγροικάει
δεν άκουσε, και έφτασε στου τέλους του την δύση»

Τότε η φωνή της Αθηνάς, μελίρρυτη ακούστει:
«Κύρη μας, πρώτε βασιλιά, γόνε τρανέ του Κρόνου,
εκείνου αυτά του πρέπανε, και τον χαμό του λούστει,
κι όμοια όποιος πράξει, ας χαθεί στο πλήρωμα του χρόνου

εγώ όμως πνίγομαι πολύ, για του Οδυσσέα το δάκρυ
που τυραννιέται μακριά, και ο καημός τον πλήττει                     50
σε μέρος θαλασσόζωστο στου πέλαγου την άκρη
σε νήσο δεντροσκέπαστη, που έχει η θεά το σπίτι,

η κόρη του άτιμου Άτλαντα, που στων βυθών τους δρόμους
κίονες ξέρει, που στα δυό γη κι ουρανό χωρίζουν,
στέκεται ολομόναχος και τους βαστά στους ώμους,
ετούτου η κόρη τον κρατά με λόγια που ζαλίζουν,

με λόγια ακριβοθώρητα θέλει να τον πλανέψει
η ακριβή Ιθάκη του απ’ το μυαλό να σβήσει
μα εκείνος λέει απ’ το νησί ,φουγάρο ν’ αγναντέψει
την πάτρια κάπνα του να δει, κι ύστερα ας ξεψυχήσει.               60

Πως η καρδιά σου Ολύμπιε αυτό το αντέχει ακόμα;
μη, λίγα σφάγια σε βωμούς, στο Αργείτικο καράβι
ο Οδυσσέας έκανε στης Τροίας το άγιο χώμα;
Δία μου τι σε πλάνεψε κι η πίκρα σου ανάβει;»

Κι Δίας αποκρίθηκε ο νεφελοσυλλέχτης:
«Κόρη μου απ’ το στόμα σου χολή έβγαλες τόση,
πως τον θεϊκό, τον ξέχασα, Οδυσσέα, και το δέχτης,
τι ο πρώτος είναι σε μυαλό σε ανδρεία και σε γνώση

και έχει τους Ολύμπιους, θυσίες πλημμυρίσει.
Ο κοσμοβρόντης μοναχά, τυφλό έχει ένα μένος                     70
γι αυτόνε, που του Κύκλωπα το μάτι έχει χύσει
του γιού του του Πολύφημου, πρώτον σ’αυτό το γένος.

Η Θόωσα τον γέννησε, νεραϊδα,θυγατέρα
του Φόρκυνα που ’ναι άξιος άρχοντας πελαγίσος,
και σε σπηλιά την έσμιξε ο Ποσειδών μια μέρα,
ε! από τότε ο τρανταχτής τον κυνηγά με μίσος

μακρά τον Οδυσσέα τραβά χωρίς να τον σκοτώνει.
Αλλά οι θεοί όλοι μαζί ας βρούμε κάποια λύση,
ο Ποσειδώνας κάποτε θα πάψει να θυμώνει
πώς να τα βάλει με όλους μας και πώς να μας νικήσει              80

κι ούτε θα θέλει απέναντι όλους μας να μας έχει.
Τότε η Παλλάδα η λιόλουστη με λόγια αλλάζει ρότα:
«Πατέρα επουράνιε του Κρόνου γιε ’τσι αν έχει
και στους νηφάλιους θεούς αυτό αρέσει πρώτα,

ο πολυγνώστης Οδυσσεύς σπίτι του να γυρίσει,
τον φτεροπόδαρο Ερμή ας στείλουμε, που ξέρει
της Ωγυγίας το νησί, πετώντας να μιλήσει,
την γνώμη μας στην όμορφη νύφη να μεταφέρει:

Πως ο Οδυσσέας με βουλή θεών, θα επιστρέψει.
Φεύγω ,για του Τηλέμαχου την πόλη, στην Ιθάκη,                 90
να τον γκαρδιώσω ,να του πω το βλέμμα του να στρέψει
στους ξακουστούς τους Αχαιούς, να μαζευτούνε όλοι

μην οι μνηστήρες και χαθούν, πριν υψωθεί κατάρτι,
που βόδια αρνιά τρανόθρεφτα του έχουν αφανίσει,
στης Πύλου νά ’βγει τ ’ανοιχτά κι αργότερα στην Σπάρτη
και για τον δόλιο γυρισμό του κύρη να ρωτήσει

το όνομά του αθάνατο στον κόσμο πια να μείνει».
Αυτά είπε και τα σάνδαλα θα σκύψει για να δέσει
που χρυσοποίκιλτα την παν, στων άνεμων τη δίνη,
στις άκριες κάθε στεριάς σε όποιου πελάγου θέση,                100

και το κοντάρι άρπαξε, που σε πολέμων βρόγχους
με την αιχμή τη χάλκινη , βαρύ άμα το σείρει
σπέρνει μεγάλο πανικό στους άντρες, και στους λόχους,
η κόρη -με όσους μάχεται- του αήττητου του κύρη.              104

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: Ιππέας στις 25/05/09, 10:33
   Συγχαρητήρια για την αξιέπαινη προσπάθεια και για το χρόνο που αφιέρωσες. Την κριτική την αφήνω στους γνώστες του είδους.
   Στο κείμενο νομίζω ότι: τα ρήματα ακούστει - λούστει πρέπει να γραφούν α(η)κούσθη και ελούσθη ,όπως πιο πάνω γράφεις το ανεμοδάρθη- δέχτης (εδέχτ(θ)ης ;)
                                 : άμα σείρει, μήπως λείπει το ρ και το ορθό είναι άρμα σύρει (σέρνω-έσυρα)
                                 :πελαγίσιος ,ακούγεται και προφέρεται καλύτερα
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: ivikos στις 25/05/09, 10:49
φίλε ipeas
κατ΄αρχήν να σε ευχαριστήσω για την επίσκεψη , καθώς και για το σχόλιό σου...
τις επισημάνσεις όλων θα τις κρατήσω...
οι δικές σου επισημάνσεις είναι σωστές ...μόνο το άμα είναι πράγματι: άμα, και όχι άρμα...δηλαδή:
....βαρύ άμα το σύρει.....
η τελευταία επισήμανσή σου σωστή αλλα εις γνώση μου έμεινε :πελαγίσος, χάριν ρίμας...
Όπως και να έχει φίλε μου σου οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ...και στις επόμενες καταχωρήσεις
θα ήθελα την συμβολή σου...
Να είσαι πάντα καλά.....
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: KgSoloman5000 στις 25/05/09, 12:22
και τα δικά μου συγχαρητήρια για αυτήν την τρομερή προσπάθεια. Αλήθεια σκοπεύεις να μεταφράσεις 11.000 στίχους ;Σου εύχομαι κάθε επιτυχία πραγματικά.

Η δική μου παρατήρηση έγκειται στη χρήση του επιθέτου "πολύγνωμος" αντί του "πολύτροπος" ή στα νεότερα "πολυμήχανος". Το χαρακτηριστικό του Οδυσσέα είναι η πονηριά του και η δυνατότητα να βρίσκει έξυπνους τρόπους διαφυγής όταν χρειάζεται. Νομίζω το "πολύτροπος" θα ήταν η καλύτερη επιλογή.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: ivikos στις 25/05/09, 12:41
Φίλε μου  KgSoloman5000
σ'ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη και το σχόλιο...Για την ιστορία σου αναφέρω ότι
οι στίχοι της Οδύσσειας είναι 12500 περίπου, εκ των οποίων το 80 τοις εκατό(10000 σχεδόν) είναι ήδη μεταφρασμένοι...
Το πολύτροπος, και πολυμήχανος..πολύ σωστά είναι κατ' εξοχήν τα επίθετα που θα ταίριαζαν καλύτερα
Αμφιταλαντεύτηκα στο να χρησιμοποιήσω ένα από τα δύο, αλλά τελικά υπερίσχυσε η άποψη μου, να διαφοροποιηθώ κάπως από πολλούς  μεταφραστές βάζοντας την λέξη ...πολύγνωμος ,θεωρώντας ότι δεν αντιφάσκει εντελώς με το αρχαίο κείμενο,και είναι αρκετά κοντά στο πολυμήχανος...πολύτροπος
Φυσικά και έχω βάλει κάποια υποκειμενικά κριτήρια στην μετάφραση από το αρχαίο κείμενο...με μία όμως προυπόθεση:
να μην  εκτραπεί από  την συνολική υφή της Οδύσσειας
Θέλω να πιστεύω πως σε κάποιο βαθμό το πέτυχα...
Αλλά αυτό το κρίνουν οι αναγνώστες!!!!!!
Και πάλι σ' ευχαριστώ
Να τα λέμε!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: Ωρίωνας στις 25/05/09, 19:08
Θα πω μια κακία τώρα (και συνάμα αλήθεια) ίσαμε το μπόι μου!

Βάζουν οι δισκογραφικές την Ελεάνα Βραχάλη (η οποία μπροστά σου κλάνει φασκόμηλα) και τους γράφει τραγούδια γεμάτα λάθη και οξύτονες ρίμες, κι αν ήξεραν έστω και λίγο απο στιχουργική και έγραφες τραγούδια για τους καλλιτέχνες που γράφει η Βραχάλη θα είχαν την υποχρέωση να σου φιλάνε τα χέρια.

ΤΙ ΝΑ ΠΟΎΜΕ ΒΡΕ ΑΔΕΡΦΈ!

Έβαλες ομοιοκαταληξία σε 1000 στίχους του Ομήρου και θέλεις να σε σχολιάσουμε κιόλας?

ΆΞΙΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣΣΣΣΣΣΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: ΧΩΡΙΑΤΗΣ στις 25/05/09, 19:45
Χίλια μπράβο και από μένα, για την καθ' όλα αξιέπαινη και αξιοθαύμαστη προσπάθεια, οπλισμένος με ταλέντο, μεράκι και τεράστια υπομονή, να τολμήσεις να αποδώσεις έμμετρα τόσο πετυχημένα [από όσο διαβάσαμε μέχρι τώρα τουλάχιστον] το ''Ποίημα των Ποιημάτων''
Μακάρι να μπορέσεις να το εκδώσεις
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: ivikos στις 25/05/09, 20:07
Φίλε μου Ωρίωνα
δεν ξέρω την κοπέλα που λες..τώρα θα προσπαθήσω να βρω κάτι δικό της από περιέργεια..
αλλά και πάλι ας μην τους εκτελούμε...αφού υπάρχουν ακροατές;
όσο για τις δισκογραφικές δεν θέλω να μιλήσω γιατί θα πω κακία και δεν θέλω........

Τώρα τον σχολιασμό τον θέλω γιατί διορθώνει κάτι στραβό...
όσο για τον αριθμό είναι 10000 οι στίχοι,(όχι 1000) και  απομένουν άλλες 2500..
αλλά ο Θεός μου έβαλε κι άλλο σαράκι: την Ιλιάδα, που είναι τεράστιος ο όγκος της και νομίζω πιο δύσκολη.
Ως τώρα σχεδόν μισοτελείωσα την Α ραψωδία της
Ελπίζω να  μου δοθεί η δύναμη να την τελειώσω κι αυτή...
και επειδή δεν θέλω να κρύβομαι, αυτά τα δύο έργα αν με το καλό τα τελειώσω θα τα θεωρήσω για μένα ως το
"ΕΡΓΟ  ΖΩΗΣ" μου

Φίλε μου ΧΩΡΙΑΤΗ κι εσένα σ' ευχαριστώ και ελπίζω ότι κάποτε θα τα καταφέρω και στην έκδοση...
φιλαράκια να είστε πάντα καλά!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: Ωρίωνας στις 25/05/09, 20:31
Μπερδεύτηκα με τόσα μηδενικά!
Α! Και που 'σαι δεν εκτελώ κανέναν!
Μπορώ να τεκμηριώσω αυτά που λέω και κάποια στιγμή θα το κάνω με στοιχεία και λεπτομέρειες.

Αν συμπεριφερόμαστε στον μέτριο σαν να είναι άριστος, πες μου ειλικρινά, δεν είναι αυτενεργά κατάφορη αδικία για εκείνον (δλδ εσένα) που είναι πραγματικά άριστος?
Και αυτό το λέω έχοντας διαβάσει όσα έχεις γράψει έως τώρα.
Όταν προβάλεις όλο το έργο της Οδύσσειας θα κάτσω να το μελετήσω προσεκτικά.
Για την Ιλιάδα σου εύχομαι καλή συνέχεια και καλό κουράγιο (και για την Οδύσσεια βέβαια).

Επανέρχομαι με τροποποίηση στο σχόλιο ελπίζοντας να την δούνε τα παιδιά που έχουν τη διαχείριση.

ΤΟ ΘΕΜΑ ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ, ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΟΥ, ΝΑ ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ "ΣΗΜΑΙΑ" ΤΟΥ KITHARA.GR
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: gkou στις 25/05/09, 20:45
Τα σχόλια χάνουν την αξία τους μπροστά σε ένα τέτοιο αριστούργημα...Αν σου πω ότι κατάπια τη γλώσσα μου; ::)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: tinios στις 25/05/09, 20:56
Συμφωνώ με χίλια με τον Ωρίωνα!!
Ρε Θανάση, τι να γράψουμε από δω και πέρα ρε φίλε!!
Ενεός!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: kuiper στις 25/05/09, 21:58
Και τα δικά μου συγχαρητήρια έχεις.
Πολύ δύσκολη δουλειά που χρειάζεται πολύς κόπος, μα και γνώση.
Μπράβο σου. Εμείς θα τα ξαναπούμε.

Με πήγες όμως πολλά ζάλα πίσω, τότε που για μένα ο χρόνος ήταν στάσιμος...
Παίζαμε λοιπόν με λέξεις που έπρεπε να είναι μέσα από μεταφρασμένα κείμενα Οδύσσειας – Ιλιάδας 
Έβρισκα μια δύσκολη λέξει την οποία κρατούσα κρυφά π.χ. Αψηλοβρόντης (Δίας) μου έλεγες εσύ διάφορες λέξεις και εγώ σου έλεγα πόσα γράμματα βρήκες. Στην επόμενη σου λέξη θα έπρεπε να αντικαταστήσεις δυο η τρία γράμματα και έτσι ύστερα από πολύ ώρα τις πιο πολλές φορές θα έβρισκες τη δική μου λέξη.
Ένας τρόπος παιχνιδιού και μάθησης.

Καλό σου βράδυ.   
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: Crool στις 25/05/09, 22:23
Οσο κι αν αναμοχλεύουν αιματολογικά τις...ράτσες οι διάφοροι "αντιπρόσωποι" και εντολοδόχοι του εξουσιασμού προσπαθώντας να...αποδείξουν
τη μη φυλετική συνέχεια των Ελλήνων (λες κι είμαστε μουλάρια και αδιαφορώντας επιδεικτικά σ`αυτη την περίπτωσι για το αν τα "κείμενά" τους
μπορούν να προκαλέσουν ρατσιστικές ενέργειες σε βάρος μιας ομάδας, η σαν να μην ηταν άνθρωπος η γιαγιά μου, αν ήταν Βουλγάρα πχ)
ΕΝΑ πράγμα δεν μπορούν να μας αφαιρέσουν: Να είμαστε Φιλέλληνες! Γι αυτό Δεν μπορούν να κάνουν κάτι!!!
Εκτός ίσως από το να γυρίζουν διάφορες προπαγανδιστικές ταινίες, δυσφημώντας κάθε ελληνικό, και προσπαθώντας να αποτρέψουν
ακόμα και τη φιλελληνικότητα! Μιλάμε για ΤΟ διεστραμμένο ρατσισμό της εξουσίας!!!
  
Αν αφαιρούν το δικαίωμα της καταγωγής δεν έχουν επιχείρημα για να...καταριψουν τη φιλελληνικότητα από κανέναν!
Σήμερα λοιπόν εγώ νιώθω χαρά και τιμή μεγάλη που γνωρίζω το έργο ενός Εργατικού Φιλέλληνα και όχι απλά ενός θαυμαστή των ελληνικών πραγμάτων! Η απόδειξη (προς λύπη του εξουσιασμού!) πως ό,τι πνευματικό γεννήσει ο κάθε λαός δεν παύει να παραμένει ζωντανό στους αιώνες
και να προσελκύει για εξερεύνηση κάθε ζωηρό πνεύμα...

 ivikos, με όλα τα παραπάνω καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό θεωρώ το έργο σου!!! Γι αυτό τα γραψα!
Να σαι καλά Φιλέλλην!

Crool ο...Φιλέλλην...
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.1-104
Αποστολή από: kuiper στις 26/05/09, 21:56

Επανέρχομαι με τροποποίηση στο σχόλιο ελπίζοντας να την δούνε τα παιδιά που έχουν τη διαχείριση.

ΤΟ ΘΕΜΑ ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ, ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΟΥ, ΝΑ ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ "ΣΗΜΑΙΑ" ΤΟΥ KITHARA.GR

Επειδή πραγματικά πρόκειται για ένα ανεπανάληπτης αξίας έργο είναι καλό να παραμείνει σταθερό στον πίνακα προσωρινά μέχρι  να ολοκληρωθεί η δημοσίευσή του.
Έχω την εντύπωση πως και οι διαχειριστές δεν θα έχουν αντίρρηση.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία Α!...στιχ.105-200)
Αποστολή από: ivikos στις 27/05/09, 00:03
Ροβόλησε απ’του Όλυμπου τα ύψη και τα φώτα                                   
και στην Ιθάκη στάθηκε, στου Οδυσσέα τα μέρη
στο πρώτο της αυλής σκαλί, ολόρθη μπρος στην πόρτα
κραδαίνοντας το χάλκινο κοντάρι στο ένα χέρι

ίδια και απαράλλαχτη ,του Τάφιου του Μέντη
του αρχηγού, κι αντίκρυσε μνηστήρες με τα ζάρια                         110
στα χέρια, άγνοα να κυλούν, στο ξέφρενό τους γλέντι
χωμένους μέσα στων βοδιών τα μαλακά τομάρια

που είχαν σφάξει μόνοι τους, κι οι κράχτες κι οι βοηθοί τους
μισοί, κρασί αραίωναν στους αργυρούς κρατήρες
κι οι άλλοι μισοί, τις τράπεζες πλέναν με το σφουγγί τους
το μυριοτρύπητο, να παν το κρέας στους μνηστήρες.

        Πρώτος ο ουρανόμορφος Τηλέμαχος την βλέπει
σκεφτόμενος, με την καρδιά, βαριά-βαριά και μαύρη,
μες στο μυαλό του ο κύρης του, που να ’ναι, και αν πρέπει
να εμφανιστεί ανίκητος, χαρά ο τόπος νάβρει                                 120

και το βασίλειο του ξανά, στα χέρια του να έχει.
Αυτές οι σκέψεις μες στο νου φέρνανε γύρω τώρα
καθώς την Αθηνά κοιτά και προς την πόρτα τρέχει
γιατί του έρχεται βαρύ να στέκει ξένος ώρα.

Σιμά ζυγώνει κι άπλωσε το χέρι στο κοντάρι
το χάλκινο, έχοντας στον νου πως θα τον ξεκουράσει
και με κουβέντες καρδιακές τον ξένο σιγοντάρει:
«Καλή σου ώρα ξένε μου, η πείνα σου αν χορτάσει

τότε μας λες ποιο αερικό κοντά μας σ’ έχει στείλει».
Αυτά είπε ο Τηλέμαχος και ξεκινά με χάρη,                                    130
πίσω πηγαίνει η Αθηνά, στων πύργων το αντιστύλι
και στήνει μες στην λαξευτή τη θήκη το κοντάρι

την σκαλισμένη με χρυσό, που αστραποβολούσε
με του Οδυσσέα γύρω της, γεμάτη τα κοντάρια
και στο θρονί τον ξένο του γλυκά τον εκαλούσε
σε υφασμένο να βρεθεί σεντόνι από λινάρια

και στο σκαμνί ο ξένος του τα πόδια ν’ ακουμπήσει.
Πήρε κι αυτός ένα θρονί, μακριά κι όχι μαζί τους
απ’ των μνηστήρων το χορό, μη ο ξένος κι απηυδήσει
απ’ τον πολύ τον σαματά, κι από την χλαλοή τους                          140

και φαγητό δεν ευφρανθεί, μα σαν το φέρει η ώρα
για τον χαμένο κύρη του ερώτηση να κάνει.
        Μια δούλη σε αργυρόσταμνο, όμορφα φέρνει δώρα
νερό δροσιάς για νίψιμο, σε ολόχρυση λεκάνη

τραπέζι εμπρός τους έστρωσε, σεμνή μια παρακόρη
φορτώνοντάς το φαγητά, με υπέροχα πλουμίδια
και παραδίπλα κέρναγε ο κεραστής, το αγόρι
γλυκό κρασί, μπρος στα ζεστά και στ’ αχνιστά κοψίδια


Αναμεσίς με το φαϊ να πίνουν αρχινίσαν
γεμίζοντας τις κούπες τους σαν άδειαζαν και πάλι.                        150
        Κι οι υπερόπτες μπήκανε μνηστήρες και καθήσαν
στα χρυσοκέντητα θρονιά ν’ αρχίσουν την κραιπάλη,

τα χέρια πλέναν με νερό που χύνανε οι σκλάβοι
κι οι δούλες έφερναν ψωμιά αράδα στα πανέρια
ξέχειλα οι κούπες γέμιζαν το κέφι τους ν’ ανάβει
τρώγοντας, ξένα οι άπληστοι, αρνιά και χοιρομέρια.

κι αφού εχόρτασε  φαϊ η ξιπασμένη φάρα
τραγούδι θέλει που ως γνωστόν το κάθε γλέντι γνέφει,
στου Φήμιου ο κράχτης ακουμπά τα χέρια μια κιθάρα
κι αυτός την παίρνει βαρετά, και μάλλον δίχως κέφι                     160

κουρντίζοντάς την αρχινά τραγούδι ν’ αργοπαίζει,
κι ενώ οι μνηστήρες όμορφα χορτάσαν και γλεντούνε
σκυμμένος ο Τηλέμαχος στο σκαλιστό τραπέζι
στην Αθηνά μιλά σιγά για να μη τον ακούνε:

«Άπρεπα θα είν’ τα λόγια μου ξένε μου κι ίσως κρίμα,
γι αυτούς που πίνουνε και τρών’ και το τραγούδι αρχίζουν
Μα τι τους νοιάζει; ξένο βιός γλεντάνε δίχως χρήμα
ανθρώπου που στην ξενητειά τα κόκαλα σαπίζουν

στου πέλαγου τα κύμματα ή σε βροχής ρυάκι.
    Θα προτιμούσαν   να ’χανε σαν το γοργό  το ελάφι                         170
φτερά στα πόδια, αν άξαφνα τον ’βλέπαν στην Ιθάκη
παρά να ’χουν στις κάσες τους του κόσμου το χρυσάφι.

Μα πάει εκείνος, χάθηκε, μαζί του κι η ελπίδα
κι ας λένε κάποιοι ο γυρισμός πως δεν θ’ αργοπορήσει,
χάθη, και ποια δεν το μπορεί να φτάσει στην πατρίδα.
Μα έλα, μίλα αληθινά γιατί έχω απορήσει

Ποιος είσαι; ποια η πατρίδα σου; ποιοι ’ναι δικοί σου λένε;
ποιοί ναύτες στην Ιθάκη μας σε φέραν παινεμένοι,
και χαίρονται που υπηρετούν το πρόσωπό σου ξένε
γιατί θαρρώ δεν ήρθατε εδώ περπατημένοι.                                    180

Μήπως ξανάρθες από δω,κι εγώ  σαν παραμύθι
θυμάμαι, γιατί ο κύρης μου τον κόσμο είχε γυρίσει;»
         Τότε η διάχυτη με φως Παλλάδα του απεκρίθη:
«Με της αλήθειας τη φωνή η γλώσσα θα μιλήσει.


Του Αγχίαλου είμαι ο γιος, ο Μέντης, κι έχω θέση
τρανή, τι είμαι βασιλιάς στων Ταφιωτών τη χώρα
που έχει τριγύρω θάλασσα, και πάω στην Τεμέση
χαλκό να πάρω δίνοντας τ’ ανάλογα τα δώρα.

Κει στο βαθύσκιωτο το Νηό, στου Ρείθρου το απανέμι
μακράν της πόλης δέσαμε το πλοίο μας μονάχο.                             190
Πάντα τους δυό μας φύσαγαν, οι φίλιοι ανέμοι,
και τον Λαέρτη αν θες ρωτάς τον γέροντα ξωμάχο

που δέθηκε στην εξοχή μαζί με τον καημό του,
καθώς αυτό ακούγεται, στον πόνο του λουσμένος
δούλα του φέρνει το κρασί μα και το φαγητό του
στρώνοντας το τραπέζι του σαν φτάνει κουρασμένος

τα γόνατα του σέρνοντας βαριά στην ανηφόρα
πηγαίνοντας στ’ αμπέλια του με το τσαπί στον ώμο.
    Μα ο Οδυσσέας μου είπανε πως έφτασε στη χώρα
κι ήρθα, μα να που οι θεοί του φράζουνε το δρόμο.                        200       Συνεχίζετε....


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: gkou στις 27/05/09, 21:04
Εγώ πλέον απλά σε παρακολουθώ, εκστασιασμένη...
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 28/05/09, 01:00
Μα ψέμα είναι αυτό που λέν’ πως ο Οδυσσέας χάθη.
Ερμητικά τονε κρατούν άντρες, κακοί κολίγοι,
σε θαλασσόκλειστο νησί και κάποτε θα μάθει
ποιοι τον αιχμαλωτίσανε και δεν μπορεί να φύγει.

 Μαντεία όμως θα σου πω σαν να ’μαι ιεροφάντης,
κάτι μου γνέφουν οι θεοί, σαν σε όνειρο να είδα,
το μέλλον δεν το μελετώ,  ούτε περνιέμαι μάντης
μα δεν θ’ αργήσει ο καιρός που θα ’ρθει στην πατρίδα

όσο και να του δέσουνε πισθάγκωνα το σώμα
πάντα ήταν τετραπέρατος και θα τον βρουν λυμένο.                      210
Μα έλα πες μου ήσυχα και μιάν αλήθεια ακόμα
αν είσαι του Οδυσσέα ο γιος, αγόρι τρανεμένο

γιατί πολύ στην κεφαλή του μοιάζεις και στα μάτια,
και σμίγαμε πολύ, παλιά, σαν να ’μαστε φατρία
πριν οι Αργείτες αρχηγοί αφήσουν τα παλάτια
και με τα πλοία τα βαθιά κινήσουν για την Τροία,

μα από τότε χάσαμε ο ένας του άλλου τα ίχνη».
        Ο συνετός Τηλέμαχος τον λόγο ξαναρχίζει:
«Ο λόγος ξένε που θα πω πάντοτε αλήθεια δείχνει,
δικό του γιο, της μάνας μου ο λόγος με ορίζει                                 220

μα μήπως και μπορεί κανείς να πει ποιοι οι γονείς του;
Είθε ο γιος να ήμουνα ανθρώπου με ευτυχία
που φτάνει στα γεράματα, μα αυτός όσο κανείς του
λούστηκε μες στα πέλαγα τη μαύρη δυστυχία

αυτός λεν’ πως με γέννησε, γι αυτά πούχεις ρωτήσει».
     Κι η λιόφωτη του απαντά θεά στο γλεντοκόπι
«Ούτε θ’ αφήσουν οι θεοί τέτοια γενιά να σβήσει
τρανό όπως σε γέννησε εσένα η Πηνελόπη.

Αλλά έλα πες αληθινά γιατί έχω ένα μαράζι
ποιες οι γιορτές; τα φαγητά; γιατί γλεντοκοπούνε;                       230
αρραβωνιάσματα είναι εδώ; συμβούλιο δεν μοιάζει
έχω την γνώμη αχόρταγοι πως καιροφυλακτούνε

και τρώνε τόσο άπληστα. Μα θα ’ταν οργισμένος
αν κάποιος λίγο γνωστικός ετούτα συναντούσε».
Τότε έτσι ο Τηλέμαχος της λέει ο γνωμισμένος:
«Ξένε μου αυτό που μ’ έτρωγε και πάντα με πονούσε

είναι που αυτό το αρχοντικό την ευτυχία θα είχε
αν του Οδυσσέα του τρανού τα ζάλατα εδώ ήσαν,
δεινά όμως ’φάνη των θεών η γνώμη πως κατείχε
κι απ’ όλους, τούτον μοναχά για πάντα αφανίσαν                            240

μα ούτε θα κλαψούριζα στου θάνατου το βέλος
αν τη ζωή του έχανε στης Τροίας το πεδίο,
είτε στα χέρια των δικών, στου πόλεμου το τέλος.
Θα στήναν οι Παναχαιοί πανύψηλο μνημείο

και θα ’τανε τεράστια για το παιδί του η δόξα.
Μα του καημού,  οι Άρπυιες τον στείλαν στην αφάνεια
και με χτυπούν αλύπητα των βάσανων τα τόξα
καθώς με αυτό, πληγώθηκα και ζω μες στην ορφάνια 

Μα να ’ναι αυτό; Οι αθάνατοι, κι άλλο στείλαν σαράκι
Τριγύρω, οι πρώτοι των νησιών στην θαλασσόδαρτη άμμο          250
Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυνθο, και πετρωμένη Ιθάκη,
στείλανε τ’ αρχοντόπουλα, να ετοιμάσουν γάμο,

ορέγεται ο καθένας τους τη μάνα μου για νύφη
σε άνομο γάμο , και το βιός, μου έχουν σπαταλήσει,
ούτε το ναι τους λέει αυτή,  μα ούτε ακόμα αρνήθη,
κι έτσι όπως πάει το σπίτι μου, μαζί μ’ εμέ θα σβήσει».

         Κι η Αθηνά του απάντησε με τον θυμό στην όψη
«Με τον πατέρα όμοιο στην δύναμη δεν σ’ είδα
που τους μνηστήρες τους αισχρούς μπορούσε να τους κόψει
αν ξαφνικά ερχότανε με κράνος και με ασπίδα                               260

και στο κατώφλι στέκονταν δυό δόρατα κρατώντας.
Όπως τον πρωτοαντίκρυσα στο σπίτι μου ν’ ανάβει,
φαϊ να τρώει και κρασί να πίνει τραγουδώντας
γυρνώντας απ’ την Έφυρα που πήγε με καράβι

από το γιο του Μέρμερου , φαρμακερό βοτάνι
ν’ αλείψει τις σαϊτες του, του Ίλου να ζητήσει,
μα από τον φόβο των θεών εκείνος δεν το κάνει
κι ο κύρης μου του το ’δωσε που είχανε χρόνια ζήσει

αδέρφια, -μες στη μνήμη μου έτσι ο Οδυσσέας μένει-
που αν τύχαινε να ’ρχότανε και σήκωνε το χέρι                              270
νεκρόγαμπροι όλοι θα ’τανε, γρήγορα πεθαμένοι.
Μα ποιος γνωρίζει των θεών η γνώμη τι θα φέρει

σαν επιστρέψει σπίτι του και νίκη αν κάνει ή ήτα.
Σε παροτρύνω τώρα εγώ να βάλεις μες στη σκέψη
πως οι μνηστήρες θα χαθούν, μόνος σου τούτο κοίτα,
μα πρέπει αυτό με προσοχή ο νους σου να πιστέψει.

Σε σύγκληση τους Αχαιούς θα πρέπει να καλέσεις
αύριο κι όλας , οι θεοί μάρτυρες να ’ναι όλοι
και των μνηστήρων τη φυγή επίμονα να θέσεις.
Αν , γάμος στης μητέρας σου τον νου είναι, στην πόλη                  280

του κύρη της του άρχοντα ας πάει να τελέσει,
δώρα του γάμου να της παν’ στολίδια, μα κι ακόμη
όσα ακριβά ταιριάζουνε σε αρχοντοπούλας θέση.
Μα άκουσε σαν συμβουλή την ταπεινή μου γνώμη:

Καράβι πάρε ν’ ανοιχτείς στης θάλασσας τ’ αλώνια,
με είκοσι ναύτες στα κουπιά, κι όχι μικρή σχεδία,
μάρτυρες για τον κύρη σου ψάξε που λείπει χρόνια
ζήτησε απ’ όλους να σου πουν, ακόμα και του Δία

τη σκέψη του, που κουβαλά νέα γι ανθρώπους, πάρτη,
στο γέρο-Νέστορα να πας στης Πύλου τ’ άγρια δάση                   290
κι ύστερα στον Μενέλαο στην ξακουστή τη Σπάρτη
που απ’ τον χαλκόντυτο στρατό αργότερα είχε φτάσει
 
Αν δεις πως ζει, κι ότι θα ’ρθεί, στο άκουσμα των νέων
μη χολοσκάσεις, μια χρονιά περίμενε ακόμη.
Αν όμως όντως χάθηκε, και δεν υπάρχει πλέον
ξανά ως την πατρίδα σου να σε οδηγούν οι δρόμοι

Και κει ένα μνήμα να φιαχτεί, να τελεστούν θυσίες
σε άρχοντα να’ ναι ταιριαστές. Τη μάνα νύμφεψέ τη
στο τέλος πιά. Κι αν παν’ αυτά, να μπεις σ’ ετοιμασίες,
μόνος σου άκου την καρδιά, και μόνος πίστεψε την ,                     300

όλοι οι μνηστήρες να κοπούν στο σπίτι, τούτο λύσε
με μπαμπεσιά ή φανερά, σαν βούλησή σου δες τη
μωρό ούτε μου φαίνεσαι, ούτε παιδάκι είσαι.
Η δόξα δεν σε κυνηγά του θεϊκού Ορέστη;

που έσφαξε τον Αίγισθο ,και γδικιωμού μια δάδα
για τον γονιό του άναψε, ’σένα δεν  σε πειράζει;
Και συ ’σαι γιέ μου υψηλός με τόση ομορφάδα,
φιάξ’ την καρδιά σου δυνατή, κόσμος να σε δοξάζει.

Καιρός όμως στους σύντροφους να πάω , στο καράβι
που με προσμένουν. Μόνο αυτά η σκέψη σου να βάλει                 310
που σαν βελόνι η γλώσσα μου στο νου σου ώρες ράβει».
Κι ο συνετός Τηλέμαχος της αποκρίθη πάλι:                                                     ....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ..
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: lampros. στις 28/05/09, 14:57

Ενα μπράβο, ισως ηχεί ελάχιστο...
Να σου ευχηθώ οτι μα οτι καλύτερο...
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 28/05/09, 16:51
Το μπράβο σου φίλε Λάμπρο ηχεί μεγαλόπρεπα!!!!!!!
Να σου ευχηθώ κι εγώ ότι το καλύτερο....

Σ΄ευχαριστώ..
Να ΄σαι πάντα καλά!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 28/05/09, 19:17
«Σαν τον πατέρα στο παιδί , ξένε μου ’χεις μιλήσει
κι ούτε ξεχνώ τα λόγια σου που ακούω τόση ώρα
μη βιάζεσαι όμως ,ποιος μπορεί, έτσι να σε αφήσει
αφού πλυθείς , στο πλοίο σου ν’ ανέβεις δίχως δώρα;

Ας την καρδιά σου σε ήρεμο λιμάνι να πλανιέται
και δώρο, που στο φιάξιμο περίσσια τέχνη ’χύθη
να πάρεις για κειμήλιο, στους φίλους συνηθιέται».
      Τότε η Παλλάδα η ’λιόφωτη έτσι του αποκρίθη:                     320

«Δεν είναι ώρα που μπορώ και άλλο χασομέρι,
μα για το δώρο που μου λες, στο σπίτι σαν γυρίσω
και τύχει να ’ναι ο δρόμος μου απ’ τα δικά σας μέρη
το παίρνω, μα τρανό κι εγώ δώρο θα σου χαρίσω».

Αυτά είπε η ’λιοστάλαχτη Παλλάδα και εχάθη
και τα ουράνια έσκισε σαν αετού φτερούγα
δύναμη του ’δωσε άφθαστη, πως δεν θα κάνει λάθη,
κι ο κύρης ξαναπρόβαλε μες στης καρδιάς την ρούγα.

Ξάφνιασμα δέχτη που η θεά πέταξε για τα όρη
νοιώθει πως είναι η Αθηνά, που είχε φτερουγίσει                            330
και στους μνηστήρες πάει ευθύς το ισόθεο το αγόρι.
       Ο θεϊκός τραγουδιστής τραγούδι είχε αρχίσει.

Εκείνοι μες στο γλέντι τους βουβοί είχαν καθίσει
ακούγοντας των Αχαιών τον γυρισμό, με λόγια
όπως η λιόφωτη Αθηνά τον είχε καθορίσει.
      Κι ως άκουσε το απέθαντο τραγούδι απ’ τ’ ανώγια

με τις δυό σκλάβες τις πιστές φάνηκε η Πηνελόπη
η μάνα του Τηλέμαχου, θεά τόσων ονείρων,
στάθη στην σκάλα την ψηλή στων πύργων τη μετώπη
όμορφη κι αξεπέραστη, στον κύκλο των μνηστήρων                      340

κάτω απ’ την όμορφη σκεπή στον στύλο ακουμπισμένη
το λαμπερό της πρόσωπο κρύβοντας με μαντήλι
με τις πιστές τις δούλες της στα δυό πλευρά ζωσμένη,
του θεϊκού τραγουδιστή, πικρά, του λεν’ τα χείλη:

«Φήμιε με τρόπο θεϊκό τις μαγικές τις πράξεις
που οι θεοί και οι θνητοί τραγούδι έχουν κάνει
τις λες, σαν θες μες στην καρδιά φαρμάκια να μου στάξεις
κι ο ασήκωτος ο πόνος μου νογώ θα με ξεκάνει

αιώνιος ο πόθος μου γι αυτόν που τυραννήθη
κι είναι καμάρι Αργειτών και των Ελλήνων δόξα»                        350
Κι ο συνετός Τηλέμαχος έτσι της αποκρίθη:
«Μάνα, τον Φήμιο τον πιστό δεν ξέρω με ποια λόξα

τον κυνηγάς λες κι είναι αυτός που  τα δεινά μας φέρνει,
δεν φταίει αυτός ο άμοιρος, ο Δίας έχει μάθει
και με δική του βούληση δεινά σε ανθρώπους στέλνει,
γιατί λοιπόν να ντρέπεται να τραγουδά τα πάθη

των Δαναών τ’ ασήκωτα. Τι κάθε τι το νέο,
τραγούδι θέλει να γινεί,για  ν’ ακουστεί απ’ όλους.
Ανέβα πάνω κι άκουσε το άσμα το ωραίο
βάζοντας τις δυό σκλάβες σου στων αργαλειών τους ρόλους»      360

Η Πηνελόπη σάστισε και ξεκινά να φύγει
         βάζοντας όμως στην καρδιά τα συνετά τα λόγια.
Καθώς στο ανώγι γύρισε, ο πόνος την τυλίγει,
τον Οδυσσέα κλαίγοντας με μαύρα μοιρολόγια

κι έστειλε ύπνο η θεά, οι πίκρες να κοπάσουν.
Θόρυβος στο ανάκτορο, που μες στον ίσκιο πλέει,
απ’ των μνηστήρων τη βουλή ,μαζί της να πλαγιάσουν.
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τους λέει:
 
Μνηστήρες σεις της ξιπασιάς, μα και της δόλιας μάνας                                                                                                                                       
φάτε, γλεντήστε με πιοτό, όμως μη θορυβείτε                                370                                                                                                                                 
τέτοιο τρανό τραγουδιστή, που ’χει φωνή καμπάνας
ισάξια με των θεών, στον κόσμο δεν θα βρείτε.

Θα μαζευτούμε την αυγή σε σύνοδο στην πόλη
να πω, να φύγετε από εδώ, γι αλλού το φαγοπότι,                           
γνώμη μου θα ’ναι ξάστερη που θα τη μάθετε όλοι
το βιός σας μοιραστείτε το και φάτε το, διότι

εσάς αν φαίνεται  καλό, αυτό πως είν’ και δίκιο
χωρίς λεφτά ν’ αφανιστεί το ξένο βιός, χαλάλι,
εγώ το χέρι των θεών θα κράξω το αντρίκιο
κι ο Δίας να πληρώσει αυτό αν του αρέσει χάλι,                              380

κι εσείς ας ξεκινήσετε του Χάρου το ταξίδι».
Με τρόμο μαζευτήκανε γι αυτά που είπε εκείνος,
ο θαρρετός Τηλέμαχος, μα ο γόνος του Ευπείδη
δεν βάσταξε το θάρρος του και του ’πε, ο Αντίνος:                       


«Μπορεί αυτά Τηλέμαχε, που κραίνεις σαν το ποίημα
 με καυχησιές, οι ουράνιοι νά ’παν, να πεις δω πέρα,
μα στην Ιθάκη ο θεός, που ολόγυρα έχει κύμα
να μη σε κάνει βασιλιά ,κι ας είναι απ’ τον πατέρα».

Μα συνετά ο Τηλέμαχος έτσι θα του απαντήσει:
«Αντίνοε, για ότι  πω μη μου κρατήσεις μένος,                    390
ευπρόσδεκτο είναι, αν αυτό ο Δίας μου χαρίσει,
κι όφελος είναι αν το δεχτεί του άνθρωπου το γένος.

Άριστο να ’σαι βασιλιάς, ψηλώνει το σπιτάκι,
κι όποιος σε δρόμους τέτοιους βγει, χίλιες τιμές θα δρέψει
μα υπάρχουνε κι άλλα παιδιά , άρχοντες στην Ιθάκη
μεγάλα είναι ή μικρά, κάποιο θα βασιλέψει,

τώρα που ’χάθη ο κύρης μου, και είναι αποθαμένος.
Σπίτι με σκλάβες θα ’ μαι εγώ να τρώω απ’ τα ελέη
που ο Οδυσσέας άφησε ο χιλιοτιμημένος».
Μα τότε ο Ευρύμαχος γιός του Πολύβου λέει:                               400

«Οι γνώμες είναι των θεών, Τηλέμαχε νομίζω
ποιος στην Ιθάκη  βασιλιάς , θα γίνει, με καμάρι.
Σπίτι σου εσύ αρχόντεψε, κι απ’ όσα εγώ γνωρίζω
χαμένος θα ’ναι αν βουληθεί άντρας κανείς να πάρει


χωράφια σου με το στανιό, όσο η Ιθάκη υπάρχει.
Μα ο ξένος που ήρθε φίλε μου, να σε ρωτήσω τώρα
ποιος είναι; πούθε κίνησε; Και ποια πατρίδα να ’χει;
πως είναι μέλος της τρανό ,παινεύεται ποια χώρα;

Τρανά μαντάτα έφερε, για επιστροφή του κύρη;
ή μήπως ήρθε για δουλειές καλές εδώ να κάνει;                            410
πως γνωριμιά δεν ζήτησε κρατώντας το ποτήρι
γιατί έφυγε; Πάντως τρανός στην όψη του μου ’φάνη».      ...........................ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ...

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Ααρών Μνησιβιάδης στις 28/05/09, 23:16
ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Ααρών Μνησιβιάδης στις 28/05/09, 23:19
στον στίχο 164 το "για να μη τον ακούνε" ίσως απαιτείται από το μέτρο να γίνει "μήπως και τον ακούνε".

βάλε όμως την κ και οπωσδήποτε την νέκυια!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 29/05/09, 12:48
Αγαπητέ μου φίλε
για το πέρασμα, και τα σχόλιά σου θα ήθελα να σε ευχαριστήσω...
Σχετικά με τον 164 στίχο, νομίζω πως δεν επηρεάζεται το μέτρο έτσι όπως είναι...

το άλλο που μου γράφεις.....βάλε όμως την κ και οπωσδήποτε την νέκυια!....
θα ήθελα να μου το ξεκαθαρίσεις τι θέλεις να πεις....δεν καταλαβαίνω.....
όπως και να έχει καλέ μου φίλε σε ευχαριστώ και πάλι...και ελπίζω να τα λέμε!!!!!!!!
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Ααρών Μνησιβιάδης στις 29/05/09, 15:29
νέκυια λέγεται η λ.

θα εκδοθεί αυτό το αριστούργημα;
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 29/05/09, 17:11
Καλέ μου φίλε
είμαστε ακόμα στην Α ραψωδία
η Λ (νεκυια)  μιλά για την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη ...
αυτή την έχω τελειώσει , αλλά πως να πηδήσουμε από την Α! στην Λ! ;
Για να πάρεις μία γεύση της Λ! σου στέλνω τους 36 πρώτους στίχους που όμως δεν τους έχω χτενίσει ακόμα για λάθη κλπ
Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως χρειάζεται υπομονή από όλους μας...
Τώρα για έκδοση που ρωτάς...αν εμφανισθεί ένας σοβαρός οίκος δεν θα είχα καμμία αντίρρηση...αλλά πρέπει να εκδηλωθεί ενδιαφέρον...

Πάντως όπως και να έχει σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια!!!!!!!!!

Να είσαι πάντα καλά....


                                  Λ! Ραψωδία

Σαν επιστρέψαμε ύστερα, στης αμμουδιάς το χάρτη
στον κυματόθραυστο γιαλό σύραμε το καράβι
και τα πανιά αφού δέσαμε επάνω στο κατάρτι
τ’ αρνιά μας βάλαμε σ’ αυτό, με τη καρδιά ν’ ανάβει

χύνοντας μαύρα δάκρυα, πονώντας και θλιμμένοι.
Και πίσω από το μελανό καράβι βήμα-βήμα
η θνητολάλα η θεά, η ωριομαλλιοβαμένη
στέλνει αγεράκι ανάλαφρο για να μας πάει πρίμα.

Mε φουσκωμένα τα πανιά, το πλοίο αρμενίζει
με οδηγό τον άνεμο κι άξιο κυβερνήτη.                                      10
Ολημερίς ταξίδευε ωσότου αυτό αγγίζει
του ηλιοβασιλέματος το σκοτεινό το σπίτι,

στου τρίσβαθου ωκεανού το τέρμα αυτό θα φτάσει
εκεί που των Κιμμεριωτών είναι ο λαός κι η χώρα
που σύννεφα και καταχνιά έχουν αυτούς σκεπάσει
κι αχτίνες του ήλιου   του λαμπρού, δεν βλέπουν ούτε ώρα,

μήτε ως τ’ αστερόσπαρτα, σαν ανεβαίνει ουράνια,
μήτε και στο κατέβασμα στον ουρανό τον λείο,
μα πάντα τους σκεπάζει αυτούς της νύχτας η ορφάνια.
Βγάλαμε εκεί σαν φτάσαμε τ’ αρνιά από το πλοίο,                   20

στο ρέμα του Ωκεανού, βήμα μας αργοφέρνει
μέχρι να φτάσουμε ως εκεί, που η Κίρκη είχε δείξει.
Αφού σφαχτά ο Ευρύλοχος, κι ο Περιμήδης φέρνει
το ξίφος μου απ’ τον μηρό, το χέρι θα τραβήξει

και σκάβω λάκκο μιάν οργιά στα φάρδη και στα μάκρη,
κι ολόγυρά του έσταξα για κάθε πεθαμένο
πρώτα μελόνερο, ύστερα γλυκό κρασί στην άκρη,
ξανά νερό, και όλο αυτό το κάνω αλευρωμένο,

για ευχές,  σ’ όλα τ’ αδύνατα κεφάλια θα μιλήσω,
αν στην Ιθάκη μου βρεθώ, την πιο καλή δαμάλα                    30
να σφάξω, μα και την φωτιά γι αυτούς θα την στολίσω,
στον Τειρεσία, το τραγί, το πιο καλό απ’ τ’ άλλα,

κι αφού δεήθηκα μ’ ευχές στους πεθαμένους του Άδη
στον λάκκο, με το ξίφος μου, όλα τ’ αρνιά σφαχτήκαν
το αίμα πότισε τη γη. Μα μέσα απ’ το σκοτάδι
των πεθαμένων οι ψυχές τριγύρω συναχτήκαν.....................................



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 30/05/09, 10:55
Κι ο συνετός Τηλέμαχο του απαντάει έτσι:
«Ευρύμαχε ο πατέρας μου στον Άδη ταξιδεύει,
οι μάντεις που έρχονται εδώ μου φαίνονται σαν λέτσοι
και τις μαντείες αψηφώ, μα η μάνα, τους μαζεύει

και τους ρωτά που χάθηκαν του κύρη μου οι δρόμοι.
Μα για τον ξένο που ρωτάς, στην Τάφο τώρα μένει,
ο Μέντης, γιος του Αγχίαλου με την σοφή τη γνώμη,
που ορθά την Τάφο κυβερνά την θαλασσοθρεμμένη».                    420

Αυτά του λέει και δεν ξεχνά πως ήταν η Παλλάδα.
Χορό οι μνηστήρες σκέφτηκαν , και τ’ άσματα να πιάσουν
κι ενώ γλεντούσαν έπεσε της νύχτας η θαμπάδα,
ώρα να πάνε σπίτι τους τον ύπνο να χορτάσουν.

Μέσα στις πλάκες της αυλής, δώμα ψηλό ορθωνόταν,
κει πάει τώρα να γευτεί του ύπνου την ομορφάδα
ο συνετός Τηλέμαχος που τούτα εσκεφτόταν
και πίσω κόρη πήγαινε με φλογοβόλα δάδα,

του Ώπου η Ευρύκλεια που του Λαέρτη η μύτη
κόρη πιστή οσμίστηκε, μικρή την πήρε δούλα                                 430
είκοσι βόδια δίνοντας,  για να κρατά το σπίτι,
ισότιμη γυναίκα του, σχεδόν αρχοντοπούλα

μα από το φόβο του θυμού, του έρωτα τη διάβα
μαζί δεν περπατήσανε. Εκείνη του ’χε δώσει
αγάπη, φως του πήγαινε, κι ήταν πιστή του σκλάβα.
Σαν φτάσαν ο Τηλέμαχος αφού είχε ξεκλειδώσει

το πανωφόρι έβγαλε, κάθισε στο κρεβάτι
και του άπλωσε το χέρι της η μπιστεμένη βάγια
να το διπλώσει όμορφα, μ’ αγάπη το εκράτει
και στο καρφί το κρέμασε, στου κρεβατιού τα πλάγια.                 440

Βγαίνει, την πόρτα σύροντας απ’ το ασημί κρικέλι
στον σύρτη βάζει το λουρί να το ’χει γι αντικλείδι.
Και στην φλοκάτη , τη νυχτιά, περνά, μα ο νους του θέλει
να στοχαστεί της Αθηνάς, το τολμηρό ταξίδι.

           ΤΕΛΟΣ Α! ΡΑΨΩΔΙΑΣ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 01/06/09, 11:05
                                     

                  Ραψωδία Β

Σαν ρόδισε το χάραμα το νυχτοθροφισμένο
σηκώθηκε ο Τηλέμαχος απ’ τ’ όμορφο κρεβάτι,
περνά στον ώμο το σπαθί το λεπτοακονισμένο
βγαίνοντας απ’ το δώμα του, κατέβη απ’ το χαγιάτι

ομοιόθεος, στα πόδια του φορώντας τα σανδάλια.
Τους Αχαιούς που πολεμούν λαμπρά, για να συνάξει,
κήρυκες στέλνει ορθόφωνους σε πόλεις κι ακρογιάλια
να κράξουν το συμβούλιο που έχει διατάξει.

Το διαλαλήσαν, κι έφτανε κόσμος αντάμα-αντάμα
κι αφού γερόντια γέμισαν της σύναξης οι χώροι                              10
προτού να ξεκινήσουνε, ήρθε κι αυτός συνάμα
κρατώντας στο ’να χέρι του χαλκοφτιαγμένο δόρυ.

Ακολουθούσαν πίσω του οι δυό λευκοί του σκύλοι.
Με ουράνιο φως η Αθηνά τον θεϊκό τον γόνο
λούζει,και όλοι θαύμαζαν τη λάμψη  που ’χε στείλει,
κι οι γέροι σαν πλησίασε, τον πατρικό τον θρόνο

ορθοί τον υποδέχτηκαν, καθώς τον λόγο παίρνει,
ο Αιγύπτιος , πολεμιστής, που της ζωής τα νέφη
αν και σοφός, τα γηρατειά τον έκαναν να γέρνει.
Στην Τροία, ο ακριβός του γιος, που άλογα χρόνια θρέφει,            20

ο Άντιφος πήγε μαζί, στου Οδυσσέα το πλάϊ
με τα βαθειά πλεούμενα, μα χάθηκε η λαλιά του,
         ο ανθρωποφάγος Κύκλωπας τον έκανε προσφάϊ
θερίζοντας τα νειάτα του στην τρομερή σπηλιά του.

Τρεις άλλους είχε ο γέροντας.Ο Ευρύνομος, μνηστήρας,
στο γλενοκόπι το ’ριξε, οι άλλοι δυό αγρότες,
θυμόταν και τον έκλαιγε για τα κακά της μοίρας
με δάκρυα στα μάτια του, κι αυτά τους είπε τότες:

«Θιακιώτες συντοπίτες μου, που ήρθατε εδώ πέρα,
τέτοια μεγάλη σύναξη δεν έχει ματαγίνει                                         30
απ’ του Οδυσσέα τη φυγή, την αποφράδα μέρα,
ποιος τάχα την προκάλεσε, σε ποιών καημών τη δίνη

πέσαν οι γεροντότεροι ή τάχα μου τα νειάτα;
Μήπως γυρνά το στράτευμα, γνωρίζει νους ανθρώπου
και σ’ όλους μας προτού το πει, μες στο μυαλό του κράτα
ή θέλει κάτι να μας πει για το καλό του τόπου;

Άριστος θα ’ναι άνθρωπος και του εύχομαι, μακάρι
ο Δίας όλα τα καλά να στείλει κύμα –κύμα».
Αυτά είπε, ο κι ο Τηλέμαχος, κρυφή ένοιωσε χάρη
που οι οιωνοί ήταν καλοί, κι ανέβηκε στο βήμα.                             40


Στη μέση ολόρθος στάθηκε, ο κράχτης να του δώσει
σκήπτρο στο χέρι να κρατά, στους γέροντες μιλώντας,
ο κήρυκας  Πεισίνορας, άντρας τρανός με γνώση.
Και ν’ αγορεύει άρχισε τον γέροντα κοιτώντας:                              44


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: P.D.L. στις 01/06/09, 15:18
Κατ' αρχάς να πω ένα μπράβο στον ivikos για την κίνησή του. Οι αντικειμενικές δυσκολίες είναι πολλές και γνωστές. Αλλά δεν μπορώ να μην ρωτήσω...ποια η χρησιμότητα;
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 01/06/09, 16:12
Κατ' αρχήν P.D.L.να πω ένα ευχαριστώ  για το μπράβο σου,
αλλά βοήθησέ με να καταλάβω....
λες:Οι αντικειμενικές δυσκολίες είναι πολλές και γνωστές....ποιες;     να το γράψω; να το καταχωρήσω; τι; δεν καταλαβαίνω
λες:Αλλά δεν μπορώ να μην ρωτήσω...ποια η χρησιμότητα;    και πάλι δεν καταλαβαίνω....να το καταχωρώ, ποια η χρησιμότητα;
..........................αν εμποδίζει σε κάτι, δεν έχω λόγο να το συνεχίσω....αν κουράζει παρομοίως......
μα μου έκανε τη τιμή το site να το βάλει στα μόνιμα θέματα,
 που έγώ το έχω εκλάβει ότι και η ίδια η διαχείριση θέλει συνέχεια των καταχωρήσεων  μου...
Ειλικρινά επειδή δεν έχω καταλάβει τι εννοείς , αν θέλεις μου το ξεκαθαρίζεις....και να ξέρεις ότι είμαι ανοικτός σε κάθε τι που
χρειάζεται εκ μέρους μου περαιτέρω διευκρίνηση ...
Πάντως όπως και να 'χει σ' ευχαριστώ και πάλι για την επίσκεψη σου...
Να 'σαι πάντα καλά!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: kuiper στις 01/06/09, 18:02
Κατ' αρχάς να πω ένα μπράβο στον ivikos για την κίνησή του.

Ωραία αυτό το είπες.

Θα έχεις τώρα την καλοσύνη να πεις σε εμάς τους άλλους, που προφανώς εννοείς, τι θέλεις να πεις με το ποιά η χρησιμότητα;
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ε? στις 01/06/09, 19:36
Συγνωμη που επεμβαινω αλλα νομιζω οτι καταλαβαινω τι θελει να πει ο P.D.L..

Η μαλλον θα μιλησω μονο για τον εαυτο μου και ισως καλυπτω τον PLD....

Οταν διαβασα οτι υπαρχει μια καινουρια αποδοση της Οδυσσειας στα νεα ελληνικα ΚΑΙ εγω αναρωτηθηκα ποια η χρησιμοτητα , αλλα καθολου κακοβουλα...απλα αναρωτηθηκα ποιο κενο πιστευει ο ivikos οτι ερχεται να καλυψει..
Θελω να πω οτι για να κανεις μια τετοια τιτανια προσπαθεια και να προσθεσεις μια ακομα μεταφραση νομιζω οτι πρεπει καποιος απο τους 3 εξης λογους΄

-πιστευεις οτι στις υπαρχουσες αποδοσεις υπαρχει καποιο κενο το οποιο καλυπτεις
-κανεις μια καινουρια προταση υπο την εννοια της διαφορετικης προσεγγισης του κειμενου
-παρεμβαινεις δημιουργικα στο κειμενο προτεινοντας κατι νεο

για αυτο τον λογο και σε καθε καινουρια μεταφραση ξενογλωσσων τιτλων η νεας αποδοσης στα νεα ελληνικα
κατα κανονα ο μεταφραστης εξηγει γα ποιον ακριβως λογο εγινε αυτη η προσπαθεια και σε τι αξυπηρετει....

ΑΛΛΑ

και διαβαζοντας σιγα σιγα το εργο του ivikos εντυπωσιαστηκα  ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ  απο την καταπληκτικη του δουλεια που θεωρησα εντελως ανουσιο και ισως προσβλητικο να κανω μια τετοια ερωτηση.... αν θελετε την αποψη μου η οδυσσεια ειναι ενα απο τα σημαντικοτερα εργα που εχουν γραφτει ποτε...
μονο και μονο το γεγονος οτι καποιος με σεβασμο , συνεπεια και αγαπη θελησε να ασχοληθει μαζι του ειναι αξιο συγχαρητηριων αλλα και συγκινητικο.....

επομενως , θεωρω οτι πανω απο ολα δουλειες οπως αυτη του ivikos που τιμανε οτι καλυτερο σε αυτη την εποχη πρεπει να αντιμετωπιζονται με σεβασμο...

με λιγα λογια , δεν θεωρω παραλογο να αναρωτιεται κανεις ποια η χρησιμοτητα , αλλα ε καθε περιπτωση

η ποιοτητα πρεπει να επιβραβευεται....
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Anemos στις 01/06/09, 20:16
θα κρατήσω ένα κομμάτι απο την άποψη του ρακένδυτου...

Παράθεση
μονο και μονο το γεγονος οτι καποιος με σεβασμο , συνεπεια και αγαπη θελησε να ασχοληθει μαζι του ειναι αξιο συγχαρητηριων αλλα και συγκινητικο.....

δηλώνοντας τη συμφωνία με αυτήν, αν και μόνο η "αγάπη" θα επαρκούσε για τα συγχαρητήρια.

Στην εποχή του Fast Food, είναι καλό κάποιοι να μας θυμίζουν την αξία του να βυθίζεσαι με όλο σου το "είναι" σε αυτό που σου αρέσει. Υπο αυτές τις συνθήκες λοιπόν, πάντα κάτι καινούριο θα βγει.

Αν και περιττό, μπράβο και απο εμένα.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Ωρίωνας στις 01/06/09, 20:34
Κατ' αρχάς να πω ένα μπράβο στον ivikos για την κίνησή του. Οι αντικειμενικές δυσκολίες είναι πολλές και γνωστές. Αλλά δεν μπορώ να μην ρωτήσω...ποια η χρησιμότητα;

Διαβάζοντας την ερώτησή σου πρέπει να σου πω ότι τα είδα όλα!

Υπάρχουν τα εξής ενδεχόμενα αντιμετώπισης του ερωτήματός σου.

1. Να το πάρω στα σοβαρά
2. Να το δω σαν αστείο

Anyway, θα απαντήσω σοβαρά αποκλείοντας το 2ο ενδεχόμενο.

Το συγκεκριμμένο έργο δεν γίνεται να το εξετάζουμε μόνοδιάστατα, δηλαδή αν έχει μόνο χρησιμότητα. Θα πρέπει πρωτίστως να δούμε ποιά είναι η αξία του! Η αξία του είναι μεγάλη!

Επειδή όμως ίσως να θέλεις κάποια απτή απόδειξη της χρησιμότητάς του σου αναφέρω μερικές.
α) Πρωτότυπη δημοσίευση για πνευματική κατοχύρωση
β) Προβολή έργου και άμεση διαθεσιμότητά του στους απανταχού ενδεχόμενους μελοντικούς εκδότες
γ) Εμπλουτισμός βιογραφικού του δημιουργού
δ) Ποιοτική αναβάθμιση του κιθάρα
ε) Παραδειγματισμός και έμπνευση προς όλους μας
ζ) Ανάγνωση της Οδύσσειας του Ομήρου στην νέα Ελληνική γλώσσα
η) Προτάσεις διορθώσεων στο έργο απο άλλα μέλη (ο ίδιος ο δημιουργός το ζήτησε)

Ο πίνακας αυτός είναι διαδραστικός και τα μέλη του μοιράζονται δημιουργίες και απόψεις. Κατά συνέπεια αν δεν έχει χρησιμότητα αυτό το έργο τότε γιατί να έχει οποιοδήποτε άλλο και κατ΄επέκταση ο ίδιος ο πίνακας και κατ΄επέκταση όλο το kithara.gr?

Και τέλος πάντων όποιος δεν βρίσκει καμμία χρησιμότητα, καμμία αξία, κανένα ενδιαφέρον δεν αντιλαμβάνομαι ποιός τον απαγορεύει να το προσπεράσει?

Και για να γίνω και λίγο κακός κλείνοντας, να ρωτήσω εγώ το εξής:
Ποιά η χρησιμότητα του δικού σου ερωτήματός P.D.L. ?




Αν και περιττό, μπράβο και απο εμένα.

διευκρίνησε σε παρακαλώ τι είναι περιττό γιατί μπερδεύομαι  :eee
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 01/06/09, 23:42
Άνοιξε μια συζήτηση με αφορμή την ερώτηση του φίλου P.D.L….( ποια η χρησιμότητα…………….)
 θα προσπαθήσω στο μέτρο του δυνατού να απαντήσω, αν και στον μεγαλύτερο βαθμό με έχει καλύψει ο φίλος Ωρίωνας(εκτος των δ! και ε! περιπτώσεων που τις θεωρώ δυσβάστακτα  υπέρβαρες για να καταφέρω να τις σηκώσω) τον οποίο και ευχαριστώ…..

Μία διαφορετική οπτική γωνία του αρχαίου κειμένου σε τετράστιχο με μορφή σταυρωτής ομοιοκαταληξίας  και απαράβατο κανόνα να τηρηθεί ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ  το ύφος , η δομή, και η απόδοση του αρχαίου κειμένου στίχο-στίχο και σχεδόν λέξη προς λέξη, ήταν η αρχική μου ιδέα, και ένα στοίχημα με τον εαυτό μου αν τα κατάφερνα
Σιγά –σιγά έβλεπα ότι παρά τις δυσκολίες κυλά(στα μάτια μου) σαν νεράκι  η αποδοση, και παρ’ ότι δεν την έχω ολοκληρώσει αν και πέρασαν 3 και βάλε χρόνια θεώρησα καλό να κάνω μια απόπειρα δημοσίευσης.
Η ένθερμη υποδοχή με έπεισε να συνεχίσω τις καταχωρήσεις, και δεν έκρυψα ότι με ενδιαφέρει αν εκδηλωθεί ενδιαφέρον από κάποιο εκδοτικό οίκο η έκδοση της.
Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο
Αν κάποιοι το θεωρούν ατόπημα, δικαίωμά τους , αλλά αδυνατώ να υπερασπιστώ πιο θερμά αυτό μου το εγχείρημα…..και φυσικά είναι δικαίωμα του καθενός να το αντιμετωπίζει με τα δικά του κριτήρια…

Αν κούρασα φίλοι μου συγνώμη, αλλά δεν θεωρώ πρέπον να επανέλθω  και να απαντώ σε τέτοιου είδους ερωτήσεις, μονοπωλώντας χρόνο  που είναι υπερπολύτιμος!!!!!!!!!!!!!
Να είστε καλά!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: P.D.L. στις 02/06/09, 02:02
Ωραία...πάμε....

Θα απαντήσω με μία διαφορετική σειρά για να βγει μία κάποια άκρη. Πάντοτε καλοπροαίρετα:

1. @ Ωρίωνας: Είναι σοβαρό το ερώτημά μου. Και έξι χρόνια που είμαι μέλος εδώ, δεν συνηθίζω να κάνω τέτοια αστεία δημόσια. Αν έχω κάτι τέτοιο να πω θα το πω κατ' ιδίαν σε αυτόν που αναφέρομαι.

2. @ Ωρίωνας: Σκεφτόμουν να αρχίσω τις παραθέσεις στην απάντησή σου, αλλά θα γίνει η απάντησή μου μεγάλη χωρίς λόγο. Οπότε απλά θα πω όταν εξέφρασα την απορία "ποια η χρησιμότητα" εννοούσα της δημοσίευσης στο site (ειρωνία από μέρους μου). Δεν βρίσκω τον λόγο να "ανεβάσει" σε έναν δικτυακό τόπο μία δουλειά 3 ετών. Και ποιος ο λόγος, ή ποια η αναγκαιότητα αν θες, μίας καινούριας μετάφρασης. Που από ότι διάβασα στις πρώτες 2 ραψωδίες, πέραν της ομοιοκαταληξίας, δεν παρουσιάζει κάμια μεγάλη διαφορά σε σχέση με άλλες μεταφράσεις που υπάρχουν ήδη.
Θα συνεχίσω όμως ακόμα πιο πέρα για να κάνω μία ΤΕΡΑΣΤΙΑ ερώτηση. Από τις 7 περιπτώσεις που αναφέρεις, οι 5 αποτελούν προσωπική άποψη (γ έως και η). Μόνο οι πρώτες δύο αποτελούν "απτές αποδείξεις". Και θα σταθώ ιδιαίτερα στο δ. Πιστεύεις πραγματικά ότι χρειάζεται μία ποιοτική αναβάθμιση το kithara.gr? Και ότι αυτή η αναβάθμιση θα έρθει από μία καινούρια μετάφραση ενός έπους; Πραγματικά πιστεύεις ότι η καινούρια μετάφραση ενός έπους (επαναλαμβάνω την φράση γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με την πρώτη μετάφραση) αναβαθμίζεται ποιοτικά το site? Με μία διασκευή;;; Συγγνώμη ivikos για την λέξη διασκευή, αν δεν συμφωνείς με αυτήν, αλλά είμαι μουσικός και αυτή η λέξη μου κολλάει καλύτερα.

3. @ Ωρίωνας: Αναφέρεσαι στην συνέχεια του post σου στην λέξη δημιουργία. Συγγνώμη, αλλά όσο εντυπωσιακό και να είναι το έργο του ivikos από πλευράς προσπάθειας, δεν είναι δημιουργία. Οι περισσότεροι που έχουν απαντήσει σε αυτό το θέμα γνωρίζουν πολύ καλά την ετυμολογική έννοια της λέξης "δημιουργία".

4. @ rakenditos: Ομολογώ ότι στο πρώτο κομμάτι του post σου με καλύπτεις. Σε γενικές γραμμές αυτό είναι το ερώτημά μου. Τώρα, θα μπορέσει κάποιος απόλυτα δικαιολογημένα να μου πει: και γιατί δεν το έθεσες έτσι ακριβώς το ερώτημά σου;". Φαντάστηκα ότι ήταν κατανοητό.

5. @ kuiper: Μιας και με ειρωνεύτηκες δημόσια, θα σου ζητήσω σε παρακαλώ να μην με ειρωνευτείς ξανά. Δεν το έχω κάνει ποτέ και απαιτώ να μην το κάνεις ούτε εσύ. Απλά.

Τέλος, ivikos, σου εύχομαι πραγματικά καλή συνέχεια. Η άποψή μου σε γενικές γραμμές είναι ότι η προσπάθειά σου είναι αξιέπαινη. Δεν παρουσιάζεις, πάντοτε κατά την άποψή μου, μία διαφορετική οπτική γωνία του αρχαίου κειμένου μεν, αλλά το ότι ακολουθείς "πιστά" τους κανόνες που έθεσες στον εαυτό σου, μου προκαλεί προσωπικά τον θαυμασμό προς το προσωπό σου. Ξαναλέω όμως, η πρόθεση, οι συνθήκες και η προσπάθεια. Όχι το έργο. Πάντοτε καλοπροαίρετα. ;)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 02/06/09, 03:03
σέβομαι αγαπητέ μου PDL τα λεγόμενά σου
Διαφωνώ όμως κάθετα με αυτά
Και θα προσπαθήσω να το αιτιολογήσω:

Γεώργιος Ρουσιάδης
Καθηγητής της Καισαροβασιλικής Ακαδημίας Επιστημών Βιέννης
Το 1848 σε 15σύλλαβο και καθαρεύουσα γράφει από την α-δ ραψωδία:

Τα του πολύφρονος ανδρός διηγησαι μοι, Μούσα
ός, την Πριάμου ιεράν πόλιν πορθήσας Τροίαν
χρόνον πλανώμενος πολύν, πολλών Ανθρώπων είδε
πολίσματα. έγνων αυτών τα έθιμα και ήθη……
-------------------------------------------------------

Ιάκωβος Πολυλάς
Λόγιος και πολιτικός1859
Μετάφραση και για τα δύο έπη:

Τον άνδρα μούσα λέγε μου πολύτροπον που εις μέρη
Πολλά επλανήθη, αφού έριξε την ιερήν Τρωάδα
Και ανθρώπων είδε αυτός πολλώνταις χώρες και την γνώμην
Έμαθε. Και στα πέλαγα πολλά ‘παθε ζητώντας………………….

------------------------------------------------------------
Ιωαννης Γρυπάρης(1871-1942)
Ποιητής
Για τον πολύτροπο πε μου τον άνθρωπο Μούσα
Κόσμο παράδειρε, αφού τα’ άγιο κούρσεψε κάστρο της Τροίας
Κι είδε πολλών πολιτείες ανθρώπων και γνώρισε τρόπους
Κι άμετρα υπόφερε πάθια, στα πέλαγα επάνω ζητώντας
-------------------------------------------------------------
Αργύρης Εφταλιώτης(1849-1924)
Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου , ώ Μούσα
Που περισά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε τη Τροίας
Το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες
Κι έμαθε γνώμεςκαι πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια
--------------------------------------------------------------
Ζήσιμος Σίδερης 1939
Λόγιος
Τον άντρα τον πολλυτροπο πες μου, θεά, που χρόνια
Παράδερνε σαν πάτησε της Τροίας το άγιο κάστρο
Κι ανθρώπων γνώρισε πολλών τους τόπους και την γνώμη
Κι έπαθε πλήθος συμφορές στα πέλαγα, ζητώντας
-----------------------------------------------------------
Νίκος Καζαντζάκης-Ιωάννης Κακριδής
Τον άντρα Μούσα τον πολύτροποτραγούδα μου, που πλήθος
Διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο
Και πολιτείες πολλές εγνώρισε, πολλών βουλες ανθρώπων
Κι αρίφνητα τυράννια ετράβηξε στα πέλαγα η καρδιά του
------------------------------------------------------------
Γεώργιος Ψυχουντάκης

Άρχισε Μούσα να μιλείς, να βγάνεις μελωδία
Ψάλλε τον άντρα που ‘ριξε την ιερή την Τροία
Ψάλλε τον πολυμήχανο που κι ύστερα πλανήθη
Σε θάλασσες και σε στεριάς, πολλά ταλαιπωρήθη
--------------------------------------------------------------
Όλοι λοιπόν οι ανωτέρω μερικοί εκ των οποίων είναι ογκόλιθοι των Ελληνικών γραμμάτων τι έκαναν ακριβώς;ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ;……ΔΙΑΣΚΕΥΗ;……
Εγώ σε όλα τα βιβλία που διαβάσα τα ανωτέρω,  πουθενά δεν είδα την λέξη …Διασκευη…………….(αν δεις το αρχαίο κείμενο με την μετάφρασή που καταχωρώ είναι στίχος προς στίχο  και λέξη προς λέξη , αυτό λέγεται δισκευή;)
Και εν πάσει περιπτώσει το να καταπιαστεί ο καθένας από τους από πάνω, αλλά και πλήθος άλλοι , να μεταφράσουν αυτά τα Τιτάνια έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας,
έχει θεωρηθεί πολυτέλεια; Ή τι παραπάνω προσέφεραν;
Ίσως με μια προσεκτικώτερη ματια διαπιστώσεις το πασιφανές!!!!!
Αν όχι πάλι, δεν μπορώ να βοηθήσω περισσότερο…
‘όπως και να ‘χει
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: P.D.L. στις 02/06/09, 11:04
Μάλιστα...

Δηλαδή εσύ ivikos κόλλησες στην επιλογή των λέξεων που έκανα, σωστά; Οι λέξεις μετάφραση και διασκευή πείραξαν, σωστά;

είμαι στην ευχάριστη για μένα θέση, να πω ότι ένα 80 τοις εκατό της μετάφρασης μου(ivikos), έχει τελειώσει…

Επίσης κόλλησες στην λέξη διασκευή, σωστά;
Συγγνώμη ivikos για την λέξη διασκευή, αν δεν συμφωνείς με αυτήν, αλλά είμαι μουσικός και αυτή η λέξη μου κολλάει καλύτερα.

Οι κύριοι λοιπόν που ανέφερες έκαναν, κατά το κοινώς λεγόμενο, απόδοση του κειμένου. Οι εμφανείς διαφορές με την πρώτη ανάγνωση, και μάλιστα αυτές που γίνονται αντιληπτές από τον μέσο άνθρωπο, είναι το συντακτικό και κάποιες λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο καθένας ανάλογα με το προσωπικό του ύφος. Όπως για παράδειγμα η χρήση του ρήματος "κουρσεύω" από τους Γρυπάρη κι Εφταλιώτη. Κατά την προσωπική μου άποψη θεωρώ ανεκδιήγητη την μετάφραση του Γεώργιου Ψυχουντάκη (τουλάχιστον από αυτό εδώ το δείγμα).

Για να επιμείνω λίγο ακόμα στο θέμα περί χρησιμότητας που έθεσα, να επισημάνω ότι οι περισσότερες από τις αποδόσεις που παρέθεσες ivikos είναι αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ως εκ τούτου, μία νέα προσπάθεια απόδοσης στην νεοελληνική του αρχαίου κειμένου περισσεύει. Δηλαδή, επειδή ο Ρουσιάδης, ο Πολυλάς, ο Γρυπάρης και ο Καζαντζάκης ασχολήθηκαν με την μετάφραση της Οδύσσειας, σημαίνει ότι μπορούν να το κάνουν όλοι; Δεν το νομίζω.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 02/06/09, 11:56
«Δεν είναι γέρο μακριά, αυτός που ο νους νομίζει.
Εγώ τον κόσμο κάλεσα, τον πόνο μου τον ξέρω
ούτε άκουσα για στράτευμα που όπου ναν’ γυρίζει,
κάτι που ξέρω τάχα εγώ, για να σας μεταφέρω,

και ούτε για κοινή δουλειά σας φώναξα δω πέρα.
Τα δυό κακά που γκρέμισαν το σπίτι μου είναι όλη                        50
η συμφορά. Το αρχικό, που έχασα τον πατέρα
αυτόν που σας βασίλευε και τον λατρεύατε όλοι.

Το δεύτερο όμως το κακό, αυτό είναι που με καίει,
το σπίτι μου όλο, και το βιος κοντεύει ν’ αφανίσει.
Μνηστήρες λεν στη μάνα μου, χωρίς αυτή να φταίει,
για γάμο, κι είν’ αρχόντων γιοί που θέλουν τέτοια λύση.

Δειλιάζουν όμως όλοι τους, στου Ικάριου το σπίτι
να πάνε, στον πατέρα της, κι όποιον πολύ του στέρξει
αφού η προίκα οριστεί, στην βραδυνή του κοίτη
να πάρει, αν είναι αρεστός, κείνος θα τον διαλέξει.                         60
 
Μα ολημερίς στο σπίτι μου έρχονται για να φάνε
μοσχάρια , γίδια και αρνιά, ότι καλό και να ’χει
το αστραφτερό μου το κρασί αχόρταγα ρουφάνε
και σπαταλιέται όλο το βιος, γιατί άντρας δεν υπάρχει,

λείπει ο Οδυσσέας ο τρανός το σπίτι μας να σώσει.
Εμείς δεν είμαστε ικανοί, μα δυστυχώς προς τούτο
στην μάχη θα ’μαστε ισχνοί, που θέλει ρώμη τόση.
Μόνος αν είχα δύναμη θα το ’κανα ετούτο.

Ποιος να τ’ αντέξει όλα αυτά και του σπιτιού τους πόνους.
Αίσχος γι αυτά, στο σπιτικό τίποτα δεν θα μείνει,                          70
κανείς σας πια δεν ντρέπεται τους γύρω τους γειτόνους,
μα ούτε των Ολύμπιων φοβόσαστε την μήνι;

Μήπως θυμώσουν βλέποντας τις άνομες τις πράξεις.
Ξόρκι στου Δία τ’ όνομα στης Θέμιδας τη χάρη
θα κάνω, τούτη που αρχινά μα και σχολά συνάξεις,
τ’ άνομα πάψτε αδέρφια μου που μ’ έχουνε μπατάρει

εκτός κι αν ο πατέρας μου από κακή του γνώμη
στους μαχητές τους Αχαιούς το άδικο έχει φέρει
κι αυτή την απερισκεψιά πληρώνω εγώ ακόμη
από άλλους, σεις που βάζετε, μα εμένα με συμφέρει                        80

το βιος μου να σκορπίσετε, αν γίνετε και τώρα.
Όσο πιο γρήγορα χαθούν θα είναι επιστρεμένα
Γιατί θα το ζητήσουμε να τα πληρώσει η χώρα
όλα όσα έχουν φαγωθεί, και τα ’χουμε χαμένα.

Αχ! πάλι η πίκρα φούντωσε μες στης καρδιάς το αλώνι»
Με αυτά τα λόγια πέταξε το σκήπτρο σε μιαν άκρη
θυμώνοντας, κι ο πόνος του, το πλήθος το φιμώνει,
καθώς στη γη αργοκυλά της πίκρας του το δάκρυ.  .........   ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Anemos στις 02/06/09, 19:29
Το "μπράβο" το δικό μου είναι περιττό μιας και έχουν μιλήσει άλλοι περισσότεροι ειδικοί επάνω στο θέμα. Επιπλέον το εγχείρημα απο μόνο του αποτελεί ένα "μπράβο".
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Ωρίωνας στις 02/06/09, 19:32

1. @ Ωρίωνας: Είναι σοβαρό το ερώτημά μου. Και έξι χρόνια που είμαι μέλος εδώ, δεν συνηθίζω να κάνω τέτοια αστεία δημόσια. Αν έχω κάτι τέτοιο να πω θα το πω κατ' ιδίαν σε αυτόν που αναφέρομαι.

Βλέπεις ότι έτσι το αντιμετώπισα

Παράθεση
Οπότε απλά θα πω όταν εξέφρασα την απορία "ποια η χρησιμότητα" εννοούσα της δημοσίευσης στο site

Απάντησα σαφέστατα

Παράθεση
Δεν βρίσκω τον λόγο να "ανεβάσει" σε έναν δικτυακό τόπο μία δουλειά 3 ετών.

Εσύ μπορεί να μην βρίσκεις κανέναν λόγο, αλλά αυτό δεν είναι γενικά αποδεκτό.

Παράθεση
Και ποιος ο λόγος, ή ποια η αναγκαιότητα αν θες, μίας καινούριας μετάφρασης. Που από ότι διάβασα στις πρώτες 2 ραψωδίες, πέραν της ομοιοκαταληξίας, δεν παρουσιάζει κάμια μεγάλη διαφορά σε σχέση με άλλες μεταφράσεις που υπάρχουν ήδη.

Είναι ο ίδιος λόγος που εξωθεί πολλούς "διεστραμένους" εδώ μέσα να γράφουν στίχους. Ακόμη και η προσπάθεια προσωπικής καλλιέργειας απο κάποιον είναι επαρκής λόγος.
Εδώ δεν αντιλαμβάνομαι όμως αν τελικά θέτεις ενστάσεις επι της χρησιμότητάς του ή επι της ποιότητάς του, με μπερδεύεις.
Τέλος πάντων αν θεωρείς μηδαμινής αξίας το εγχείρημα να τεθούν ομοιοκαταληξίες χωρίς νοηματική αλλοίωση τότε μπορείς να το δοκιμάσεις και εδώ είμαστε να τα ξαναπούμε.

Παράθεση
Θα συνεχίσω όμως ακόμα πιο πέρα για να κάνω μία ΤΕΡΑΣΤΙΑ ερώτηση. Από τις 7 περιπτώσεις που αναφέρεις, οι 5 αποτελούν προσωπική άποψη (γ έως και η). Μόνο οι πρώτες δύο αποτελούν "απτές αποδείξεις". Και θα σταθώ ιδιαίτερα στο δ. Πιστεύεις πραγματικά ότι χρειάζεται μία ποιοτική αναβάθμιση το kithara.gr? Και ότι αυτή η αναβάθμιση θα έρθει από μία καινούρια μετάφραση ενός έπους; Πραγματικά πιστεύεις ότι η καινούρια μετάφραση ενός έπους (επαναλαμβάνω την φράση γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με την πρώτη μετάφραση) αναβαθμίζεται ποιοτικά το site? Με μία διασκευή;;; Συγγνώμη ivikos για την λέξη διασκευή, αν δεν συμφωνείς με αυτήν, αλλά είμαι μουσικός και αυτή η λέξη μου κολλάει καλύτερα.

Δεν είπα "χρειάζεται" αλλά με το έργο αυτό προσφέρεται τόσος εμπλουτισμός που μπορεί να ειπωθεί η λέξη αναβάθμιση. Είναι αυτονόητο πως οποιοδήποτε δημιούργημα, στοιχειωδώς ποιοτικό, απομακρύνει την έννοια της γραφικότητας απο αυτή την κοινότητα, πόσο μάλλον ένα τέτοιο έργο που προκαλεί των θαυμασμό όλων μας. Σε τελική ανάλυση το μόνο που δεν κάνει είναι να υποβαθμίζει το κιθάρα.
Δεν είναι μια απλή διασκευή.  Άλλο να διασκευάσεις ένα τραγούδι ή κάτι ανάλογο και άλλο να προσθέσεις μια μετρική μετάφραση και απόδοση στη νέα Ελληνική ενός ιστορικού έργου "μαμούθ". Η λέξη διασκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σαν προσπάθεια ευτελισμού του εγχειρήματος. Δεν μιλάμε για ένα τραγούδι ή έναν δίσκο με αμφίβολη ποιοτική στάθμη.

Παράθεση
γ) Εμπλουτισμός βιογραφικού του δημιουργού
δ) Ποιοτική αναβάθμιση του κιθάρα
ε) Παραδειγματισμός και έμπνευση προς όλους μας
ζ) Ανάγνωση της Οδύσσειας του Ομήρου στην νέα Ελληνική γλώσσα
η) Προτάσεις διορθώσεων στο έργο απο άλλα μέλη (ο ίδιος ο δημιουργός το ζήτησε)

Όλα τα παραπάνω είναι προσωπική μου άποψη? Δεν λαμβάνουν χώρα? Μόνο εγώ τα συμπεραίνω δηλαδή?
Ζήτησες να απαντήσουμε ποιά η χρησιμότητα της δημοσιοποίησης. Αποδέχτηκες (έστω) δύο αιτίες χρησιμότητας, πάλι δεν είσαι ικανοποιημένος?


Παράθεση
3. @ Ωρίωνας: Αναφέρεσαι στην συνέχεια του post σου στην λέξη δημιουργία. Συγγνώμη, αλλά όσο εντυπωσιακό και να είναι το έργο του ivikos από πλευράς προσπάθειας, δεν είναι δημιουργία. Οι περισσότεροι που έχουν απαντήσει σε αυτό το θέμα γνωρίζουν πολύ καλά την ετυμολογική έννοια της λέξης "δημιουργία".

Αφού λοιπόν ασχολείσαι με την λέξη δημιουργία προσπαθώντας να τη κόψεις και να την ράψεις στα μέτρα σου να σου πω ότι όποιο και όσα λεξικά και να ανοίξεις θα δεις ότι ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΜΟΝΟΣΉΜΑΝΤΗ ΛΕΞΗ και ταιριάζει σε αυτό το έργο.
Αν την θέσουμε στα στενά όρια που βάζεις εσύ με τη δική σου προσέγγιση τότε δημιουργός είναι ΜΟΝΟ ο Θεός και κανένας άλλος.

Αυτό που δεν αντιλαμβάνεσαι είναι ότι κατά τη μετάφραση συμβαίνει κάτι πολύ ιδιαίτερο όσο κι αν δεν το καταλαβαίνεις.

Το έργο μετατρέπεται απο προσωδιακό σε τονικό και πρωτοτύπως (λόγω διαφορετικού δημιουργού), κάθε φορά, εισάγονται στοιχεία της νέας ελληνικής μετρικής σε ένα έργο με αρχαία μετρικά στοιχεία ενώ ταυτόχρονα η μετάβαση απαιτεί τη διατήρηση του νοηματικού περιεχομένου.

Κλείνοντας
Δεν μου απάντησες ποιά είναι η χρησιμότητα του δικού σου ερωτήματος
και για να στο πω στα ίσα αυτό που εισπράτω εγώ είναι ότι απλά θέλεις "να ψοφήσει ο γάιδαρος του γείτονα"

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: P.D.L. στις 03/06/09, 00:06
Ωρίωνα, δεν θέλω να ψοφήσει ο γάιδαρος του γείτονα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επειδή κάποιος δεν έχει γάιδαρο, του γείτονα είναι ο ομορφότερος....;)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 03/06/09, 00:50
θεωρώ την παρέμβασή μου μη αναγκαία αυτή τη στιγμή...
αλλά δεν μπορώ να μην πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον φίλο Ωρίωνα.....(μη θεωρηθώ και μπιτ αγενής)
και να πω την αλήθεια μου: εγώ  θα  σκεφτόμουνα να αφιερώσω τόσο χρόνο για
απαντήσεις στον φίλο PDL...Ωρίωνα σε ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!!  οι επισημάνσεις σου με έχουν καλύψει πλήρως.............

Φίλε PDL: Άπειροι οι ομορφότεροι γαϊδαροι.....
αλλά επειδή με καλύπτουν , αλλά και με έχουν κατασυγκινήσει τα σχόλια πολλών φίλων...θα συνεχίσω τις καταχωρήσεις...
αν πρόκειται να σου δημιουργεί δυσάρεστα συναισθήματα προσπέρασε την "διασκευή" , "απόδοση", δεν είναι απαραίτητο να συγχίζεσαι!!!!!!!!!!!!
Πάντως σ'ευχαριστώ που στάθηκες σε αυτό μου το πόνημα...
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 03/06/09, 13:16
Μα στον Τηλέμαχο κανείς δεν βγαίνει ν’ απαντήσει.
Μονάχα ο Αντίνοος με  λόγο του, του κραίνει:                         90
«Κτυπόλογε Τηλέμαχε, βαριά τούτη η ρήση
ντροπή και άγρια προσβολή για μας όλους σημαίνει,

πως οι μνηστήρες λες πως φταίν’, μα η μάνα σου τα κάνει
που είναι γυναίκα πονηρή όσο καμία άλλη
τρίτη χρονιά βαδίζουμε, η τέταρτη μας φτάνει
και την ερωτική γελά των Αχαιών τη ζάλη.

Όλους μας, μας παραπλανά και τάζει στον καθένα
παραγγελιές με νόημα, μα αλλού ψάχνει τη λύση
και πριν καιρό σκαρφίστηκε ακόμα άλλο ένα,
στα πάνω-πάνω δώματα τον αργαλειό να στήσει                       100

πανί αραχνοϋφαντο μας είπε πως θα υφάνει:   
«Αφού ο  Οδυσσέας πέθανε, του πένθους μου το ντέρτι
θα βγάλω, μα μη βιάζεστε του γάμου το στεφάνι,
τα νήματά μου μη χαθούν, του γέρου του Λαέρτη

σάβανο θα υφάνω εγώ, μ’ όλο μου το μεράκι
σαν έρθει η ώρα ν’ απλωθεί στου χάρου τη μελούτη
να μη μου πουν οι κοπελιές που μένουν στην Ιθάκη
πως θάφτη δίχως σάβανο κι ας είχε τόσα πλούτη»

Έτσι μας αποκοίμιζε πλέκοντας το υφάδι
 κοιτάζοντας παμπόνηρα να σπείρει τη διχόνοια                             110
 ότι τη μέρα ύφαινε, το ξήλωνε το βράδυ
 και κέρδισε με μπαμπεσιά, γεμάτα τρία χρόνια.

Τρέχοντας φύγαν οι χρονιές, η τέταρτη αρχίζει,
κι όταν μια σκλάβα που ήξερε, σε μας θα το καρφώσει
πως ότι υφαίνει το πρωϊ, το βράδυ το ξεσκίζει,
την αναγκάσαμε όλοι μας να το αποτελειώσει .

Έτσι οι μνηστήρες απαντούν, σε αυτά λέξη προς λέξη
να μαθευτεί, και ν’ απλωθεί στα Ιθακήσια τα άντρα.
Στείλ’ τηνε στον πατέρα της κι εκείνη ας διαλέξει
αυτόν που η ίδια επιθυμεί, κι η ίδια θέλει γι άντρα ,                       120

μα αν θέλει γιους τω Αχαιών στα δάχτυλά της να’ χει
και να καυχιέται πως αυτό, της το ’μαθε η Παλλάδα
παίζοντας τα παιγνίδια της στη δυνατή τους ράχη
με πονηριά τόσο πολύ, δεν είναι φρονιμάδα,

κι ας μάθει πως απ’ τις παλιές των Αχαιών τις κόρες
τις περασμένες τις χρονιές που ήταν βαρείς οι κόποι
θες η Ισμήνη; η Τυρώ; θες η Μυκήνη; Ωρες
με μπαμπεσιά δεν παίζανε που παίζει η Πηνελόπη.   

Αυτό όμως μήπως πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό της;
Μα η περιουσία σου θα σβήσει όπως πάει                                      130
αφού νομίζει πως αυτά είναι για το καλό της
κι όσα της λεν’ οι ουράνιοι. Εντάξει, την τιμάει

εκείνη. Μα σκορπίζεται το βιος σου σαν την άμμο,
κι ούτε εργαζόμαστε κι εμείς, που έχουμε το βάρος,
όσο διστάζει η μάνα σου ν’ αποφασίσει γάμο»
κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απάντησε με θάρρος:.........   ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 04/06/09, 13:04
«Τη μάνα Αντίνοε που όμορφα  παλιά μ’ έχει ταϊσει,
χωρίς να θέλει, πως μπορώ ποτέ μου να την διώξω;
Ποιος ξέρει, αν ο πατέρας μου πέθανε ή γυρίσει,
κι εμένα βρει κατάστηθα του γδικιωμού το τόξο                           140

αν στον πατέρα της εγώ μονάχος μου την στείλω.
Πρώτον, απ’ τον πατέρα μου, βαριά θα ’ναι η καμπάνα
απ’ τις κατάρες, τις βρισιές, θεό δεν θα ’χω φίλο,
το ανάθεμα θα με χτυπά, αν τριγυρνά η μάνα

κι όλου του κόσμου η ντροπή εμένα θα κατέχει.
Κουβέντα τέτοια δεν θα βγει απ’ το δικό μου στόμα.
Μα αν μια σταλιά φιλότιμο ο νους σας μέσα έχει
ξεκουμπιστείτε, φύγετε, απ’ του σπιτιού το δώμα

μ’ εναλλαγή τα πλούτη σας να τρώτε, στην υγειά σας.
Το βιος μου , τώρα αν θέλετε να φαγωθεί ως τον πάτο,                 150
τζάμπα να ξεκοκαλιστεί μνηστήρες μου- με γειά σας.
Εγώ όμως τους Ολύμπιους θα κατεβάσω κάτω

ας τα πληρώσει όλα αυτά ο νεφεληγερέτης
κι είθε ο χάρος όλους σας, μνηστήρες, να σας πάρει»
Αυτά είπε ο Τηλέμαχος, και του Όλυμπου ο ηγέτης
ξαπέλυσε απ’ το βουνό σταυραετών ζευγάρι

που μες στο ανεμοβουητό αντάμα πεταχτήκαν
και ο καθένας άνοιγε διάπλατα τα φτερά του
από ψηλά, στης σύναξης τη μέση ζυγιστήκαν
κτυπώντας τις φτερούγες τους, προμήνυμα θανάτου,                      160

καθώς κοιτούσανε θολά, τα αιμάτινά τους μάτια,
τα νύχια γδέρναν τους λαιμούς, και τα κεφάλια σκίζαν,
κι ύστερα βγάλανε φτερό, δεξιά απ’ τα παλάτια.
Τα όρνια, αναρρωτήθηκαν, όλοι τι συμβολίζαν,

ποια φέρνουνε μελλούμενα σκεφτόντουσαν με τρόμο.
Τότε ο Αλιθέρσης, μαχητής, που χρόνια είχε ζήσει
κι όλους τους συνομήλικους μες στης ζωής τον δρόμο
τους ήξερε, και γνώριζε σημάδια να εξηγήσει

τους λέει με λόγια γνωστικά, καθώς τον λόγο παίρνει:
«Θιακιώτες συμπολίτες μου, κακό ήταν σημάδι                            170
των όρνιων το φτερούγισμα, και στους μνηστήρες φέρνει
κακά μαντάτα, συμφορές, με φόντο τους τον Άδη

καθώς για την πατρίδα του, λίγος του μένει δρόμος
του Οδυσσέα που έρχεται κι έχει κακό στο νου του,
μαχαίρι φονικό θα βγει, κι άλλους θα πιάσει τρόμος
Θιακιώτες, που ροκάνισαν το βιος του σπιτικού του .

Όμως στο μέλλον η ματιά, ας πέσει επι τέλους,
τέρμα να θέσουνε κι αυτοί, η άνοη φατρία.
Μα για μαντείες δεν μιλώ , με άγνοια του τέλους
που θα’ χουν. Τα ’πα και σ’ αυτόν πριν φύγει για την Τροία         180

τότε που ξεκινήσανε μαζί με τους Αργείτες
και ο Οδυσσέας δίπλα τους, του το ’χα πει με πόνο
πως θα ’βρει άγρια συμφορά από τους πελαγίτες
και θα χαθούν οι σύντροφοι. Στον εικοστό το χρόνο

θα επιστρέψει αγνώριστος. Και να που βγήκε αλήθεια».
Τότε του Πόλυβου ο γιος ο Ευρύμαχος του λέει:
«Ρε γέρο, τα μελλούμενα και τα’ άλλα παραμύθια
στους γιους σου πες τα, μη τυχόν κακός αέρας πνέει,

το μέλλον πιότερο από σε, εγώ το έχω μάθει.
Μες στ’ ουρανού μύρια πουλιά πετούν, στο χαλαζί του,                 190
χωρίς να στέλνουν συμφορές. Μα ο Οδυσσέας ’χάθη
και κάλλιο γέροντα και συ να πέθαινες μαζί του.

Αν έτσι ήταν, θα ’λειπες από αυτόν το χώρο
και ούτε τον Τηλέμαχο θ’ άναβες με αλητείες
που ίσως αργά στο σπίτι σου, σου στείλει κάποιο δώρο.
Μα τώρα από εμένανε άκουσε προφητείες:

Αν όλοι γέρο σαν κι εσέ που λες πως τα γνωρίζεις,
σε νέους λόγια λέγανε, ενώ ήταν οργισμένοι
να τους θυμώσουν πιο πολύ, στα βάθη, τους γκρεμίζεις
χειροτερεύοντας αυτούς. Πως θα ’ταν κερδισμένοι                        200

που τίποτα δεν θα ’βγαζαν; Όμως στην αφεντιά σου
πρόστιμο θά’μπει τσουχτερό, εσένα ν’ αγριέψω
βάρος του να ’ναι η πληρωμή, να λοιώνει η καρδιά σου.
Εγώ όμως τον Τηλέμαχο  θα τονε συμβουλέψω

μπροστά σας. Στον πατέρα της τη μάνα του από τώρα
να στείλει, κι εκεί να ’βαζε στεφάνι, για καλό τους
δεχούμενοι όπως ταίριαζε στην κόρη πλούσια δώρα.
Γιατί από των Αχαιών δεν θα ’βγει απ’ το μυαλό τους

αυτού του γάμου η πεθυμιά, που στα βαθειά τους πάει.
Ποτέ δεν φοβηθήκαμε, όποιος και να ’ναι αγνάντι                          210
ούτε και τον Τηλέμαχο που αυθάδικά μιλάει
κι ούτε στ’ αυτιά θα βάλουμε τα λόγια αυτά του μάντη

κι όσα εσύ ξεστόμισες γέρο, να μας χτυπάνε,
πιο μισητό σε κάνουνε. Ποιος να ’βρει όμως λύση,
έτσι κι αλλιώς απλέρωτο το βιος τους θα το φάνε
όσο τον γάμο της αυτή ξεχνά να τον ορίσει

Τον γάμο, που η προσμονή, μας έχει αποπάρει
και κόρη δεύτερη κανείς, δίπλα του δεν νογάει
γιατί καθείς για ταίρι του, αυτή θέλει να πάρει»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος έτσι του απαντάει:                               220:.........   ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 06/06/09, 05:46
«Μνηστήρες σεις, κι Ευρύμαχε, που φήμες σας ορίζουν
ξόρκισα αυτά που γίνανε, και λέξη δεν μ’ ανάβει.
Γιατί τα ξέρουν οι θεοί, κι οι Αχαιοί γνωρίζουν.
Βοηθείστε με λοιπόν κι εσείς, ν’ αρματωθεί καράβι

με είκοσι ναύτες σύντροφους, να πάω και να γυρίσω
στην Σπάρτη την περήφανη, στις αμμουδιές στην Πύλο
μήπως και μάθω ο κύρης μου , αν θα γυρίσει πίσω,
αν απ’ τον Δία κίνησε φήμη ή κι από φίλο

που πρώτη αυτή, την είδηση, στον κόσμο την απλώνει.
Κι αν μάθω πως η επιστροφή, κοντά είναι, δεν θ’ αργήσει,           230
θα καρτερέψω μια χρονιά κι ας με χτυπούν οι πόνοι.
Μα αν μάθω ότι πέθανε και πίσω δεν γυρίσει

Μνημούρι στην Ιθάκη μου θ’ ανέβω να του κτίσω
τις νεκρικές που αρμόζουνε θυσίες να του κάνω
σε άρχοντα να ’ναι ταιριαστές, και θα παρακινήσω
τη μάνα μου να πει το ναι, στο δεύτερο τον γάμο».

Ο Μέντορας σηκώθηκε, αφού είχε τελειώσει,
που ο Οδυσσέας άφησε σαν φίλο μπιστικό του
όταν στην Τροία έφυγε, κι όλα του τα ’χε δώσει
γνώμη να έχει για το βιος και για το σπιτικό του                            240

και με μεστά τα λόγια του αρχίζει να μιλάει
«Θιακιώτες συμπολίτες μου, να τι μου λέει η γνώση:
Ποτέ στον κόσμο βασιλιάς καλά μη κυβερνάει
με δίκιο και με σύνεση και με αγάπη τόση,

κι όλων τον πόνο ν’ αγροικά, παρά σκληράδα να ’χει,
κακός να είναι, δύστροπος, να φέρεται σαν τέρας.
Ο Οδυσσέας πέστε μου σε ποια μυαλά υπάρχει
που κυβερνούσε όλους μας σαν να ’τανε πατέρας

μα ούτε οι μνηστήρες προξενούν σε μένα απορία
που με αμυαλιά κι  αστοχασιά το βιος του έχουν κλέψει                       250
κι ούτε περνά απ’ το μυαλό πως θα ’ρθει η τιμωρία
γιατί  κακώς νομίζουνε πως δεν θα επιστρέψει

Μα εγώ δεν τα ’χω με αυτούς, γι άλλους λυπάται η σκέψη
που ενώ οι μνηστήρες οι άφρονες το έχουν παρακάνει
αδυνατεί ένας λαός αυτούς να συμμαζέψει».
Και του Ευήνορα ο γιος, ο Λιόκριτος , του κάνει:

«Μέντορα που ξεκούτιανες, κι έχεις κακή τη γλώσσα
τα λόγια αυτά είναι στερνά, απόφασης μεγάλης
για να κερδίζεις φαγητό. Μπορείς να κάνεις τόσα;
ώστε με άντρες τόσους μας μονάχος να τα βάλεις.                          260

Κι  ο  Οδυσσέας να ’φτανε σε Ιθάκη  κι είχε τόλμη
με τους μνηστήρες ν’ άρχιζε την μάχη του στο γλέντι
λίγος θα ήταν, μα κι αυτή θα λαχταρούσε ακόμη
τις χάρες που περίμενε απ’ το γλυκό λεβέντη,

φριχτό θα ’ταν το τέλος του στο ίδιο του το σπίτι
με τόσους μας αν τα ’βαζε. Άνοα τα ’χεις θέσει.
Μα ας μαζευτεί ο καθένας μας στην πατρική του κοίτη
και το ταξίδι ο Μέντορας δίπλα στον Αλιθέρση

να του ετοιμάσουν, φίλοι του, παλιά απ’ τον πατέρα.
Μα απ’ την Ιθάκη εγώ νογώ δεν το κουνά κανένας,                   270
έτσι κι αυτός θα καρτερεί τις φήμες εδώ πέρα».
Είπε κι ευθύς στα σπίτια τους γυρνούσε ένας –ένας,


καθώς με αυτά η σύναξη, τέλειωσε αγάλι-αγάλι.
Τότε οι μνηστήρες τράβηξαν ξανά για το παλάτι,
και ροβολά ο Τηλέμαχος στο μακρινό ακρογιάλι
να δροσιστεί και στη θεά να ψιθυρίσει κάτι.

«Θεά μου, που ανθρωπόμορφη, στο σπίτι μου σε είδα
και μου είπες στο βαθύ γιαλό καράβι ν’ αρματώσω
να μάθω για τον κύρη μου αν φτάσει στην πατρίδα,
οι Αχαιοί εμπόδια μου βάζουν κάθε τόσο                                        280
         
κι οι υπερόπτες πιο πολύ, μνηστήρες μ’ εμποδίζουν».
 Αυτά είπε , και η Αθηνά κοντά του πάλι σμίγει,
 σώμα, φωνή, και όλα της, τον Μέντορα θυμίζουν
 και με φωνή τονε καλεί ο δισταγμός να φύγει:

 «Φόβο δεν έχεις στην καρδιά Τηλέμαχε έχεις τόλμη
  ίδια με αυτήν του κύρη σου, που στο αίμα σου ’χει στάξει
  γιατί ήταν άξιος μαχητής και άξιος στην γνώμη
  και το ταξίδι με σκοπό, θα κάνεις που ’χεις τάξει.

Της Πηνελόπης αν εσύ, και του Οδυσσέα, ο γιός τους
δεν είσαι, όσα στοχάζεσαι δεν θα ’ρθουν με σοφία                         290
γιατί ελάχιστα παιδιά μοιάζουνε στο γονιό τους,
χειρότερα τα πιο πολλά, καλά, η μειοψηφία.

Μα αν τον φόβο αγνοείς κι είσαι αποφασισμένος,
κι η γνώση με του κύρη σου, μες στο μυαλό σου μοιάζει               
ελπίδες έχεις στις δουλειές να είσαι κερδισμένος
κι αυτά που οι μνηστήρες λεν, ξέχνα τα μη σε νοιάζει,

που να ’βρουν νου να στοχαστούν, που να ’βρουνε το δίκιο,
δεν βλέπουνε τον θάνατο στου χάρου το καρτέρι
που θα τον σπείρει αμείλικτα χέρι βαρύ κι αντρίκιο,
μα εσένα το ταξίδι σου ο χρόνος θα το φέρει                                   300

γιατί μ’ εμένα σύμμαχο, και φίλο του πατέρα
θα βοηθηθείς ν’ αρματωθεί γοργόπλοο καράβι
θα μ’ έχεις πάντα  δίπλα σου. Μα πριν τελειώσει η μέρα
με τους μνηστήρες κάθισε, κει που το γλέντι ανάβει   

κι ετοιμασίες άρχισε με προσταγή δική σου,
άλευρα μέσα στα σακιά που ’ναι η ζωή του ανθρώπου ,                 
στις στάμνες πρόσταξε κρασί να βάλουν οι δικοί σου,
κι εγώ συντρόφους θα σου βρω, εθελοντές του τόπου.

Το θαλασσόκλειστο νησί, το έχουν κατακλύσει
καράβια νέα και παλιά. Για να γινεί ταξίδι,                                     310
θα επιλεγεί, θ’ αρματωθεί, κάποιο να ξεκινήσει»
αυτά με θεολάλητη μιλιά του είπε, κι ήδη

ο συνετός Τηλέμαχος κινά για το παλάτι
με την καρδιά ανάστατη ,που οι σκέψεις τον ζαλίζουν,                   
για ν’ αντικρύσει τους κακούς μνηστήρες, που γεμάτοι
αίματα, γίδια σφάζουνε και χοίρους καψαλίζουν.                                                   

Τον πλησιάζει ο Αντίνοος με γέλιο και με χάρη
και σφίγγοντας το χέρι του, να του μιλά αρχίζει:
«Περήφανε Τηλέμαχε άξιο παλικάρι
κακό, από λόγια που ακούς, στο νου μη φτερουγίζει                      320

κάτσε και τρώγε ήσυχα τους άξιους σου κόπους
κι οι Αχαιοί θα δώσουνε ευθύς ότι ζητήσεις
καράβι τούτοι θα σου βρουν με άξιους λαμνοκόπους                 
στην Πύλο, για τον κύρη σου, να βγεις και να ρωτήσεις»:.........   ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 08/06/09, 09:21
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος έτσι του απαντάει:
«Αντίνοε, μαζί αν βγω θα είναι καταισχύνη
να πίνω με ξεφάντωμα δίπλα σας, πλάϊ-πλάϊ.
Δεν σας αρκεί που για το βιος, σείς έχετε ευθύνη,

απ’ τις χρονιές που ήμουνα σχεδόν μικρό παιδάκι;
Μα τώρα που άντρας έγινα, μα μου το είπαν κι άλλοι                   330
καθώς μαθαίνω τις ντροπές, κι ανάβει το σαράκι
σίγουροι να ’στε, συμφορά , θα βρείτε εσείς μεγάλη

ή στην Ιθάκη μένοντας είτε στην Πύλο πάω.
Μα το ταξίδι θα γινεί, ποτέ δεν θα τ’ αφήσω,
κύρης δεν είμαι καραβιού, κι ούτε λαμνοκοπάω
σαν ταξιδιώτης συντροφιά με ναύτες θα κινήσω,

μα το δικό σας όφελος στη σκέψη πάντα παίζει».
Είπε κι απότομα τραβά του Αντίνοου το χέρι.
Τότε οι μνηστήρες στρώσανε το πλούσιο τραπέζι
και του πετούσανε μπηχτές, που κόβαν σαν μαχαίρι                        340

και υπερόπτης ένας νιος πετά κουβέντα σκάρτη:
«Ακάθεκτα ο Τηλέμαχος ζητά να μας κλαδέψει
μέσα απ’ την Πύλο φέρνοντας βοηθούς, κι από την Σπάρτη
γιατί τον σπρώχνει ο πόθος του για μας να ταξιδέψει

Μπορεί στην Έφυρα να βγεί και φαρμακοβοτάνι
να φέρει απ’ τη χώρα αυτή που ομορφοκαρπίζει
να στάξει στα ποτήρια μας όλους να μας ξεκάνει»
και τότε υπεροπτικά δεύτερος νιος αρχίζει:

«Με το βαθύ πλεούμενο, ποιός ξέρει πριν γυρίσει,
όπως ο κύρης του κι αυτός, στα ξένα δεν βουλιάξει                       350
και κόπους πιότερους σε μας, αυτός κληρονομήσει
να διαχωρίσουμε το βιος, όπως σ’ εμάς ταιριάξει,

το σπίτι θα το δώσουμε στην μάνα, με όποιον πάρει».
Τελειώσαν κι ο Τηλέμαχος στην απόθήκη μπήκε
που έκρυβε χρυσαφικά, με λάδι κεχριμπάρι,
σεντούκια με το ρουχισμό που στον καθένα ανήκε,

και πλάκες είχαν με χαλκό, πιθάρια γεμισμένα
στις άκρες, με παλιό κρασί, που έσπαγε τη μύτη,
ανέρωτα γλυκά κρασιά και αρωματισμένα
σαν ο Οδυσσέας κάποτε ξανάφτανε στο σπίτι.                                360

Το δώμα ψηλοτάβανο, πόρτες με δύο φύλα,
με δούλα φύλακα πιστό, έρημο να μη μείνει,
του Ώπου η κόρη η πιστή με αγάπη το εφύλα
η Ευρύκλεια, σαν έφτασε   διαταγή της δίνει:

«Γλυκειά μου βάβω διάλεξε κρασί που το γνωρίζεις,
σε στάμνες πες σε κάποιονε, δίκαια να μοιράσει
να είναι το πιο νόστιμο ,αυτό που προορίζεις
άμα σωθεί ο κύρης μου με αυτό να ξεδιψάσει

σταμνιά βούλωσε δώδεκα, γλυκόπιοτο γεμάτα
κριθάλευρο βάλε  σ’ ασκί ψιλοκοσκινισμένο
μα θα το ξέρεις μόνο εσύ, το μυστικό μου κράτα,
κι αλεύρι μέτρα είκοσι, να ’ναι ψιλοαλεσμένο.                               370

Ο ίδιος θάρθω την νυχτιά, ούτε άλλονε θα στείλω
όταν στης μάνας τη ματιά, ο ύπνος το μερτικό του
πάρει. Στη Σπάρτη να διαβώ στην αμμουδάτη Πύλο
να μάθω για τον κύρη μου και για τον ερχομό του»

Της τα ’πε, και της βάβως του τα μάτια κοκινήσαν
και με κουβέντες τρυφερές τον τριβελλίζει ώρες
«Γιόκα μου τι έβαλες στο νου, ποιοι σε παρακινήσαν
μοναχοπαίδι κι άγουρος να βγεις σε ξένες χώρες

μακριά απ’την πατρίδα σου και τρισαλαργεμένος
με απόντα τον πατέρα σου, ποτέ δεν θα διστάσουν                         380
αυτοί πίσω απ’ την πλάτη σου με μπαμπεσιά και μένος
να σε χαλάσουν ύπουλα το βιος σου να μοιράσουν,

κάτσε γλυκιέ μου φρόνιμα στα σπιτικά σου ελέη
στα πέλαγα θα παιδευτείς και θα σε φάει η αλμύρα».
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και της λέει:
«Βάβω μου την απόφαση μονάχος μου δεν πήρα

βούληση είναι θεϊκή, μα ορκίσου μου εδώ πέρα
πριν δώδεκα μερόνυχτα ο χρόνος να κυλίσει,
στη μάνα λέξη δεν θα πεις γι αυτήν εδώ τη μέρα
αν μόνη της δεν βουληθεί  εμένα να ζητήσει,                                 390

το δάκρυ της να μη χαλά τ’ όμορφο πρόσωπό της»
Έτσι της είπε, κι αυτηνής πικρό κυλά το δάκρυ
στα μάτια, κι αφού έδωσε τον όρκο τον πιστό της
γέμισε τα σταμνιά κρασί και τα ’βαλε στην άκρη

Και σε καλόραφτο ασκό, κριθάλευρο του βάζει.
Έπειτα ο Τηλέμαχος στους άφρονες γυρίζει.
Μα της Παλλάδας το μυαλό ιδέα κατεβάζει.
Με τον Τηλέμαχο όμοια, στην χώρα τριγυρίζει

παρακινώντας νεαρούς στα στέκια όλου του δήμου
να πάνε βράδυ στο γιαλό , αυτοί που ο νους ορίζει.                        400
Κι από το γιο του Φρόνιου, του γνωστικού Νοήμου
γοργόπλοο πλεούμενο με μιας εξασφαλίζει.

Αφού η νύχτα έπεφτε στων δρόμων τη διχάλα
και το καράβι στο γιαλό το ’ριξε να προκάνει
τον χρόνο, στο πλεούμενο, σαν τα καράβια τ’ άλλα,
τ’ άρμενα βάζει, κι ύστερα το δένει στο λιμάνι

Σαν συναχτήκανε λοιπόν οι σύντροφοί του όλοι
η Αθηνά τους γκάρδιωνε χτυπώντας τους στην πλάτη.
Κι ύστερα η λιοπερίχυτη θεά κινά στην πόλη
για να βρεθεί γοργόφτερα στο αρχοντικό παλάτι.                            410

Κει, στους μνηστήρες έριχνε ύπνο γλυκό στα μάτια
τους θόλωνε με το κρασί, στο πάτωμα πετούσαν
τις κούπες που τους πέφτανε, κι απ’ τα ψηλά παλάτια
στην χώρα τρέχαν γρήγορα γιατί άλλο δεν μπορούσαν

ορθοί και ξύπνιοι να’ τανε, η νύστα τους μεγάλη.
    Φωνάζει τον Τηλέμαχο η όμορφη Παλλάδα
ολόϊδια του Μέντορα, στο σώμα, στο κεφάλι,
απ’ το λαμπρό το ανάκτορο, και λάμπει απ’ ομορφάδα:

«Τ’ άλμπουρα πιάσαν, τα κουπιά, Τηλέμαχε, δεν μένει
παρά να ξεκινήσουμε, οι φίλοι ’ναι στο κύμα.                                420
Γρήγορα , το καράβι μας άλλο δεν περιμένει»
Του φώναξε η λιόφωτη και άνοιξε το βήμα

Και κείνος πίσω ερχότανε απ’ τα δικά της χνάρια.
Σαν φτάσαν στο βαθύ γιαλό που το νερό κυλάει
βρήκαν τους φίλους έτοιμους μαζί κι όχι ανάρια,
κι ο θεϊκός Τηλέμαχος αρχίζει να μιλάει

«Πάμε συντρόφοι γρήγορα στο έρημο παλάτι
να φέρομαι στο πλοίο μας το αλεύρι κι άλλα ελέη,
η μάνα μου κι οι σκλάβες της πριν ψυλλιαστούνε κάτι,
γνωστό σε μια είν’ απ’ αυτές» με φρονιμάδα λέει.                     430

Αφού συνάχτηκε το βιος, και μπήκε στο καράβι
όπως ορίσαν εξ’αρχής του Τηλεμάχου οι όροι
στην πρύμνη πήγε η Αθηνά την θέση της να λάβει
και δίπλα της θρονιάστηκε του Οδυσσέα τ’ αγόρι

τα παλαμάρια λύσανε οι ναύτες και πηδήσαν
στου πλοίου το κατάστρωμα, με βιαστικό το βήμα
και σαν πουλιά, με διαταγή ουράνια κυμματίσαν
βοηθώντας να γλυστρίσουνε στο απαλό το κύμα

με τον Τηλέμαχο μπροστά, τα άρμενα σηκώσαν
κι ακούγανε τις διαταγές για να δεθεί το ξάρτι                                                                                                                                     
έπειτα δέσαν το πανί και στα ψηλά τ’ ορθώσαν
αφού στο τρύπιο της δοκού σφηνώσαν το κατάρτι

φούσκωνε ο αέρας το πανί, και τα λουριά δεθήκαν
με της καρίνας τις στριγγλιές στο λαξευτό το κύμα
καθώς η ώρα πέρναγε βαθύτερα βρεθήκαν
με το μαβί καράβι τους, λαμνοκοπώντας πρίμα

ποτήρια πήραν με κρασί, που φέρνει τη ζαλάδα,
το στάζανε για τους θεούς και η θυσία ανάβει
η πρώτη-πρώτη δέηση για την θεά Παλλάδα
κι ως την αυγή αρμένιζε, στη νύχτα , το καράβι.  !!!!!                          450
 
        ΤΕΛΟΣ Β! ΡΑΨΩΔΙΑΣ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 10/06/09, 08:37
        ΡΑΨΩΔΙΑ  Γ!

Καθώς ο ήλιος άφηνε της λίμνης τ’ άγιο σώμα,
ν’ απλώσει στην χαλκόφωτη  ουράνια ανηφόρα
το φως, σε ανθρώπους, σε θεούς,  στο καρποφόρο χώμα,
φτάσαν στην ομορφόχτιστη γη, του Νηλέα χώρα

κι ήταν η ώρα που ο λαός συνάχτηκε να δώσει
στον Σείστη σφάγια,στην ακτή, και  στους γιαλούς τους μαύρους.
Ηταν εννιά χωρίσματα. Νομάτοι πεντακόσοι
σε κάθε χώρισμα μαζί, μ’ εννιά καθένα, ταύρους.

Τα σπλάγχνα είχαν φαγωθεί, καιγόνταν τα μηριά τους,
κι έμπαιναν ίσια στην ακτή με το γοργό καράβι,                             10
αφου πατήσαν στη στεριά μαζέψαν τα πανιά τους
μπροστά η θεά και πίσω ο νιος που τρέχει να προλάβει.

Κι η λιοπερίχυτη θεά τις συμβουλές αρχίζει:
«Τηλέμαχε άσε τις ντροπές, αν έτσι έχεις μάθει
είναι ο σκοπός του ταξιδιού, κι έτσι ο καιρός ορίζει
να βρεις που θάφτηκε ο γονιός, είτε τι έχει πάθει.

Γι αυτό θα πας στον Νέστορα να τονε συναντήσεις
να μάθουμε, σαν τι βουλές φυσά του νου το αγέρι,
την πάσα αλήθεια να σου πει, γι αυτό να τον ξορκίσεις,
με σύνεση θα σου απαντά, το ψέμα δεν το ξέρει».                          20

Κι έτσι απαντά ο γνωστικός Τηλέμαχος με σκέψη:
«Μέντορα δύσκολο πολύ να μπω σε τέτοια δίνη,
το μέτρημα στα λόγια μου, δεν έχει αγναντέψει
κι είναι βαρύ στον νιότερο,  τον γέρο ν’ ανακρίνει».

Τότε η γαλαζόματη θεά του απαντάει:
«Λόγια Τηλέμαχε στο νου, οι σκέψεις σου θα φέρουν,
κι άλλα, οι θεοί θα σου τα πουν. Κι ούτε κανείς νογάει
πως ήρθες κι έφτασες εδώ, χωρίς αυτοί να ξέρουν».

Έτσι η Παλλάδα απαντά με την στοργή του φίλου
βαδίζοντας γοργά-γοργά, και πίσω αυτός ερχόταν                          30
μέχρι να συναντήσουνε τους κάτοικους της Πύλου,
στον Νέστορα να ’ρθουν κοντά, που με τους γιους καθόταν

κι ενώ τραπέζια στρώνανε με κρέατα γεμάτα
μα κι άλλα κόβαν, στη φωτιά, να βάλουν να σουβλίσουν
ως είδαν ξένους να ’ρχονται απ την μεγάλη στράτα
ευγενικά τους δέχτηκαν κοντά τους να καθίσουν

Και πρώτος, ο  Πεισίστρατος απ’ όλους τους, τους παίρνει
από το χέρι στοργικά να πάνε αγάλι-αγάλι
και στο τραπέζι του κοντά τους νιοφερμένους φέρνει
πάνω στις μαλακές προβιές να κάτσουν, στο ακρογιάλι.                40


Δίπλα με τον πατέρα του και με τον Θρασυμίδη
τ’ αδέρφι του, δυό μερτικά των σπλάγχνων τους προσφέρει,
και σε μια κούπα κέρασε, με ολόχρυσο στολίδι
γλυκό κρασί, απλώνοντας στην Αθηνά το χέρι,

την κόρη του ασπιδόφραχτου του Δία, και της λέει:
«Ξένε δεήσου πρώτα εσύ στον μέγα Ποσειδώνα
αφού θυσίας άνεμος σας έτυχε να πνέει
κι αν ευχηθείς στη χάρη του και στάξεις τη σταγόνα,

στον σύντροφο δώσ’ το κρασί να στάξει να το δούμε,
λάτρης μου μοιάζει των θεών, που τους πιστεύει αιώνια.              50
Ανάγκη εμείς τους έχουμε στον κόσμο αυτό που ζούμε.
Μα επειδή είναι μικρός, ίδιος μ’ εμέ στα χρόνια

γι αυτό το χρυσοπότηρο σε σένα θα το δώσω».
Έτσι της είπε ο γνωστικός, ο  ομορφογιός του κύρη
κι η Αθηνά ξαφνιάστηκε, μα χάρηκε ως τόσο
που εκείνης πρώτα έδωσε το ακριβό ποτήρι

κι αρχίζει την παράκληση στον μέγα Ποσειδώνα:
«Της πλάσης μέγα Σαλευτή, άκουσε τις δεήσεις
μην αρνηθείς τις προσευχές, στου κόσμου τον αγώνα.
Στον Νέστορα, και στα παιδιά, δόξα να τους χαρίσεις                   60

και στους Πυλιώτες, τάξε τους, που έτυχε και είδα,
πολλά να περιμένουνε απ’ τη θυσία ήδη.
Και τον Τηλέμαχο κι εμέ, βόηθα μας ,στην πατρίδα
να φτάσουμε ύστερα απ’ αυτό το σκόπιμο ταξίδι».
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Μαρμελακι στις 10/06/09, 09:06
(σχολιο διαγραφηκε)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 10/06/09, 09:44
Θα ήθελα φίλε μου να σε ευχαριστήσω για το σχόλιό σου,
να σου πω ότι μέχρι τέλος του χρόνου ευελπιστώ να την τελειώσω
και αν φανεί κάποιος για έκδοση, θα δούμε....
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 12/06/09, 09:14
                       Γ

Έτσι τελειώνει η Αθηνά τη δέησή της μόνη
δίνοντας στου Οδυσσέα το γιο, την κούπα με δυό χέρια,
το ίδιο κι ο Τηλέμαχος την δέηση τελειώνει.
Κι αφού απ’ τις σούβλες βγήκανε ψητά τα ψαχνομέρια

σε μερτικά , τα φάγανε μαζί με άλλα ελέη.
Τελειώσαν, πίνοντας κρασί, που τις καρδιές ευφραίνει,                70
κι ο αλογοθρόφος Νέστορας σηκώνεται και λέει:
«Τώρα είν’ όμορφη στιγμή να σας ρωτήσω ξένοι

χορτάτοι όπως είσαστε, να μου αποκριθείτε.
Ποιοι είστε και γυρίζετε στα πελαγίσια αλώνια
τύχη σας στέλνει ή δουλειές, στις θάλασσες να βγείτε
ή σαν τους κλέφτες ’δω κι εκεί γυρίζετε για χρόνια

στα ξένα , φέρνοντας κακά με απάνθρωπη σκληράδα».
Μα ο γνωστικός Τηλέμαχος, σηκώθηκε με θάρρος
που η θεά του έβαλε, στα στήθεια, η Παλλάδα
και για τον κύρη του ρωτά, αν πρόφθασε ο χάρος                          80

να τονε πάρει, κι άφθαστη η δόξα του να μένει
«Νέστορα γιε των Αχαιών και του Νηλέα καμάρι
θα μάθεις που ’θε ερχόμαστε, κι από ποια χώρα ξένη.
Δική μας είναι η δουλειά, γι αυτήν έχω μπαρκάρει

κι από την Ιθάκη ήρθαμε που ’χει το Νηό για όρος
και για τον κύρη που αγαπώ ρωτάω με λατρεία.
Ο Οδυσσέας ο τρανός που να ’ναι οδοιπόρος
γιατί μαζί κουρσέψατε το ανάκτορο στην Τροία.

Της Τροίας κάποιοι ήρωες μαθαίνουμε, ωσότου
πίσω γυρίσουν, χάθηκαν από στυγνό μαχαίρι.                                 90
Μα ο γιος του Κρόνου δεν μιλά γι αυτόν ή τον χαμό του
κι ούτε κανένας να μας πει αν χάθηκε δεν ξέρει,

αν χέρι εχθρών τον έκοψε σε μιας στεριάς την άκρη
ή ο αφροκύμματος γιαλός τον έκαμε κομμάτια.
Γι αυτό προσπέφτω Νέστορα στα πόδια σου με δάκρυ
να πεις αν είδες τον χαμό με τα δικά σου μάτια

ή παραδέρνει άκουσες σε άγρια ξεροβόρια.
Που σαν κι αυτόν άλλος κανείς δεν μπήκε σε παγίδες.
Δεν θέλω να μ’ ευσπλαγχνιστείς, δεν θέλω παρηγόρια
πες την αλήθεια Νέστορα, γυμνή όπως την είδες .                            100

Αν ο Οδυσσέας έκανε κάτι που δεν γνωρίζω,
τον λόγο είπε τον καλό ή τέλεψε δουλειά σου
στην Τροία, που οι Αχαιοί παιδεύτηκαν ,σε ορκίζω
για χάρη μου, αληθινή, να είναι η λαλιά σου».».........   ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 14/06/09, 16:35
                    Γ

Κι έτσι απάντησε η φωνή του γέρο-αλογοτρόφη:
«Πάθια πολλά μου θύμισες γιε, κι η μελαγχολία
με πιάνει , με όσα οι Αχαιοί, οι ατρόμητοι συντρόφοι
πάθαν εκεί σαν βγαίναμε με τα γοργά τα πλοία

για να κουρσέψουμε αυτούς, ο Αχιλλέας πρώτος,
να αλωθεί του Πρίαμου το κάστρο που ήταν τότες                         110
αρχοντικό, ψηλόχτιστο, μα έτυχε ο λώτος
να αντικρύσουμε νεκρούς τους πρώτους μας στρατιώτες

Αίαντας ο πολεμιστής, με τον γοργό Αχιλλέα,
ο Πάτροκλος,ο ισόθεος, που είχε σοφία τόση
ο γιος μου ο Αντίλοχος που ’χε καρδιά δρομέα
κι ήταν τεχνίτης στο σπαθί και άφθαστος στην γνώση

χάθηκε ο αγαπημένος μου, ατρόμητος στην μάχη.
Χιλιάδες πάθαμε δεινά, κανείς πώς να τ’ αντέξει.
Μα πως μπορεί ανθρώπου νους, μες στο μυαλό του να’χει;
χρόνους να τα διηγηθεί, θα ήθελε πέντε-έξι                                      120

των Αχαιών τα πάθια αυτά, του μαύρου τους του άστρου,
μα θα ’φευγες προτού στα πουν,  κούραση θα’χες τόση.
      Με πονηριές παλεύαμε το πάρσιμο του κάστρου
εννιά χρονιές, μα του Διός αλλιώς ήταν η γνώση.

Στην πονηριά και στο μυαλό, στης τέχνης τη συνήθεια,
τον  Οδυσσέα, στον στρατό κανένας μας δεν φτάνει.
Αυτός ήταν ο κύρης σου, αν είσαι γιος του αλήθεια,
κι ένας μεγάλος θαυμασμός σαν σε κοιτώ με πιάνει

γιατί με σύνεση πολύ αυτά που ’χες να στάξεις
τα είπες , έστω κι αν παιδιών λέξεις, δεν έχουν ρώμη.                    130
    Ο Οδυσσέας μα κι εγώ, σε όλες τις συνάξεις
και στην βουλή, μας τύχαινε ίδια να ’χουμε γνώμη

μιά γνώμη ,μία θέληση, προ πάντων μία κρίση,
ποιο θα ’ταν συμφερότερο στων Αχαιών τη φάρα.
Κι όταν το κάστρο είχαμε του Πρίαμου κερδίσει
και μες στα πλοία μπήκαμε, σαν θεϊκή κατάρα

τα φοβερά μπήκαν στον νου, στου Δία το κεφάλι,
για τούτη την επιστροφή της ποθητής της μέρας,
άλλωστε όλοι είχαν νου ;  Μα ήταν και τούτο πάλι,
που ήρθε κι ο αναπάντεχος θυμός της θυγατέρας                           140

του αήττητου του κύρη της, κόρη γαλανομάτα
που στου Ατρέα τα παιδιά διχόνοια είχε σκορπίσει.
Κι αυτοί, βουλή καλέσανε , που άνομα εκράτα
τους Αχαιούς,σαν πήγαινε ο ήλιος για την δύση

κι ήρθαν αυτοί, μα είχανε απ’ το κρασί μεθύσει,
         κι οι δυό Ατρείδες προσπαθούν με λόγια να εξηγήσουν
Ξεκίνησε ο Μενέλαος να τους παρακινήσει
ν’ ανέβουν στα καράβια τους και πίσω να γυρίσουν,

του Αγαμέμνονα αυτό του φέρνει αγριάδα
που δεν του άρεσε ο στρατός ακόμα να επιστρέψει                        150
θέλοντας πλούσιες τελετές να κάνει στην Παλλάδα
που ίσως της σβήσουν τον θυμό και μήπως ημερέψει.

Άνοα σκέφτηκε , οι θεοί ποτέ αυτό δεν πράξαν,
το μένος τους τόσο γοργά, να το φυσήξει αγέρι.
Έτσι εκείνοι με βρισιές και λόγια που ανταλάξαν
τους Αχαιούς τους γρήγορους χωρίσαν σε δυό μέρη

ανταριασμένους. Κι η νυχτιά στη σκέψη τους θα βάλλει
πως, ο καθένας απ’ τους δυό τον άλλονε θα βλάψει
γιατί απ’ του Δία το μυαλό μια συμφορά μεγάλη
περνούσε. Κι όταν η αυγή το φως της πάει ν’ανάψει                       160

μισοί πήραν τα ταίρια τους, τα ζώα, στο καράβι
κι ο άλλος ο μισός στρατός, προς τη στεριά γυρίζει
δίπλα στον Αγαμέμνονα την θέση του να λάβει.
Μπήκαμε στα καράβια μας κι ο στόλος πεταρίζει

κι ήταν γαλήνια η θάλασσα μ’ ενός θεού βοήθεια.
Θυσία μόλις φτάσαμε στης Τένεδου τα μέρη
κάναμε, κι είχε ο πόθος μας φωλιάσει μες στα στήθεια
μα ο Δίας αντιστέκονταν το γυρισμό να φέρει

και έστειλε ο αγνόθωρος  άλλη διχόνοια πάλι.
Στα πλοία μπήκαν τα ψηλά όσοι είχαν μετανιώσει,                     170
με τον Δυσσέα τον σοφό τραβήξαν στ’ ακρογιάλι
να βρουν τον Αγαμέμνονα, ξανά χαρά να νοιώσει.........               ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: kuiper στις 14/06/09, 21:56
Με χαρά σε διαβάζω και σε συγχαίρω ακόμα μια φορά για την άψογη, αξιοθαύμαστη και αξιέπαινη προσπάθεια στην έμμετρη απόδοση ενός τεράστιου έργου. 
Καλή συνέχεια.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 15/06/09, 00:02
Φίλε μου kuiper
και να 'θελα να μειώσω τους ρυθμούς για το τελείωμά της, ή να την αφήσω μέχρι εδώ,
μετά από σχολιασμούς σαν τους δικούς σου και από άλλα φιλαράκια, ούτε καν περνά από την σκέψη μου...
Θα την τελειώσω...Άλλωστε 2400 στιχοι περίπου έμειναν ...

Να ξέρεις ότι μου δίνεις δύναμη, και Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!!!!!!!!
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: pinelopi στις 15/06/09, 10:15
πράγματι αξιέπαινη η προσπάθειά σου , χαίρομαι να διαβάζω τόσο καλογραμμένες ρίμες ειλικρινά.
Μπράβο σου για το εγχείρημα και το εξαιρετικό αποτέλεσμα.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Stergios Kourou στις 16/06/09, 08:59
Σε καμμία περίπτωση δεν θυμάμαι τους στίχους από τις μεταφράσεις που έχουν εκδοθεί κι ετυχε να διαβάσω. Σε καμμία περίπτωση δεν μπορώ να διακρίνω αυτη τη στιγμή, αν έχεις αλλάξει το νόημα καπου. Αυτό που διάβασα πάντως, ρέει και διαβάζεται πάρα πολύ ευχάριστα. Δεν μπορώ να φανταστω πόσες ώρες έχεις καθήσει κι έχεις στίψει το μυαλό σου για τη ρίμα. Μόνο συγχαριτήρια μπορω να δώσω!!! Μπράβο φίλε μου!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: lampros. στις 16/06/09, 10:40
Είναι αυτονόητο για όλους εμας, πως πρέπει να τελειώσεις το έργο...
Το αν ειναι όμως ή οχι αισθητό.. μην το αναζητησεις.
Αυτο που επιχείρησες, δεν είναι καθόλου εύκολο για την πλειοψηφία...
Αν η θεματολογία σου αφορούσε ενα παρτυ στην παραλία, το θεμα σου θα ηταν απ' τα πιο δημοφιλή...
Προσωπικά χαίρομαι που το θέμα βρίσκεται στη μόνιμη στήλη. Θα χαρώ να το ολοκληρώσεις, να διαχωριστούν τα σχόλια και να παραμείνει εδω, ακέραιο, έτοιμο για το αύριο...
Καλη δυναμη σου εύχομαι... και μην επηρεάζεσαι απο τίποτε άλλο παρα το αρχικό πάθος, εκείνο που σε ώθησε μέχρι εδω...
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 16/06/09, 11:30
φίλε, qrusticks, φίλε lampro
ευχαριστώ για τα σχόλια που για μένα αποτελούν προωθητική δύναμη στον δρόμο προς το τελείωμά της...
Η παρέμβαση και άλλων φίλων από άλλα στέκια με σχολιασμό και παρατηρήσεις, με βοηθούν πολλές φορές
για εντοπισμό λαθών, ή και διορθωτικών κινήσεων...
Θα ήθελα και από εδώ να τους ευχαριστήσω!!!!!
Να είστε πάντα καλά, και να έχετε ένα όμορφο καλοκαίρι...

Υ/Γ (Τα σχόλια που λες φίλε lampro θα μπορούσαν να αφαιρούνται και ανα ραψωδία, ώστε να μένει αυτούσια...
και με το καλό αν ολοκληρωθεί, να αφαιρεθούν και τα ενδιάμεσα μεταξύ των ραψωδιών....
έχω την εντύπωση ότι  εγώ δεν έχω την δυνατότητα να το κάνω....

Φίλε qrusticks  οι ώρες αναρίθμητες ...αλλά με το που τελειώνει κάθε φορά  κάποια ραψωδία , η
χαρά είναι απέραντη....οπότε ποιος λογαριάζει τις ώρες μετά!!!!!!)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: kuiper στις 16/06/09, 12:47
Θα χαρώ να το ολοκληρώσεις, να διαχωριστούν τα σχόλια και να παραμείνει εδω, ακέραιο, έτοιμο για το αύριο...

Λάμπρο, οι σχολιασμοί των μελών δεν μπορούν μα και δεν πρέπει να διαγραφούν.
Έτσι κι’ αλλιώς στο τέλος θα μεταφερθεί και τότε βλέπουμε.



 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: lampros. στις 16/06/09, 13:03
Δεν προτεινα να διαγραφούν, αλλα να διαχωριστούν ώστε το έργο να είναι ακέραιο...
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Aganippi στις 16/06/09, 13:08
Φίλε μου, τώρα βρήκα χρόνο να διαβάσω όλες τις αναρτήσεις σου και πραγματικά αισθάνομαι πολύ όμορφα που είχα την τιμή να σε γνωρίσω έστω σαν αναγνώστης. Έχεις κάνει πολύ καλή δουλειά και σου αξίζουν συγχαρητήρια με το παραπάνω. Μπορεί να το έχεις διαβάσει πολλές φορές αλλά είναι αληθινό. Καλή συνέχεια στο έργο σου, να έχει τα καλύτερα αποτελέσματα.

Φιλικά
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 16/06/09, 16:31
στις φίλες pinelopi και aganipi θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ που σκύψανε πάνω στους στίχους της Οδύσσειας
και σχολίασαν τόσο θετικά  αυτό μου το εγχείρημα!!!!!!
Θέλω να πιστεύω πως μέχρι το τέλος θα τα καταφέρω...και θα ήθελα και τότε την γνώμη σας, για το τελικό αποτέλεσμα....
Καλές μου φίλες να είστε πάντα καλά και να τα λέμε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: Bάγια στις 16/06/09, 19:39
Πολύ αξιόλογο!
Από όλες τις πλευρές!
Πέραν των καλλιτεχνικών, είσαι εργάτης καλός! Κάτι που λείπει σήμερα...συνήθως τα περισσότερα που διαβάζω είναι "του ποδαριού".
Με το καλό να φτάσεις στο τέλος και να δοθεί η ευκαιρία στη Ραψωδία σου να φτάσει και πέρα από τα μέλη του kithara.gr

Φιλικά,
Βάγια
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 16/06/09, 21:30
'Αλλο ένα δώρο η κρίση σου και το σχόλιό σου καλή μαυ Βάγια
που με δυναμώνει!!!!!!
Ένα μεγάλο ευχαριστώ για το σχόλιο και την ευχή σου.........
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 17/06/09, 12:17
                         Γ

Μα εγώ με πλοία τράβηξα, μ’ εκείνους που πειστήκαν
μαζί μου να ’ρθουν, έβλεπα της μοίρας μας τ’ αγιάζι.
Με του Τυδέα πίσω μου τον γόνο, στοιχηθήκαν
και του Μενέλαου οι πιστοί, που η θάλασσα τους βγάζει

στην Λέσβο να μας συναντούν ,τον χρόνο να μετράμε,
αν την πετρόσπαρτη ψηλά, την πιάσουμε την Χίο,
προς τα Ψαρά, κι αριστερά την έχουμε όπως πάμε,
ή την διαβούμε χαμηλά, στο κάτω της στοιχείο                              180

στου Μίμα το ανεμόδαρτο κοντά, το ακρωτήρι.
Και στον θεό  που κάναμε την δέηση το βράδυ,
δεκτή την κάνει κι απαντά: το κάθε τρεχαντήρι
να ταξιδέψει έχοντας την Εύβοια σημάδι

και τα μεγάλα μας δεινά στο τέλος τους να φτάσουν.
Άνεμος πρίμος βόηθησε, κι όχι αυτός που αλύχτα,
τον ψαρογέμιστο γιαλό τα πλοία να περάσουν
να φτάσουμε στην Γεραιστό, να βγάλουμε την νύχτα,

κι εκεί για χάρη του θεού, του Ποσειδώνα, ήδη
χιλιάδες βόδια σφάχτηκαν , που είχαμε πλάϊ φίλο.                        190
Στο Άργος, την τέταρτη βραδιά, οι ναύτες του Διομήδη
τα ισομήκη πλοία τους αράξαν. Και στην Πύλο

έφτασα εγώ με άπαυτο ,ευνοϊκό αγέρι
όπως ο Δίας το ’στελνε απ’ την αρχή με χάρη .
Έτσι κατάφερα να ’ρθώ, μα ο νους μου πώς να ξέρει
του χάρου ποιοι ξεφύγανε, και πόσους έχει πάρει;

κι αυτά που στο παλάτι μου ακούμε καθισμένοι
θα σου τα πω ολοκάθαρα , αλήθεια, εγώ μόνος.
Ακούω φτάσανε καλά οι δορατοπλισμένοι
οι Μυρμιδόνες σπίτι τους που του Αχιλλέα ο γόνος                       200

καλά τους πήγε, κι άριστα από τον Φιλοχτήτη
του Ποίμαντα, έφτασαν τον γιο, συντρόφοι πρίμα-πρίμα,
κι ο Ιδομενέας έμαθα τους γύρισε στο σπίτι,
που όσοι στη μάχη γλίτωσαν, γλιτώσαν και στο κύμα.

Μα ακούσατε από μακριά, για του Ατρέα τον γόνο
πως αρχικά την γλίτωσε, και με θανάτου βέλος
πως ο κακούργος Αίγισθος τον κλάδεψε, με φόνο.
Κι αυτός όμως πανάκριβα το πλήρωσε στο τέλος.

Αχ! πόσο στα στερνά καλό, κανείς είναι ν’ αφήνει
απόγονο, περίλαμπρο, τρανό , και παλικάρι                                      210
σαν κείνον που τον Αίγισθο σ’ εκδίκησης καμίνι
τον έκαψε. Και είσαι εσύ, ψηλός γεμάτος χάρη

γίνε ο ακαταμάχητος που εκδίκηση θα πάρει».
Κι ο συνετός Τηλέμαχος με λόγια, του γνωρίζει:
«Νέστορα, του Νηλέα γιε των Αχαιών καμάρι
εκείνος εκδικήθηκε, κι η φήμη του αρχίζει

τραγούδι να ’ναι στον ντουνιά, με αξιοσύνη , ώστε
τρανός να γίνει. Άμποτες και οι θεοί κι οι μοίρες
που εμένα τώρα κυνηγούν, όταν τους λέω δώστε
δύναμη, να μ’ ευσπλαγχνιστουν, να κόψω τους μνηστήρες.         220

Για μένα και τον κύρη μου, η στοχασιά δεν πάει
προς το καλό, απ’ τους θεούς. Μα υπομονή ας γίνει».
Κι ο αλογοτρόφης Νέστορας έτσι του απαντάει:
«Γιε μου, ακούω τα λόγια σου, κι έχει στην μνήμη μείνει

αυτά που λεν: στο πατρικό ,μνηστήρες να ’χουν πέσει
ξεκοκαλίζοντας το βιος τη μάνα σου ζητώντας.
Τ’ αντέχεις όμως όλα αυτά ή έχει μπει στη μέση
θεός, και σέρνεται ο λαός, αυτόν ακολουθώντας;

Ποιος ξέρει αν δεν αναφτεί του γδικιωμού η δάδα
αν με όλους ή μονάχος του ,προς την πατρίδα γείρει.                      230
Μακάρι να σε αγαπά και σένα η Παλλάδα
όπως στην Τροία φάνηκε πως αγαπά τον κύρη

τότε που οι δόλιοι Αχαιοί γεμίσαν με πικράδα.
Μα από θεό σε άνθρωπο αδυναμία τόση
δεν ξαναείδα σαν κι αυτή που του ’χε η Παλλάδα.
Αν και για σένα ήτανε γιε μου η αγάπη, όση


σ’ εκείνονε σταλάχτηκε, για γάμο θα μιλούσαν;».
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απάντηση του δίνει:
«Τα λόγια γέρο μου αυτά στο νου μου αν περνούσαν
ψηλά θα με ανέβαζαν, μα αδύνατον να γίνει                                    240

και να το θέλαν οι θεοί, ελπίδα εγώ δεν έχω».
Κι η γαλανόματη απαντά με την οργή στο στόμα:
«Τηλέμαχε άπρεπα μιλάς, μα εγώ καλά κατέχω,
πως άμα θέλουν οι θεοί κι αλάργα τους ακόμα

τον άνθρωπο τον σώζουνε. Και θα ’θελα να ζήσω
με εμπόδια τον γυρισμό στη όμορφη πατρίδα,
παρά να μ’ εύρει ο θάνατος στο σπίτι σαν γυρίσω
όπως τον Αγαμέμνονα που μ’ αιχμηρή λεπίδα

ο Αίγισθος τον έκοψε μαζί με την κυρά του,
με απάτη. Μα ούτε κι οι θεοί πίσω μπορούν να πάνε,                     250
την ώρα, που ’ρχεται ο βραχνάς του αμίλητου θανάτου
για τον θνητό, κι ας τύχαινε, με πάθος ν’ αγαπάνε.......ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ






Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 18/06/09, 20:32
                          Γ


Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος έτσι θα απαντήσει:
«Τα λόγια τούτα Μέντορα, προτού η φωτιά ανάψει,
καλύτερα ν ’αφήσουμε, αυτός δεν θα γυρίσει
η μοίρα κι οι ουράνιοι τον έχουνε ξεγράψει.

Μα έρώτηση στον Νέστορα που ’χουμε τώρα αντάμα
θα κάνω, κι είναι πάνσοφος, λέει όποιος τον γνωρίζει,
κι ότι βασίλεψε τρανά σε τρεις γενιές συνάμα,
κι ομοιόθεος του φαίνεται όποιος τον αντικρίζει.                            260....


Νέστορα του Νηλέα γιε, ιστόρησε στ’ αλήθεια,
του Ατρέα ο Αγαμέμνονας, ο βασιλιάς πως χάθη;
που ήταν ο Μενέλαος; πως στου Αίγισθου τα στήθεια
να στείλει μπήκε, ανώτερο, στου σκοταδιού τα βάθη;

Στα ξένα θα ροβόλαγε, στο Άργος πριν γυρίσει
κι αυτός γκαρδιώθη ξαφνικά και του ’κοψε το νήμα».
Κι ο αλογοτρόφος Νέστορας έτσι θα του απαντήσει
«Με ευχαρίστηση όλα αυτά θα σου τα πω σαν ποίημα.

Φαντάσου μόνος, αν σκεφτείς με τόλμη και με αντρεία,
αν ζωντανό τον Αίγισθο τον πρόφθαινε ακόμα,                               270
ο ήρωας Μενέλαος γυρνώντας απ’ την Τροία,
χώμα δεν θα βρισκότανε να σκέπαζε το σώμα

σκύλοι θα του ξεσκίζανε τις σάρκες του και όρνια
έξω απ’ την πόλη, κατά γης σερνόμενος σαν λέσι,
και ούτε κόρη Αχαιών θα ένοιωθε συμπόνοια
γι αυτό το ανοσιούργημα που σκέφτη να τελέσει.

Ενώ λοιπόν τραβιόμαστε στης Τροίας τ’ άγια μέρη
αυτός στου αλογότροφου του Άργους μες στο πούσι
του Αγαμέμνονα γλυκά ,ξελόγιαζε το ταίρι.
Μα η Κλυταιμνήστρα στην αρχή δεν ήθελε ν’ ακούσει                  280

ούτε της μπήκε στο μυαλό μια τέτοια ατιμία.
Κι έναν τρανό τραγουδιστή κοντά της είχε βάλει
με οδηγίες πού έδωσε πριν φύγει για την Τροία
του Ατρέα ο γιος, να ’χει το νου σ’αυτής το προσκεφάλι

Όμως κι αυτή δεν άντεξε στην πίεση την τόση
κι έστειλε τον τραγουδιστή σ’έρημο ξερονήσι
με λαίμαργα όρνια, σ’ερημιά, να τονε θανατώσει
καθώς τα λόγια του Αίγισθου την είχανε λυγίσει

κι αυτός  με βόδια ,τους θεούς, θυσίες τους χαρίζει,
στολίδια και μαλάματα και άφθονο χρυσάφι,                                 290
αφού δουλειά τελείωσε χωρίς να το ελπίζει.
Όταν λοιπόν αφήσαμε της Τροίας τα εδάφη,

εγώ και του Ατρέα ο γιος, λάμνοντας μονιασμένοι
σαν φτάσαμε στο Σούνιο, στων Αθηνών τη μύτη,
με σαϊτιά χτυπώντας τον δηλητηριασμένη
ο Φοίβος, του Μενέλαου χτυπά τον κυβερνήτη

που το τιμόνι κράταγε και πέταε το καράβι,
τον Φρόντη του Ονήτορα, που άλλος δεν τον πιάνει
όταν φουρτούνα στο γιαλό το πέλαγος ανάβει.
Έμεινε εκεί, στον σύντροφο μνημόσυνο να κάνει                           300

κι ας βιάζονταν, στο θάψιμο, τιμές να του προσφέρει.
      Στον αψηλόκορφο Μαλιά σαν φτάσανε τα πλοία
γλιστρώντας στον μουντό γιαλό βοηθούμενα απ’ τ’ αγέρι
πικρό τονε περίμενε μαντάτο απ’ τον Δία

που με άνεμους, το πέλαγος το έκανε αστρίτη
με κύμματα σαν τα βουνά οι θάλασσες γεμάτες
και τα καράβια σκόρπισαν, μισά βγήκαν στην Κρήτη,
κει στου Γιαρδάνου τη μεριά, που μένουν Κυδωνιάτες.

Εκεί μια πέτρα γλιστερή, στου πέλαου το ζεφύρι
στην άκρια της Γόρτυνας, ορθώνει το κορμί της.                           310
Εκεί ο νοτιάς απ’ τη Φαιστό, απ’ το ζερβό ακρωτήρι,
τη θάλασσα λυσσομανά, μα κόβει την ορμή της

η πέτρα τούτη η ορθή. Εκεί τα πλοία φτάσαν
κι οι ναύτες βγήκαν στη στεριά με κόπο και με ζόρι.
Όμως τα πλοία χάθηκαν, τα κύματα τα σπάσαν
και πέντε μόνο γλύτωσαν που ’χανε μαύρη πλώρη

όμως κι αυτά στην Αίγυπτο τα πέταξε το κύμα.
Σε ξένους βρέθη , αλλόγλωσσους, και βάλθη να συνάξει
χρυσάφι μες στ’ αμπάρια τους, και θησαυρούς και χρήμα.
Τότε βουλήθη ο Αίγισθος το φονικό να πράξει                               320

κι έσφαξε του Ατρέα το γιο, και στη υποταγή του
μπήκε η Μυκήνα έκτοτε για εφτά  χρονιές γεμάτες
Τον άλλο χρόνο έφτασε πνιγμένος στην οργή του
ο Ορέστης που στων Αθηνών βρισκότανε τις στράτες

Κι αφού σκοτώνει τον φονιά του ξακουστού πατέρα
τραπέζι πλούσιο νεκρικό σ’ Αργείτες ετοιμάζει
για τον κακούργο Αίγισθο, την δολερή μητέρα.
Κι ανήμερα ο Μενέλαος στο Άργος πλησιάζει

με τα καράβια ολόγιομα χρυσαφικά και πλούτη.
    Κι εσέ στις μαύρες ξενιτιές, μην τρέχουν τα μυαλά σου                330
τα κτήματά σου αφήνοντας, θα σου τα φάνε τούτοι
που είναι ξεδιάντροποι, το βιος και τα καλά σου

θα τα μοιράσουν κι άκαρπο θα είναι το ταξίδι.
Ωστόσο στου Μενέλαου να φτάσεις την πατρίδα,
δεν πέρασε πολύς καιρός που ’χει γυρίσει ήδη
από στεριές, που για να δει, κανείς δεν έχει ελπίδα

όποιον τον σύρει ο άνεμος σε τέτοιους μαύρους τόπους
που κι ένα χρόνο τα πουλιά θέλουν στο πέταμά τους
γιατί είναι η διάβα δύσκολη. Με τους δικούς σου ανθρώπους
κίνα με το καράβι σου, για να βρεθείς κοντά τους.                     340.......ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 20/06/09, 11:25
Μα αν θες απ’ τη στεριά να πας με άλογα και μ’ αμάξι
στην πλούσια Λακεδαίμονα, γιος μου θα σ’ οδηγήσει.
Πες στον ξανθό Μενέλαο, αλήθεια να σου στάξει
ξόρκιστον , είναι συνετός, σοφά θα σου μιλήσει».

Καθώς τα λόγια τέλειωνε, ο ήλιος πάει και γέρνει
στο κάτω το παλάτι του σκοτάδι για ν’ απλώσει
κι η γαλανόματη Αθηνά γυρίζει και του κραίνει:
«Γέροντα οι κουβέντες σου, σοφία έχουν τόση

αλλά τις γλώσσες των σφαχτών κόψτε, κεράστε τώρα
στον Ποσειδώνα να σταχτούν, στους αθανάτους στάλες,               350
και να κινήσουμε νωρίς, του ύπνου είναι ώρα,
ο κόσμος έχει μπερδευτεί στης νύχτας τις διχάλες

κι εμείς ας μην καθόμαστε στο θεϊκό το γεύμα».
Αυτά είπε και υπάκουσαν, έτσι κι αυτοί νομίζαν.
Κι οι κήρυκες ρίχναν νερό, στα χέρια μ’ ένα νεύμα
για να πλυθούν και με κρασί, ποτήρια οι νιοί γεμίζαν

στάζανε στάλες, και μ’ ευχές περνούσαν τη βραδιά τους.
Τις γλώσσες ρίξαν στη φωτιά, ολόρθοι στην ισιάδα
κι αφού ήπιανε γλυκό κρασί να ευφρανθεί η καρδιά τους
ο θεϊκός Τηλέμαχος κι η Αθηνά η Παλλάδα                                    360

κινήσανε για το βαθύ το πλοίο να γυρίσουν.
Μα ο Νέστορας με φιλικές κουβέντες τους κρατάει:
«Ο Δίας είθε, κι οι θεοί, ποτέ να μην αφήσουν
δικός μου ξένος άστοχα στο πλοίο του να πάει

σαν να ’μουνα θεόφτωχος, στης γης το μεσοστράτι
και ένα κλινοσκέπασμα δεν είχα , ούτε φλοκάτες
για να κοιμάται ήρεμα στο μαλακό κρεβάτι.
Μα εγώ, κουβέρτες μαλακές και με μαλλί γεμάτες

έχω, για να ξεκουραστεί του Οδυσσέα τ’ αγόρι
αντί να πάει να κοιμηθεί στου πλοίου τα σανίδια.                           370
Όσο θα ζω, και στα παιδιά, θα πω, και θα ’ναι όροι:
για όσους ξένους έρχονται, ζεστά να ’χουν στρωσίδια».

Κι η γαλανόματη θεά έτσι του απαντάει:
«Γέροντα, ο Τηλέμαχος ν’ ακούσει τη φωνή σας
μονάχος στο καράβι του δεν θα ’πρεπε να πάει.
Ας μείνει στο παλάτι σου να κοιμηθεί μαζί σας.

Όμως εγώ θ’ αποσυρθώ στο γρήγορο καράβι
Τα νέα τούτα να τους πω, να διώξω όλο το βάρος,
μεγάλος είμαι, κι οι χρονιές με έχουνε προλάβει
κι αυτοί είναι όλοι νιούτσικοι, και πρέπει να ’χουν θάρρος           380

 νέοι σαν τον Τηλέμαχο, και ήρθανε σαν φίλοι.
Εγώ στου πλοίου μια γωνιά το σώμα μου θα βάλω
και το πρωϊ θα πεταχτώ στων Καύκωνων την πύλη
να πληρωθώ ένα παλιό χρωστούμενο μεγάλο

κι εσύ, αφού ο Τηλέμαχος σπίτι σου έχει φτάσει
με οδηγό ένα σου γιο, και μ’ όμορφη αμαξάδα
με τα πιο γρήγορα άλογα στείλτονε να προφτάσει».
Είπε και σαν φτερό αετού εχάθηκε η Παλλάδα.

Ξαφνιάστηκαν, κι ο γέροντας φάνηκε να σαστίζει
και στον Τηλέμαχο γυρνά κρατώντας του το χέρι:                         390
«Δειλός δεν είσαι στη θωριά, σε βλέπω πως σου αξίζει
βοηθούς σου να ’χεις τους θεούς, μες της ζωής το αγέρι

κι αυτός απ’ τους Ολύμπιους θεούς, δεν θα ’ταν άλλος
από την τριτογέννητη τ’ ουράνιου του Δία
την δοξασμένη Αθηνά. Κι ήταν πολύς ο σάλος,
που στον πατέρα σου έδειχνε την εύνοια, στην Τροία.

Περίλαμπρη, για χάρη σου, θυσία εγώ θα τάξω
για την υγειά στο σόϊ μου, για το καλό του θρόνου
και τώρα πλατυκούτελη, δαμάλα  θα σου σφάξω
μ’ επίχρυσα τα κέρατα, αμέρωτη, ενός χρόνου  »                    400.......ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 22/06/09, 10:24
                    Γ

τ’ άκουσε όλα η Αθηνά, αυτά που ’χε δεήσει.
Κι ο αλογοτρόφης Νέστορας την κεφαλή εκράτη,
στον δρόμο της επιστροφής, τους γιους να οδηγήσει
και τους γαμπρούς, να φτάσουνε στο αρχοντικό παλάτι,

σαν έφτασαν στο ξακουστό ,πανέμορφο παλάτι
και ξάπλωσε άλλος στα θρονιά και άλλος στο πεζούλι
ο γέροντας, από παλιό δεκάχρονο κανάτι
το σκέπασμά του που έβγαλε , τραβώντας το, μια δούλη

κέρναγε όμορφο κρασί, και μεσ’ απ’ το ποτήρι
που γέμισε, έσταζε κρασί και πέρναγε η βραδιά τους,                     410
στην κόρη την περίτρανη του ασπιδοφόρου κύρη
του Δία, κι αφού ήπιανε όσο ήθελε η καρδιά τους

στην κλίνη του οδηγήθηκε καθένας να ξαπλώσει.
Και διατάζει ο  Νέστορας την πιο καλή φλοκάτη
να δώσουν στον Τηλέμαχο,  άσχημα να μη νοιώσει
κι όμορφο δώμα στην αυλή με τορνευτό κρεβάτι

δίπλα στον φιλοπόλεμο Πεισίστρατο το γιο του
που ήταν ακόμα άγαμος κι ανύπαντρος καρτέρει,
κι αυτός για ύπνο τράβηξε στο δώμα το δικό του
που το κρεβάτι του ’στρωσε το αγαπημένο ταίρι .                           420

Σαν έπιασε η νυχτόθρεφτη αυγούλα να ροδίσει
ο αλογοτρόφης Νέστορας αγουροξυπνημένος
σηκώθη και προχώρησε για λίγο να καθίσει
στον βράχο μπρος στην πόρτα του που ’ταν ασβεστωμένος

κει που ο Νηλέας κάθονταν τα πιο παλιά τα χρόνια
ισόθεος με ουράνιους στην γνώση και στην ρήση
κι όταν ο χάρος του ’στειλε του θάνατου τα χιόνια
ο γιος την ίδια τη γωνιά διάλεγε ν’ ακουμπήσει

φύλακας να ειν’ των Αχαιών ο Νέστορας ο γέρος.
      Κει που καθόταν ήρεμος ο γέρο αλογολάτης                             430
αρχίζουν να εμφανίζονται απ’ το δικό τους μέρος,
ο Θρασυμήδης ο Άρητος ο Εχέφρος και ο Στράτης

φτάνει μετά την είσοδο  του ισόθεου Περσέα,
κι ο έκτος ο Πεισίστρατος ο πολεμοθρεμένος
φέραν και τον θεόμορφο τον γιο του Οδυσσέα
κι ο αλογοτρόφης Νέστορας λέει συγκινημένος

«Παιδιά μου , σαν θυσίασμα, ζητώ απ' τα μεγάλα
στην Αθηνά να κάνουμε, που είχε κοντά μας γείρει.
Ας τρέξει στο κοπάδι μας, ένας σας, μια δαμάλα
να πάρει, κι ένας δούλος μας, κοντά μας να την σύρει .                   440

Δεύτερος, στου Τηλέμαχου ας πάει το καράβι
να φέρει τους συντρόφους του, μονάχα δυό ν’ αφήσει.
Τρίτος, τον χρυσοχόο μας Λαέρκη ας παραλάβει
που στου βοδιού τα κέρατα λαμπρό χρυσό θα χύσει,

οι άλλοι μείνετε εδώ, κι ο κόσμος ας αρχίσει
τραπέζι να ετοιμάζουνε στου παλατιού τη σάλα
θρονιά να φέρουν και σκαμνιά, δροσόνερο απ’ τη βρύση»,
κι ως να τελειώσει ο λόγος του έφτασε κι η δαμάλα.           .......ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 23/06/09, 11:39

                            Γ

Τους φίλους του Τηλέμαχου, εκεί ο δρόμος βγάζει
απ’ το γοργό πλεούμενο, έτοιμη κι η μοσκίδα,                                 450
κι ο χρυσοχόος άρχισε τα πάντα να ετοιμάζει
χρυσό, αμόνι, και σφυρί, και λαξευτή τσιμπίδα

τα σύνεργα, να δουλευτεί η αστραφτερή η σκόνη,
κινά η Παλλάδα να δεχτεί το τάμα το μεγάλο
κι ο αλογοτρόφος Νέστορας το χέρι του απλώνει
με τον χρυσό ,τα κέρατα χρώμα να πάρουν άλλο

και να χαρεί το τάμα της η θεϊκή Παλλάδα.
Το ζώο σύραν ως εκεί ο Εχέφρος με τον Στράτη
κρατώντας απ’τα κέρατα την τρυφερή αγελάδα
κι ομορφοσκάλιστο σταμνί  ο Άρητος εκράτει                               460

στο ’να του χέρι, στο άλλο του, σπυρί από κριθάρι
σ’ ένα πανέρι, κι άφοβος στο κεντρικό το μέρος
ο Θρασυμίδης κράταγε μπαλτά για το σφαχτάρι.
Δίπλα ο Περσέας με σταμνί, κι ο αλογοτρόφος γέρος

νίφτη, και κριθαρόσπυρα στα χέρια του κρατούσε.
Ολόψυχα απ’ την καρδιά στην Αθηνά ευχήθη
και δαμαλότριχες πυκνές μες στη φωτιά πετούσε.
    Αφού προσευχηθήκανε , και το κριθάρι εχύθη

ο Θρασυμίδης ζύγωσε, ο γιος ο αντρειωμένος
και το χτυπά στην κεφαλή. Τα νεύρα διαλυθήκαν                          470
χάθη η ζωή του σφαχταριού, το χτύπησε με μένος,
νύφες και κόρες, έντρομες επάνω πεταχτήκαν

κι θεϊκή του σύζυγος η Ευρυδίκη ακόμα
που του Κλυμένη ήτανε η πρώτη-πρώτη κόρη.
Κι άλλοι βοηθώντας, το σφαχτό σηκώσαν απ’το χώμα
και το ’σφαξε ο Πεισίστρατος, χωρίς πια να’ χει ζόρι

αφού αυτό ξεψύχισε και στράγγιξε το αίμα
το γδάραν, κόψαν τους μηρούς, φωτιές είχαν ανάψει
με προσοχή τα έκοβαν τα τύλιγαν σαν δέμα
κι ο γέροντας ξανθό κρασί αφού τα είχε κάψει                               480

τους έχυνε. Κι οι νιότεροι πεντάσουβλα κρατούσαν.
Φάγαν τα σπλάγχνα κ ύστερα στα χέρια τους κρατώντας
τα μηρομέρια τσάκιζαν στις σούβλες τα περνούσαν
και τα ’ψηναν, στις αιχμηρές τις σούβλες τους γυρνώντας.

Κι η Πολυκάστη ,η όμορφη του γέρου η στερνοκόρη
έλουσε τον Τηλέμαχο , ρίχνοντας  λάδι ουράνιο
ρούχα, χλαμύδα έδωσε στο θεϊκό το αγόρι
κι ομοιόθεος πια φάνταζε σαν βγήκε από το μπάνιο

κι ήρθε στον γέρο Νέστορα να κάτσει. Και να φάνε
καθίσανε αφού ψήθηκαν κι από τις σούβλες βγήκαν,                    490
χρυσά ποτήρια, αρχόντων γιοί, στην καθησιά τους πάνε
και το φαϊ και το ποτό περίσσια ευφρανθήκαν,

σηκώθη ο γέρο Νέστορας κάτι να πει, κι αρχίζει:
«Τα γρήγορα άτια να ζευτούν σ’ ένα καλό αμάξι
να πάνε τον Τηλέμαχο όπου αυτός ορίζει»
κι εκείνοι υπακούουνε σε αυτά που ’ χε προστάξει.

Τα γρήγορα άτια ζέψανε, κι η βάγια τον ζυγώνει
φαϊ, κρασί ,και πλούσια προσφάγια του πηγαίνει
που οι βασιλιάδες τρέφονται, κι οι θεϊκοί οι γόνοι
κι αμέσως ο Τηλέμαχος στο αμάξι ανεβαίνει,                                  500

δίπλα του κι ο πολεμιστής Πεισίστρατος, πηδάει
στην άμαξα, για να βαστά γερά το χαλινάρι,
στ’ άλογα δίνει μια βιτσιά, κι η άμαξα πετάει
πίσω το κάστρο αφήνοντας, της Πύλου το καμάρι,

στην χαίτη , τ’ άτια, του κεντριού δεχόντουσαν την μύτη.
Κι ενώ η νύχτα άρχιζε, κι ο ήλιος είχε δύσει
μες στην Φηρή ξεπέζεψαν, στου Διοκλή το σπίτι,
τον γόνο του Ορσίλοχου, που ’χε ο Αλφειός γεννήσει,

κεί διάλεξαν αναπαμό, ο ύπνος  να τους στάξει.
Σαν η αυγούλα ρόδισε στης γης το παραθύρι                                 510
τ’ άλογα ζέψαν τα γοργά και φύγαν με τ’ αμάξι
απ’ το τρανό το ξέφωτο, κι από το αυλοθύρι.

Χτυπούσε τ’ άτια δυνατά κι αυτά γοργά ορμούσαν
στον κάμπο τον σταρόσπαρτο, να μη τους πάρει βράδυ
και το ταξίδι τέλειωσε. Σαν άνεμος πετούσαν
μέχρι που ο ήλιος έδυσε κι έπεφτε το σκοτάδι.                              516


    ΤΕΛΟΣ Γ! ΡΑΨΩΔΙΑΣ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 30/06/09, 11:29
                        ΡΑΨΩΔΙΑ Δ

Στης Σπάρτης τα βαθύσκιωτα φαράγγια αφού φτάσαν
στου Μενελάου  του τρανού, στο ανάκτορο του πλούτου
μπήκανε,κι είδαν δούλους του, τραπέζι που ετοιμάσαν,
των γάμων έχοντας χαρές, της κόρης και του γιού του.

Την κόρη, νύφη έδινε, στου Αχιλλέα τον γόνο,
στη γη της Τροίας τάχτηκε, κει τα ’χανε μιλήσει
κι αφού εδόθη η εντολή απ’ των θεών το θρόνο
με αμάξια ετοιμάζονταν να την ξεπροβοδίσει,

των Μυρμιδόνων την τρανή τη χώρα να πατήσει,
η λυγερή να παντρευτεί, κι εκεί να βασιλέψει.                               10
Τον Μεγαπένθη όμως τον γιό , που σκλάβα είχε γεννήσει
βουλήθη με του Αλέχτορα την κόρη να παντρέψει

μέσα απ’ τη Σπάρτη η νύφη του, γιατί μετά η Ελένη
δεν γέννησε άλλο παιδί, εκτός την Ερμιόνη
μ’ ένα παιδί οι ουράνιοι την άφησαν να μένει,
            ως η Αφροδίτη όμορφη, κι ολόλευκη σαν χιόνι.

     Στου Μενελάου το τρανό πανύψηλο παλάτι
γειτόνοι, φίλοι, και δικοί, κόσμος πολύς γλεντούσε,
και θεϊκός τραγουδιστής με τη φωνή κεφάτη
της άρπας χτύπαε τις χορδές, κι όμορφα τραγουδούσε                 20           

δυό χορευτές λυγάμενοι, στη μέση , στα παλάτια
με τον σκοπό ξεκίναγαν, και πήδαγαν τ’ αψήλου.
Κει τότε στην αυλόπορτα με τα γοργά τους τ’ άτια
προβάλαν, ο Τηλέμαχος κι ο αρχοντογιός της Πύλου.

Κι ο Ετεωνιάς, που βρέθηκε εκεί ,λίγο πιο κάτω,
του Μενελάου ο παραγιός τους βλέπει, κι ανεβαίνει
να πάει γοργά στον βασιλιά, να δώσει το μαντάτο,
και σκύβοντας με σεβασμό κοντά στο αυτί του κρένει:

«Στην πύλη είναι θεότροφε Μενέλαε, απ’ ώρα,
δυό ξένοι, που ισόθεους τα μάτια μου θωρούνε,                         30
πες μας αν τους μηνύσουμε να κατεβούνε τώρα
ή σε άλλους θα τους στείλουμε, ’ποκούμπι εκεί να βρούνε».

     Και τότε ο Μενέλαος του λέει θυμωμένα
«Γιε του Βοήθου, Ετεωνιά, χαμένα εσύ δεν τα ’χες
και τώρα κρένεις και μιλάς, λες κι είσαι στα χαμένα,
σ’ εμάς ψωμί δεν δώσανε; που της ζωής τις μάχες

καλά παλέψαμε ως εδώ, κι ο Δίας αν δεν τάξει
άλλα δεινά και συμφορές, καλύτερα θα πάμε.
Τρέξε στους ξένους γρήγορα, ξεπέζεψε το αμάξι
κι οδήγησέ τους προς τα εδώ, όλοι μαζί να φάμε».           40.......ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 02/07/09, 08:09
                        Δ

Αυτά είπε ο Μενέλαος κι ο Ετεωνιάς εχάθη
απ’ το παλάτι, παίρνοντας δούλους και ζευγολάτες
κι αφου ξεζέψαν τ’ άλογα, που είχαν κακοπάθει,
φροντίσαν, τις ταϊστρες τους να έχουνε γεμάτες,

σανό και βίκο για τροφή, κι ολόλευκο κριθάρι,
κι αφού το αμάξι σύρανε στις καθαρές τις μάντρες
προς το παλάτι οδήγησαν τους ξένους που είχαν χάρη.
     Κι αυτοί σαστίσαν βλέποντας, και μάρμαρα και χάντρες

να λάμπουν με μια απόκοσμη από φεγγάρι λάμψη.
Φέγγαν τρανά στα δώματα, του παλατιού οι διάβες,                   50
κι όταν η ώρα έφτασε ο θαυμασμός να πάψει
στα μαρμαρένια τα λουτρά τους οδηγούν οι σκλάβες.

Λουστήκαν οι ισόθεοι και λάδι αφού τους χύσαν,
φορώντας την χλαμύδα τους κι ωραίο πανωφόρι
ζυγώσαν στον Μενέλαο και δίπλα του καθίσαν.
      Με ολόχρυσο πεντάμορφο σταμνί μια παρακόρη

σε αργυρή ρίχνει νερό, λεκάνη να νιφτούνε,
και σκαλιστό τους έστρωσε τραπέζι για να φάνε.
Απ’ τη σιτίστρια ψωμιά ψημένα θα δεχτούνε
και φαγητά λαχταριστά τα δουλικά τους πάνε .                           60

Ο παραγιός κουβάλαγε ψητά και άλλα ελέη
κι εμπρός τους τις επίχρυσες τις κούπες αραδιάζει.
Σηκώνεται ο Μενέλαος , να τους δεχτεί, και λέει:
     «Καλώς ορίσατε εδώ, μα εμένα δεν μου μοιάζει

πως είσαστε κοινοί θνητοί σαν όλους τους ανθρώπους.
Αφού καλά χορτάσετε, ένας σας, ν’ απαντήσει
ποιοι είστε, και πως ήρθατε από τους ξένους τόπους,
όπως εσάς, τρανόθωρους, θνητός, πώς να γεννήσει;».

Αυτά τους είπε κι άπλωσε το χέρι να τους δώσει
ψητά κοψίδια αχνιστά, απ’ του βοδιού την πλάτη                       70
από αυτά που οι δούλοι του μπροστά του είχαν στρώσει,
κι αφού τα φάγαν κι ένοιωθαν υπέροχα χορτάτοι

σκύβει ο Τηλέμαχος κρυφά, ο ξακουστός ο νέος
και λέει στον Πεισίστρατο να μην ακούσουν άλλοι:
«Πεισίστρατε, κοιτάζοντας παντού, με πιάνει δέος
θαύμασε φίλε γύρω σου, εμένα μου ήρθε ζάλη.

Πως λάμπει έτσι ο χαλκός στο βουερό παλάτι,
το κεχριμπάρι , ο χρυσός, το φίλντισι στο τάσι;
του Δία να ’ναι όμοιο, του μέγα ανοιχτομάτη
το ανάκτορο, υπάρχει νους αυτά να λογαριάσει; »                        80

Κρυφάκουγε ο Μενέλαος ετούτα και εμειδία
και με δυό λέξεις φτερωτές σ’ αυτούς βροντοφωνάζει:
«Φίλοι μου, ποιος κοινός θνητός απέναντι στον Δία
θα παραβγεί; αθάνατο το ανάκτορό του μοιάζει.

Ίσως στο χρήμα άλλος θνητός μπορεί να με προλάβει,
Όμως, με κόπους έκανα, ότι σ’ εμένα ανήκει
οκτώ χρονιές στην ξενητιά, κλεισμένος σε καράβι
σ’ Αιθιοπία, Αίγυπτο, και Κύπρο και Φοινίκη,

            Σιδώνα πήγα, κι Ερεμβούς, στη χώρα των Λιβύων,
που τα νεογνά, με κέρατα γεννιούνται μάνι-μάνι                        90
και στις προβάτες τρεις φορές ο κύκλος των εμβρύων
κλείνει τον χρόνο ,και γεννούν. Και δεν θα βρεις τσοπάνη

το κρέας του να ’χει λειψό ή το τυρί ή το γάλα,
μα να το αρμέγει άφθονα, το κάθε αρνί , του γνέφει
κι ενώ εγώ εμάζευα, βιος κι αγαθά μεγάλα,
με δόλο άλλος έσφαζε το δόλιο μου το αδέρφι,

ανέλπιστα και φθονερά , γελώντας την κυρά του.
Πλούτη έχω,  όμως και καημό, μες στης καρδιάς τα βάθη,
μα όμως ο καθένας σας, θα τα ’χει ακουστά του
από τον κάθε κύρη του αυτά που έχω πάθει                                 100

κι έχασα το αρχοντικό το σπίτι , και τα πλούτη.
Το τρίτο όμως που θα ’θελα , και έχω για τούτο άγος:
στην Τροία όσοι χάθηκαν, ας ζούσανε, ετούτοι
που τότε απ’ το λιβαδερό με ακολουθήσαν Άργος.

Αυτούς πενθώ αγόρια μου, στο σπίτι μου αν μένω
και τους θρηνώ, μα την καρδιά απ’ την πικράδα λύνω
και σταματώ τα κλάματα, όταν κι αυτά χορταίνω,
γιατί χορταίνει κι η καρδιά απ’ το μεγάλο θρήνο      .......ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(Ραψωδία)
Αποστολή από: ivikos στις 04/07/09, 00:47
                    Δ

Όμως κι αυτούς δεν τους πενθώ, με απέραντο μαράζι
όσο πενθώ τον ένανε, που όταν στου νου τα βάθη                        110
έρχεται, μένω ξάγρυπνος, γιατί η καρδιά δεν βγάζει,
όσα ο Οδυσσέας τράβηξε και όσα έχει πάθει.

Όσα κανένας Αχαιός ,κι η μοίρα του ’χε γράψει
αίμα να φτύσει. Αξέχαστος για εμένανε θα μείνει
που λείπει χρόνους ,και κανείς δεν ξέρει, αν ,να κλάψει
θα πρέπει ,ή να καρτερεί η επιστροφή να γίνει.

 Λαέρτης, κι η γυναίκα του στην έρημή τους κοίτη
θα λιώνουν απ’ τον μαρασμό και  το παιδί το μόνο,
που εκείνος βυζαχτάρικο, παράτησε στο σπίτι».
   Είπε, και ο Τηλέμαχος δεν άντεξε στον πόνο                             120

και σκούπιζε τα δάκρυα, αφού είχε βουρκώσει
με της χλαμύδας το πανί, που κύλαγαν στο χώμα.
Μα ο ξανθός Μενέλαος που γνώση είχε τόση
σκεφτόταν πιο καλύτερο θα ήτανε ακόμα,

ο ίδιος, ή να άφηνε εκείνον να μιλήσει,
και τους καημούς του κύρη του, με λόγια ν’ αναδεύει.
    Και μέχρι τούτη η σκέψη του στο νου του να κυλήσει
η Ελένη απ’ τα ροδόμυρα παλάτια της κατέβει

ισόμοια της Άρτεμις με το χρυσό δοξάρι.
    Η Αδράστη τ’ όμορφο θρονί, για κείνη ετοιμάζει ,                       130
η Αλκίπη στρώνει το χαλί που φέρνει απ’ το κλινάρι
και η Φυλώ το ασημί καλάθι εμπρός της βάζει,

καλάθι, που απ’ την Αίγυπτο, την Θήβα είχε φέρει,
            του Πόλυβου η σύζυγος Αλκάντρα  είχε χαρίσει
που ζούνε πλούσια πολύ σ’ αυτά τα ξένα μέρη.
Λαμπρά, δυό αργυροσκάφιδα εκείνος είχε αφήσει

τρίποδες δυό, δέκα φλουριά, στον γόνο του Ατρέα.
Και στην Ελένη, η σύζυγος, ενώ την κατευώδα
ρόκα γεμάτη μάλαμα της έδωσε ωραία
κι ένα καλάθι αργυρό, που είχε από κάτω ρόδα,                            140

και ο επάνω γύρος του με ασήμι είχε γίνει.
Αυτό της έφερε η Φυλώ το όμορφο καλάθι,
νήμα γεμάτο, αγνόφαντο, και δίπλα της αφήνει
τη ρόκα, με μαλλί απαλό, χρωματιστό στα βάθη

Τα πόδια βάζει στο σκαμνί, και στο θρονί αράζει
και τον Μενέλαο γλυκά τον άντρα της ρωτάει:
«Θεότροφε Μενέλαε ο νους μας μέσα βάζει
ποια να ’ναι τ’ αρχοντόπουλα; που ο ερχομός τιμάει

το σπίτι μας. Και αν θα πω, ο νους βαθειά τι βάζει
λάθος θα είναι; Μα θωρώ πως είναι αρχοντοπαίδι,                    150
με τον Τηλέμαχο, τον γιο του Οδυσσέα μοιάζει
που μοναχό τον άφησε, αν και μοναχοπαίδι

τότε που εγώ η δύστυχη, στης Τροίας τα πελάη
εμάζευα τους Αχαιούς να χύσουνε το αίμα».
    Και ο ξανθός Μενέλαος έτσι της απαντάει:
«Γλυκειά μου, όπως τα μιλάς, δεν δείχνει να ’ναι ψέμα,

έτσι νομίζω, στα μαλιά, στα πόδια και στα χέρια
και στων ματιών τις αστραπές, και στο κεφάλι ,δείχνει
μ’ εκείνον. Κι όταν μες στο νου, της θύμησης τ’ αγέρια
τον Οδυσσέα φέρανε, και τα πικρά του ίχνη,                               160

τον είδα, δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπο, να κλαίει
κι η άλικη του φορεσιά κρυφά να τα σκουπίζει».
        Και τότε ο Πεισίστρατος του Νέστορα του λέει:
«Μενέλαε, του Ατρέα γιε ,ο νους σου όπως νομίζει,

του Οδυσσέα το παιδί, αυτός είναι στ’ αλήθεια
περίσσια έχει φρόνηση, σαν ξένος σου δεν θέλει
άπρεπες λέξεις να σου πει, δεν έχει τη συνήθεια
και συ με λόγια θεϊκά, σ’ εμάς έσταζες μέλι.          .......ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Aganippi στις 04/07/09, 23:42
Καλέ μου φίλε, διάβασα και τα υπόλοιπα και απλά δεν χορταίνω να σε διαβάζω. Η οπτική σου γωνία θεωρώ ότι είναι πολύ καλή και βλέπεις με ιδιαίτερο σεβασμό της Οδύσσεια. Άλλωστε δεν θα την έπιανες, στην γραφή σου, τυχαία. Πρέπει να το εκδόσεις αυτό το εγχείρημα. Σε καμαρώνω πατριώτη! :)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 07/07/09, 01:11
                      Δ

Σαν οδηγό ο Νέστορας, μαζί του μ’ έχει στείλει
να φτάσει ήταν ο πόθος του ως την δική σου κοίτη                    170
να πάρει συμβουλή καλή, δυό λόγια σου απ’ τα χείλη.
Παιδεύετε κάθε παιδί, και πάθια έχει σπίτι

σαν έχει μείνει μόνο του κι είναι ο γονιός στην ξένη
και οι δικοί δεν βούλονται, το χέρι τους ν’ απλώσουν.
Και του Τηλέμαχου ο γονιός στο σπίτι τους δεν μένει
ούτε άλλοι συμμερίζονται βοήθεια να του δώσουν

και ο ξανθός Μενέλαος έτσι του απαντάει:
«Αλήθεια! έχω σπίτι μου, φίλου μου γιο , που ωστόσο
σε όλους τους αγώνες μου αυτόν είχα στο πλάϊ;
κι είχα παλιά υποσχεθεί, φίλε μου να του δώσω                          180

σαν φτάσει, κι ο βροντόφωνος ο Δίας μας αφήσει
να ’ρθούμε με τα πλοία μας στα πάτρια τα μέρη,
μιά πόλη με ανάκτορο. Στο Άργος θα το ’χα χτίσει
κι από το Θιάκι τούτονε, εδώ θα είχα φέρει.

Μαζί του ο γιος του κι ο λαός, θα άδειαζα μιά χώρα
απ’ όσες έχω γύρω μου, και στην υποταγή μου,
πυκνά-συχνά θα έσμιγα, πολύ μαζί του ώρα
κανείς να μη μας χώριζε, και να ’χε τη στοργή μου

προτού κι οι δυό μας πέσουμε στου θάνατου τη λήθη.
Μα κάποιος ζήλεψε θεός, ετούτα δεν εννόει                                 190
και μοναχά τον γυρισμό ,σε τούτονε αρνήθη».
    Είπε, και ήρθε πεθυμιά σ’ όλους για μοιρολόϊ.

Του Δία η κόρη έκλαιγε, η Αργείτισα Ελένη,
Τηλέμαχος, Μενέλαος, στα μάτια είχαν δάκρυ
μα και του Νέστορα ο γιος αδάκρυτος δεν μένει
που τον γεναίο Αντίλοχο θυμήθηκε στα μάκρη

που ο γιος της λαμπερής Ηώς τον έστειλε στην δύση,
κι όπως τον έφερε στο νου, τον λόγο του θ’ απλώσει:
«Μενέλαε, ο Νέστορας για όλα είχε μιλήσει
κι έλεγε, είσαι άφθαστος μες στον ντουνιά, στη γνώση               200

όταν για σένα σπίτι μας γυρόφερνε η λέξη.
Συγχώρεσέ με ότι θα πω, μα εγώ δεν περιμένω
μετά το γεύμα κλάματα. Σε λίγο όμως θα φέξει.
Μα ούτε μου φαίνετε κακό, να κλαιν’ τον πεθαμένο,

αυτό έχει μείνει στον θνητό, στου θάνατου τις ήττες,
που μες στο κλάμα πνίγετε, και τα μαλλιά του κόβει.
Γιατί έχω χάσει αδερφό, ανάμεσα σε Αργείτες,
μπορεί και να τον γνώριζες, που δεν τον σκιάζαν φόβοι.

Να γνωριστώ μ’ εκείνονε σ’ εμέ δεν είχε λάχει
και λένε πως ο Αντίλοχος, όσοι είχανε γνωρίσει                          210
στα πόδια ήταν φτερωτός, κι αδάμαστος στην μάχη».
Και ο ξανθός Μενέλαος’ έτσι θα του μιλήσει:

«Παιδί μου, λόγια σαν κι αυτά τα λένε στον αέρα
πρεσβύτεροι του λόγου σου, και άνθρωποι με γνώση,
σοφά και συ μου μίλησες, παιδί τέτοιου πατέρα.
Μα είναι ευκολογνώριστοι σ’ όποιους ο Δίας δώσει

την ευλογιά στην γέννα του, και την ευχή στον γάμο,
όπως του γέρο-Νέστορα που του ’δωσε για να ’χει
στην Πύλο, όμορφα στερνά, που είναι γεμάτη άμμο,
παιδιά σοφά, και άφθαστα στου κονταριού τη μάχη                   220

όμως ας συνεχίσουμε το γεύμα κι ας μην κλαίμε
στα χέρια να μας ρίξουνε νερό από λαγήνι
κι εγώ με τον Τηλέμαχο σαν έρθει η αυγή τα λέμε».
Τέλειωσε, και στα χέρια τους νερό ο Ασφάλης χύνει

του Μενελάου ο παραγιός ο πολυοεμπιστεμένος,
κι αυτοί, τα χέρια απλώσανε, το γεύμα τους να λήξει.
    Τότε η Ελένη σκέφτηκε, που απ’ των θεών το γένος
κατάγετε, ένα βότανο παράξενο να ρίξει

μες στο κρασί, που αν σε ένανε το στάξεις στο ποτήρι,
καημούς ρουφά, κι αδάκρυτο μένει το μάγουλό του,                  230
ο πόνος δεν τον ακουμπά, νεκρούς μάνα και κύρη
ας δει, ή σφαγμένο αδερφό εμπρός, ή και το γιο του........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 09/07/09, 09:03
                        Δ

Τέτοια η θεογέννητη, πολλά είχε βοτάνια,
η Πολυδάμνα, η κυρά, του Θώνη τα ’χε δώσει,
μισά, σου δίνουν λυτρωμό, τα άλλα την αφάνεια,
κι έχουν στης Αίγυπτου τη γη ανάκατα φυτρώσει.

Γιατρός είν’ ο καθένας τους σ’ αυτά τα  κοσμογύρια ,
τον Παίονα τον ξακουστό, πρόγονο τούτοι έχουν.
     Σαν το ’ριξε, και πρόσταξε, κρασί μες στα ποτήρια
τον λόγο της ξανάρχισε, αυτοί να τον κατέχουν.                           240

      «Μενέλαε θεότροφε, παιδιά ,που οι πατεράδες
σπουδαίοι είναι άρχοντες,  απ’ των θεών τον τόπο,
έρχονται σε άλλους, συμφορές κι αβάσταχτοι μπελάδες,
και σ’ άλλους τύχη περισσή,  έχουν αυτοί τον τρόπο.

Μα εδώ όμως που καθόμαστε στο αρχοντικό παλάτι
που τρώμε , ευφραινόμαστε, και λύνεται η γλώσσα,
τον Οδυσσέα θυμήθηκα, θα πω για κείνον κάτι,
πως όλα να τα θυμηθώ, που έχει κάνει τόσα;

Ένα όμως τώρα θα σας πω που μ’ έχει συνταράξει.
Στην Τροία, που τους Αχαιούς κακιά τους βρήκε ώρα,              250
τριγύρω σ’ όλο το κορμί σημάδια είχε χαράξει
και μπήκε στην φαρδύδρομη την εχθρική τη χώρα.

Η αμφίεση τον έκανε να μοιάζει με ζητιάνο
μέσα στην πόλη, κι άλαλοι του Πρίαμου οι κολίγοι
τον βλέπαν, μοναχά εγώ στον νου μέσα τον πιάνω
και τον ρωτώ, όμως αυτός με τέχνη θα ξεφύγει.

Με λάδι τον περίχυσα, αφού τον είχα λούσει
και μ’ όρκο μέγα με έδεσε πριν βάλει την στολή του,
πως απ’ τους Τρώες τίποτα κανένας δεν θ’ ακούσει
αν με τα πλοία τα γοργά δεν φτάσει στην σκηνή του .                  260

Τότε μου είπε τι έπαιζε στων Αχαιών τη μνήμη.
     Μυριάδες Τρώες πέσανε απ’ το σπαθί εκείνου
και στον στρατό σαν γύρισε, μεγάλη πήρε φήμη.
      Κι οι Τρώϊσες ξεκίνησαν το μοιρολόϊ του θρήνου

όμως εμένα ανείπωτη χαρά με είχε πάρει
που ήρθε η καρδιά στη θέση της, και ήθελα στο σπίτι
ξανά απ’ την Τροία να βρεθώ, γιατί μ’ είχε τουμπάρει
και βρέθηκα στην ξενητειά, η έρμη η Αφροδίτη,

και σύζυγο παράτησα, και σπίτι μα και κόρη,
άντρα, που όταν σου μιλά, βαθιά γνώση θα στάξει».                   270
Και ο ξανθός Μενέλαος αρχίζει κι εξιστόρει:
       «Σωστά γλυκειά μου μίλησες, με γνώση και με τάξη.

Πολλών εγνώρισα αρχηγών το θάρρος και την τόλμη
και χώρες γύρισα πολλές, όσο ήμουνα στην Τροία
μα σαν του Οδυσσέα το νου δεν γνώρισα ακόμη.
    Πως πήρε τέτοια απόφαση, που βρήκε τόση αντρεία

σε κούφιου αλόγου την κοιλιά τους αρχηγούς να κρύψει
που φέραν άγριο θάνατο στους Τρώες με μαχαίρι.
Κι ήρθες εσύ, λες και θεός επάνω σου είχε σκύψει
και σε οδηγούσε, τίμημα στους Τρώες για να φέρει.                    280

     Ο οψόθεος ο Δηίφοβος ακολουθούσε εσένα,
τρεις βόλτες γύρω έφερες το ξύλινο κουφάρι,
με το μικρό του όνομα μιλούσες στον καθένα
μιμούμενη την σύζυγο του καθενός με χάρη.

Κι ακούγοντας σου τη φωνή, το αγόρι του Τυδέα,
εγώ, και ο ισόθεος ο γόνος του Λαέρτη,
στην μέση όπως καθόμαστε, τρελή μας ήρθε ιδέα
τους δυό μας, ν’ απαντήσουμε, αβάσταχτο το ντέρτι,

κι έξω να βγούμε θέλαμε, μα εκείνος μας κρατούσε.
Αμίλητοι οι Αχαιοί, εχάσανε το χρώμα,                                        290
κι ήθελε μόνο ο Άντικλος σ’ εσένα ν’ απαντούσε
μα ο Οδυσσέας του ’κλεινε με δύναμη το στόμα

με τα δυό χέρια του σφιχτά, θέλοντας να μας σώσει,
μέχρι που σε απομάκρυνε η Αθηνά η Παλλάδα».
          Σηκώθηκε ο Τηλέμαχος απάντηση να δώσει:
«Θεότροφε του Ατρέα γιε Μενέλαε, ποια δάδα,

θ’ ανάψει για όλα αυτά που λες, αφού χαμένα πήγαν;
Ποιο τ’ όφελός του, κι αν καρδιά φιαγμένη απ’ ατσάλι
είχε, αφού τα πάθια του κι οι συμφορές τον πνίγαν.
Μα ας ξεκινήσουμε από δω για ύπνο να πάμε πάλι                              300

της κούρασης το αλάργεμα να το χαρούμε όλοι.»
    Είπε, κι η Ελένη πρόσταξε, αμέσως το κρεβάτι
στο ξέφωτο να στρώσουνε, στου ήλιου το περβόλι
με αντρομίδες πλουμιστές, κι ολόμαλλη φλοκάτη

για σκέπασμα, και κόκκινα χαλιά να κουβαλήσουν.
Οι δούλες βγήκαν, τ’ όμορφο κρεβάτι για να φιάσουν
κι οι άλλοι δούλοι βάλθηκαν, τους δυό να οδηγήσουν
στο δώμα το πανέμορφο οι νέοι να πλαγιάσουν,

του Οδυσσέα το παιδί, του Νέστορα ο γόνος.
Πλάγιασε και του Ατρέα ο γιος, και δίπλα η δοξασμένη             310
η Ελένη η ισόθεη για να μη μένει μόνος.
     Σαν ήρθε η ρόδινη αυγή, η νυχτοθροφισμένη

του Ατρέα ο βροντόλαλος Μενέλαος σηκώθει,
τα ρούχα του τ’ αρχοντικά κίνησε να φοράει
ίδιος θεός στο πρόσωπο, με το σπαθί του εζώθει
κι αφού σανδάλια έβαλε στα πόδια, προχωράει

στην κλίνη του Τηλέμαχου, τον ίδιο για ν’ ακούσει.
     «Γιε του Οδυσσέα γνωστικέ, γιατί ζητάς βοήθεια
κι ήρθες στη Σπάρτη μπαίνοντας στου πέλαγου το πούσι,
δική σου γνώμη ή του λαού; Πες όλη την αλήθεια».                320........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ





Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 16/07/09, 01:13
                             Δ

κι ο γνωστικός Τηλέμαχος έτσι θα του απαντήσει:
«Μενέλαε του Ατρέα γιε θεότροφε και κύρη
για τον πατέρα μου ήρθα εδώ, κάποιος να μου μιλήσει.
Τα πλούτη μου όλα χάνονται, και κάποιος έχει στείλει

εχθρούς στο σπίτι, και τα τρων’, έτσι έταξαν  οι μοίρες,
γελάδια παχουλόποδα κι αρνιά μου έχουν σβήσει,
της μάνας μου είναι οι κακοί και δολεροί μνηστήρες.
Γι αυτό στα πόδια σου μπροστά, η χάρη σου αν ζητήσει

πέφτω, δυό λόγια να μου πεις, αν είδες θάνατό του,
ή άκουσες από άλλονε άμα ζητά βοήθεια                                      330
γιατί ήταν ο πιο άτυχος, κι άδικο το γραφτό του.
Μόνο μη κρύψεις τίποτε και πες μου την αλήθεια.

Μη λυπηθείς να μου τα πεις όσα είδανε τα μάτια
σ’ ορκίζω αν ο κύρης μου ο ξακουστός, στ’ αλήθεια
στης Τροίας δίπλα που είσαστε τα ξακουστά παλάτια
για σένα τέλεψε δουλειά ή πρόβαλε τα στήθεια,

 θυμήσου τα, κι αληθινά λόγια να πει το στόμα».
       Τα λόγια του Μενέλαου δεν κρύβουν την οργή τους:
«Σε ποιου λιοντόκαρδου άρχοντα θελήσανε το στρώμα
τέτοια τομάρια άχρηστα να βάλουν το κορμί τους;                     340

Όπως τα δυό ελαφόπουλα η ελαφίνα αφήνει
να κοιμηθούν σε λιονταριού φωλιά μοναχιασμένα,
κι αυτή, τα πόδια για βοσκή στους λόγγους τα ξεχύνει,
μα σαν γυρίζει το θεριό, τ’ άμοιρα ξεσκισμένα

τ’ αφήνει, και την πείνα του με τούτα ξεγελάει,
έτσι ο Οδυσσέας τούτους δω με μίσος θ’ αφανίσει.
    Όπως Απόλλωνα, παλιά στην Λέσβο είχαμε πάει,
Δία μου και Παλλάδα μου που ’χανε καλοχτίσει,

πάλεψε για φιλότιμο με τον Φιλομηλείδη,
τον γκρέμισε και χάρηκε των Αχαιών η μπάντα.                         350
Έτσι και αν ξεκίναγε του χάρου το παιγνίδι
όλοι οι μνηστήρες θα ’ τανε νεκρόγαμπροι για πάντα.

Γι αυτά όμως τώρα που ρωτάς και δεν μπορείς να φτάσεις
η αλήθεια όλη θα φανεί, το ψέμα δεν θα παίξει
κι απ’ όσα μου είπε ο αψευδής ο γέρος της θαλάσσης
δεν θα σκεπάσω τίποτα, ούτε θα κρύψω λέξη.

        Ενώ για την πατρίδα μου έκανα ετοιμασίες
με κλείσανε στην Αίγυπτο, με σύντροφους συνάμα
οι αθάνατοι, που ξέχασα, κι ας έταξα θυσίες
κι οι ουράνιοι δεν συγχωρούν άμα ξεχάσεις τάμα.                       360


Στον αφροκύματο γιαλό ένα νησί υπάρχει
κατάντικρυ στην Αίγυπτο, Φάρος το όνομα του
για να το φτάσει όμως κανείς, μιά μέρα θέλει να ’χει
κι ο άνεμος να τον φυσά με πρίμα τα πανιά του

τα μαύρα πλοία που ζητούν, θάλασσα ’σφαλισμένη
γλυκό νερό να πάρουνε, κει κάποιος θα τα ρίξει.
Για ένα εικοσαήμερο είμαστε αποκλεισμένοι
εκεί, και ούτε άνεμος έλεγε να φυσήξει

που τα καράβια οδηγεί στης θάλασσας τα μάκρη.
Κι αν μιά θεά δεν ήτανε, η όμορφη Ειδοθέα,                                370
χωρίς τροφές θα μέναμε πνιγμένοι μες στο δάκρυ,
η κόρη του θαλασσινού του γέροντα Πρωτέα

που τη καρδιά στα στήθεια της είχα ταρακουνήσει.
Μακριά απ’ τους συντρόφους μου τότε η θεά με βρίσκει,
τούτοι με αγκίστρια ψάρευαν στ’ όμορφο ψαρονήσι
γιατί τα σπλάγχνα θέριζαν της πείνας τους οι ίσκιοι

κοντά μου ήρθε και στάθηκε κι αρχίζει να μου λέει:
«Πως έχεις τόση αστοχασιά ξένε, κι αμυαλωσύνη
ή μες στα πάθια πλέοντας θες η καρδιά να κλαίει
και στο νησί γαντζώθηκες; Τόση παραφροσύνη                          380

έχεις, κι οι ναύτες δείλιασαν, και ψάχνουνε την άκρη;».
είπε, και σαν απάντηση με λόγια εγώ της κάνω:
«Θεά όποια είσαι θα στα πω, κι απ’ όποια να’ ρθες μάκρη,
η γνώμη μου δεν είναι αυτή, τον χρόνο μου να χάνω

μα στους ουράνιους θεούς έκανα αμαρτία.
Πες τα μου – αν και οι θεοί γνωρίζουνε το ίσο-
Ποιος, στράτες επουράνιος, μου ’κλεισε, ποια η αιτία,
και πως τον ψαροταϊστο γιαλό θα συνεχίσω;».

Αυτά είπα κι η γλυκειά θεά έτσι θα μου απαντήσει:
«Ξένε μου όλα θα στα πω, σωστά θα μπω στο θέμα.                  390
Θεός, μα γέρος διάλεξε εδώ να κατοικήσει,
προφήτης απ’ την Αίγυπτο που δεν γνωρίζει ψέμα.

Είναι ο Πρωτέας, του γιαλού όλα τα βάθη ξέρει
κι ο Ποσειδώνας λέγεται αυτόν έχει γεννήσει,
άμα εσύ τον γέροντα τον πιάσεις σε καρτέρι
τον δρόμο της επιστροφής αυτός θα σου γνωρίσει,

τις ώρες στο ταξίδι σου, πως στο αφρισμένο κύμα
θα φτάσεις στην πατρίδα σου, κι αν κι άλλα θες να μάθεις
θεότροφε , όσα καλά ή όσα έχουν κρίμα,
 ενώ έλειπες, θα σου τα πει ή αν θες, κι όσα θα πάθεις».             400

Με λόγια εγώ της απαντώ αφού είχε τελειώσει:
«Για το καρτέρι φρόντισε μονάχη, πως θα κλείσει,
μήπως ο γέροντας με δει και το κακό το νοιώσει
γιατί είναι δύσκολο θνητός ουράνιο να νικήσει»

Είπα κι η φτερωτή θεά ευθύς μου απαντάει
«Αμέσως όλα θα στα πω αυτά βήμα προς βήμα,
όταν του ήλιου η θωριά στα μεσουράνια πάει,
ο άψευτος, της θάλασσας ο γέρος απ’ το κύμα

βγαίνει, και είναι απ’ την πνοή του Ζέφυρου όλος βρώμα
πάει προς τις θαλάσσιες σπηλιές για να ξαπλώσει,                     410
τριγύρω φώκιες δύσμορφες στο αμμουδερό το στρώμα
σε θαλασσόγενη άκρια, η φάρα έχει απλώσει

και βρώμα απαίσια γύρω τους οι δύσμορφες σκορπίζουν.
Εκεί θα σε οδηγήσω εγώ, την ώρα που θα φέξει
να περιμένεις καταγής, μα να σε υποστηρίζουν
τρεις ναύτες που απ’ τα πλοία σου εσύ θα ’χεις διαλέξει,

μα να ’ναι απ’ τους πιο γερούς, και τα φερσίματά του,
του γέρου όλα θα στα πω, τις φώκιες θα μετρήσει
κι αφού κάνει το μέτρημα στα πέντε δάχτυλά του
σαν το βοσκό, να κοιμηθεί δίπλα τους θα κυλίσει .                      420     ........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 17/07/09, 19:14
            Ξάφνου πετάγεστε  αν φανεί αυτός ν’αποκοιμιέται,
με δύναμη, ακίνητο, τα χέρια τούτον να ’χουν
και ας παλεύει άγρια, με λύσσα ας χτυπιέται
γιατί θα μεταμορφωθεί σε όσα θεριά υπάρχουν,

νερό θα γίνει, και φωτιά, καυτή για να ξεφύγει.
Μα εσείς και άλλη δύναμη στα δυό τα χέρια δώστε
κι αν σας ρωτήσει , και φανεί η δύναμή του λίγη
τότε το άγριο σφίξιμο στο γέρο χαλαρώστε,

ρώτα τον όμως ποιος  θεός σου στέλνει αυτά τα πάθη
και πως, τον δόλιο γυρισμό το κύμα θ’ αναλάβει».                       430
Αυτά είπε και σάλτισε στης θάλασσας τα βάθη
κι εγώ στην άμμο γύρισα που ήτανε το καράβι

όμως στον δρόμο  μ’ έτρωγε σκέψη, κι ερχόταν βράδυ.
     Σαν γύρισα στο πλοίο μας, στης θάλασσας τα μάκρη
πρόχειρα κάτι φάγαμε, κι έπεσε το σκοτάδι
κι ύπνος μας επισκέφτηκε στης αμμουδιάς την άκρη.

Σαν ήρθε το ροδόχρωμο το χάραμα στους λόφους
άκρη την άκρη βάδιζα της αμμουδιάς τα πλάτη
τάματα κάνοντας πολλά, μαζί με τρεις συντρόφους
που σε όποια ανάγκη βρέθηκα, βάζαν για μένα πλάτη                 440

κι η Ειδοθέα απ’ τα νερά πετάχτη τ’ απλωμένα
σκεπτόμενη το τέχνασμα στου γέρου το κεφάλι,
φώκιας τομάρια τέσσερα κρατώντας νιογδαρμένα.
      Τέσσερεις λάκκους άνοιξε στην άκρη στο ακρογιάλι

και μας περίμενε εκεί. Σιμώσαμε σ’ εκείνη
και στον καθένα ξαπλωτό βάζει για σκέπασμά του
ένα τομάρι. Πιο φριχτό καρτέρι δεν θα γίνει
τόσο βαριά κι απαίσια ήταν η μυρωδιά του

από της φώκιας τις βρωμιές. Γιατί και ποιος ν’αντέξει
δίπλα σε θάλασσας θεριό κανένας για να μένει.                           450
Μα πάλι εκείνη πρόφθασε και δίπλα μας θα τρέξει
να βάλει στα ρουθούνια μας ουσία μυρωμένη

που τη σαπίλα των ψαριών με άρωμα την διώχναν.
     Σε λίγο οι φώκιες φτάσανε απ’ των γιαλών το δώμα
και δίπλα στην ακρογιαλιά να κοιμηθούν ξαπλώναν.
Κι ο γέρος βγήκε απ’ το γιαλό σαν έφτασε το γιόμα,

στις φώκιες του αργά-αργά στην άμμο προχωράει,
το πόσες ήτανε να δει εκείνες να μετρήσει.
Αρχίζοντας το μέτρημα πρώτους εμάς μετράει
κι ο νους παγίδα δεν νογά που εμείς του ’χαμε στήσει.                460

αφού ξαπλώνει, με ορμή χυμάμε απ’ το πλάϊ
κρατώντας τον κι ας σκούζει αυτός, το πάθος μας να κόψει
όμως τις δόλιες τέχνες του ο γέρος δεν ξεχνάει
και γίνεται δασύμαλλο λιοντάρι με άγρια όψη,

κι ύστερα κάπρος, δράκοντας αήττητος στ’αγέρια,
νερό πηγής τρεχούμενο και δέντρο φυλλωμένο,
μα εμείς γερά βαστούσαμε τον γέροντα στα χέρια
μέχρι που τον κουράσαμε, και αποκαμωμένο,

τον κάναμε τα λόγια του χωρίς πνοή να βγάλει:
«Με ποιο θεό, του Ατρέα γιε, παγίδα μου ’ χεις στήσει               470
και άθελά μου μ’ έπιασες; τι έχεις στο κεφάλι;».
    Αυτά είπε, και η γλώσσα μου έτσι θα του απαντήσει:

«Γέρο γνωρίζεις, και τα λες για να μου βάλλεις βάρος,
μες στο νησί αποκλείστηκα, πανιά δεν αρμενίζουν
και μες στα στήθεια η καρδιά δεν έχει πλέον θάρρος.
Εσύ όμως γέρο πες τα μου- μα κι οι θεοί γνωρίζουν-,

ποιος είναι εκείνος ο θεός, τον δρόμο που ’χει κλείσει
και στον ψαρόγιομο γιαλό να βγω δεν με αφήνει;».
      Και τότε με δυό λόγια του έτσι θα μου απαντήσει:
«Στον Δία μα και στους θεούς , το τάμα σου έχει μείνει ,             480

λόγια του αέρα, τα όμορφα σφαχτά που ’χες ταμένα,
για να βρεθείς γοργότερα στην πατρική σου κοίτη
την θάλασσα διαβαίνοντας. Μα είναι τελειωμένα.
Πατρίδα, φίλους συγγενείς, και τ’όμορφο σου σπίτι

θα δεις, στου Διόθρεφτου αν πας, του Νείλου πίσω πάλι
και θυσιάσεις στους θεούς, στο γαλανό του ρέμα.
Τότε θα δεις να γίνονται, ότι έχεις στο κεφάλι».
        Αυτά μου είπε ο γέροντας και πάγωσε το αίμα

που στο γεράνιο πέλαγος μου’λεγε να γυρίσω,
ταξίδι δύσκολο, ξανά στην Αίγυπτο να φτάσω.                           490
Κι έτσι με δύο λόγια μου στο γέρο θ’ απαντήσω:
«Γέρο μου έτσι όπως τα λες την Αίγυπτο θα πιάσω.

Αλλά έλα πες μου αληθινά, αν η τρανή φατρία
των Αχαιών ακίνδυνα μες στα καράβια μπήκε,
όσους εγώ κι ο Νέστορας αφήσαμε στην Τροία
ή αν κανένας τον χαμό μες στα καράβια βρήκε

ή χάθηκε στο σπίτι του σαν τέλειωσαν οι μάχες».
Αυτά του είπα και αυτός μου απαντά με λύπη:
«Του Ατρέα γιε τι με ρωτάς; Αμάθητα να τα ’χες
αυτά που έχω μες στο νου, το άκουσμα να λείπει                        500

κι εσένα προειδοποιώ, αδάκρυτος δεν θα ’σαι.
Γιατί χαθήκανε πολλοί, σωθήκαν όμως άλλοι.
Πόσοι αρχηγοί των Αχαιών σκοτώθηκαν ..θυμάσαι,
δυό αρχηγοί στον γυρισμό φάγανε το κεφάλι

κι ένας στου πέλαου την ορμή μονάχος πολεμάει.
       Ο Αίας στα μακρόκουπα καράβια εσκοτώθη,
ο Ποσειδώνας στις Γυρές  για γλιτωμό τον πάει
στις πέτρες τις θεόρατες, και προς στιγμή εσώθη,

θα γλύτωνε, κι ας είχε αυτόν η Αθηνά μισήσει
αν λέξη δεν ξεστόμιζε, βλάσθημη, με ατιμία,                               510
ότι σε πείσμα των θεών το κύμα θα νικήσει.
      Ο Ποσειδώνας άκουσε αυτή τη βλασθημία

και μες στα χέρια τα τρανά, την τρίαινά του παίρνει,
χτυπά την πέτρα στις Γυρές, στα δυό θα την χωρίσει,
το ένα της μέρος στέκει ορθό, το άλλο στο κύμα γέρνει
αυτό που ο Αίας κάθονταν, κι είχε τα θεία βρίσει

στο κύμα μέσα έγειρε, πήρε κι αυτόν η μοίρα,
στο κυματόδαρτο στοιχειό το σώμα του βουτώντας
εκεί ο δόλιος χάθηκε ρουφώντας την αλμύρα.
    Ο αδερφός σου στα βαθιά καράβια ξεγλιστρώντας                 520

σώθηκε. Κι η σεβάσμια  η Ήρα τονε σώνει.
     Καθώς στα όρη του Μαλιά εκείνος πλησιάζει
κακιά φουρτούνα κι άγριο το κύμα τονε σπρώχνει
πνιγμένο μες στους στεναγμούς ,και στην στεριά τον βγάζει

κει που ο Θυέστης πιο παλιά, για χρόνια κατοικούσε
κι ο Αίγισθος ο γόνος του κοντά του εκαθόταν.
   Κι όταν τον έρμο γυρισμό καλόβολο θωρούσε
και στην πατρίδα με όμορφο και πρίμο αγέρι ερχόταν,

έφθασε στην πατρίδα του, του βγήκαν τα όνειρά του
κι απ’ τη λαχτάρα την πολλή το χώμα της φιλούσε                    530
και δάκρυα έχυνε καφτά α’ την πολλή χαρά του.
    Όμως στην Βίγλα ο σκοπός που ξάγρυπνος φρουρούσε

τον γνώρισε. Ο στυγερός, εκεί τον είχε βάλει
ο Αίγισθος, με δυό φλουριά αυτού που είχε τάξει
να την φυλά ολοχρονίς, μήπως το κύμα βγάλει,
εκείνον , και τα άρματα προφθάσει για ν’ αρπάξει,

ευθύς μόλις τον γνώρισε, προς το παλάτι φεύγει
να του το  πει, κι ο Αίγισθος το σχέδιο ετοιμάζει.
   Μέσα απ’ τη χώρα είκοσι τρανούς νέους διαλέγει
και στήνει το καρτέρι του. Κι από την άλλη βάζει                       540

τον κόσμο, του Αγαμέμνονα τραπέζι να του στρώσει,
αυτός μ’ αμάξια κι άλογα θα πάει να τον καλέσει
και στο τραπέζι ανύποπτα με δόλο θα σκοτώσει
όπως το βόδι στο παχνί. Κι οι σύντροφοι απ’ τη μέση,

του Αγαμέμνονα, κι αυτού, σκοτώθηκαν στη μάχη
τη μάχη που ακολούθησε στο ξακουστό παλάτι»
    Μου τα ’πε αυτά, και η καρδιά ξεκίνησε για να ’χει
πόνους, και στην ακρογιαλιά πλημμύρισε το μάτι

με δάκρυ , κι ούτε ήθελα ζωή και ήλιου λάμψη.
     Κι αφού το δάκρυ χόρτασα και τον καημό συνάμα,               550
του άψευδου γέρου η λαλιά ελπίδα θα μ’ ανάψει:
    «Μενέλαε, αιώνια δεν ωφελεί το κλάμα

ούτε θα βγάλεις τίποτα, αλλά καιρό μη χάσεις,
το γυρισμό στη χώρα σου να ’χεις θα πρέπει υπ’ όψη.
Δεν ξέρω αν τον Αίγισθο να ζει θα τον προφτάσεις
ή πρόφθασε ο θεϊκός Ορέστης να τον κόψει

μα εσύ θα κάτσεις για να φας στο νεκρικό τραπέζι».
      Αυτά μου είπε ο γέροντας κι όσο κι αν είχα πόνο
άρχισε πάλι η καρδιά με τη χαρά να παίζει
κι απάντησα στον άψευδο με δυό μου λόγια μόνο           560........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 20/07/09, 11:41
                    Δ

«Έμαθα τώρα για τους δυό. Τον τρίτο, που στα μάκρη
η θάλασσα τον τυραννά, πέθανε; ή ζει σε μέρος
άγνωστο; πές το μου κι αυτό, κι ας ξαναστάξει δάκρυ»
    Είπα και μου απάντησε με δυό του λόγια ο γέρος:

«Θιακιώτης, τον άντάμωσα, και γόνος του Λαέρτη,
δίχως συντρόφους και κουπιά, πικρό το δάκρυ χύνει
γιατί η νεράϊδα η Καλυψώ, του γυρισμού το ντέρτι
του ανάβει, και στη χώρα του να φτάσει δεν αφήνει

γλιστρώντας ανεμόσταλτος στης θάλασσας τη ράχη,
κι ούτε δικό σου ριζικό στο αλογότροφο Άργος                          570
είναι να χάσεις της ζωής, Μενέλαε, τη μάχη,
μα θα σε στείλουν οι θεοί και ο ουράνιος μάγος

στα Ηλύσια μέρη, που ο ξανθός Ραδάμανθος υπάρχει
και που στην ζήση του ο θνητός, χαρούμενα περνάει
χειμώνα, χιόνι και βροχή, εκεί δεν θα ’βρεις να ’χει
κι ο Ωκεανός τον Ζέφυρο ανάλαφρα φυσάει,

με την δροσιά του τους θνητούς γλυκά να τους τυλίξει,
γιατί του Δία είσαι γαμπρός, αφού έχεις την Ελένη».
    Έτσι είπε και στης θάλασσας το κύμα θα βουτήξει.
Στους σύντροφους τότε κι εγώ, που ήταν αφημένοι                   580

στα πλοία, πήγα στο γιαλό, με το μυαλό σε σκέψεις.
Αφού λοιπόν προς το γιαλό ήρθαμε βήμα-βήμα
φάγαμε κάτι πρόχειρα, και του ύπνου επισκέψεις
ήρθαν, και κοιμηθήκαμε αντάμα με το κύμα.

Σαν ήρθε η ρόδινη αυγή η νυχτοθροφισμένη
τα πλοία στο βαθύ γιαλό, σύρανε και βυθίσαν,
κι επάνω στα κατάρτια τους, οι ναύτες κεφισμένοι
τα ξάρτια δέσαν, κι έτοιμοι για το φευγιό σαλπίσαν

και κάθισαν , με τα κουπιά το κύμα να χτυπάνε
ώσπου στον Νείλο φτάσαμε τον ποταμό τον θείο.                       590
    Οι τσίκνες, στους ουράνιους απ’ τις θυσίες πάνε,
κι ενώ εκόπασε η οργή, τρανό στήνω μνημείο

στον Αγαμέμνονα, με αυτό, αθάνατος να μείνει.
    Τέλειωσα. Κι άνεμος θεών από το ξένο χώμα
προς την πατρίδα τη γλυκιά να φτάσω με αφήνει.
Ωστόσο εσύ στο σπίτι μου μείνε λιγάκι ακόμα

δώδεκα μέρες, όμορφα να σου ετοιμάσω δώρα
άλογα τρία δυνατά, γεροδεμένο αμάξι
κι ένα ποτήρι, στους θεούς σαν έρχεται η ώρα,
 να με θυμάσαι όσο ζεις, όταν κρασί θα στάξει ».                           600

Κι ο συνετός Τηλέμαχος έτσι του απαντάει:
«Του Ατρέα γιε συμπάθα με μα εμπόδια μη βάζεις
για χρόνο μένω με χαρά ,να σ’ έχω εγώ στο πλάϊ
ξεχνώντας σπίτι και γονιούς, γιατί απ’ το στόμα βγάζεις

λόγο , περίσσια συνετό, ομορφοακουσμένο,
μα στενοχώρια έπιασε τους σύντροφους στην Πύλο
και μ’ έχεις στην πατρίδα σου πολύ καιρό κλεισμένο.
Θα πάρω όμως τα δώρα σου , δώρα από τέτοιο φίλο.

Τ’ άλογα όμως δεν μπορώ στο Θιάκι να τα βγάλω
θα σου τα’ αφήσω χάρισμα να τα ’χεις και καμάρι                     610
γιατί έχεις κάμπο πλούσιο κι απλόχωρα μεγάλο
που βγάζει βίκο, κάπαρη, στάρι κι ασπροκριθάρι

Λειβάδια αλογοβόσκητα στο Θιάκι δεν υπάρχουν,
κατσικοβόσκητες μεριές θα βρεις χαριτωμένες
από άλλους αλογότοπους. Νησιά δεν θα ’βρεις να ’χουν
λιβάδια αλογότροφα, και χώρες κυκλωμένες

απ’ της θαλάσσης το νερό, και πιο πολύ το Θιάκι».
Αυτά ’πε και ο βροντερός Μενέλαος γελάει
σφίγγει το χέρι του γλυκά και λέει με μεράκι:
«Αίμα γενιάς βασιλικής στις φλέβες σου κυλάει                         620

κι ότι είπες αφού το μπορώ, μετά χαράς θ’ αλλάξω,
ότι πολυτιμότερο στο σπίτι μου υπάρχει
όσο ακριβό και να ’ναι αυτό, σε σένα θα το τάξω.
Κροντήρι ασημοσκάλιστο η αφεντιά σου να ’χει

που με χρυσό, ψηλά-ψηλά τα χείλη του έχουν γίνει
έργο του Ηφαίστου. Ο Φαίδιμος ο ξακουστός μονάρχης
των Σιδονιών μου το ’δωσε, σπίτι του είχα μείνει
γυρνώντας στην πατρίδα μου, δικό σου τούτο να ’χεις».

Αυτά οι δυό τους λέγανε, κι οι παραγιοί κοντά τους
κρασί με αψάδα κουβαλούν, κι αρνιά οι άλλοι βάζαν,                630
πανώριες νιές που έφόραγαν τα ομορφομάντηλά τους
ψωμιά τους φέρναν, κι όμορφο τραπέζι ετοιμάζαν.                           ........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 22/07/09, 10:36
                    Δ

  Στου Οδυσσέα το ψηλό μπροστά όμως το παλάτι
μνηστήρες δίσκο πέταγαν, και άλλοι το κοντάρι 
σε ισιάδα, όπως και παλιά, ξεδιαντροπιά γεμάτοι,
ο Αντίνος κι ο  Ευρύμαχος , θεόμορφος στη χάρη,

 κάθονταν, πρώτοι απ’ όλους τους, μα και οι πιο γεναίοι.
   Ξάφνου του Φρόνιου ο γιος, Νοήμος καταφθάνει,
και στον Αντίνοο κοντά ζυγώνει και του λέει:
«Ξέρεις αν ο Τηλέμαχος, Αντίνοε, λιμάνι                                     640

από την Πύλο έπιασε, ή πότε θα γυρίσει;
Μου πήρε το καράβι μου που ανάγκη το ’χω τώρα,
στην Ήλιδα να πεταχτώ, γιατί έχω κι αφήσει
φοράδες δώδεκα καλές, απλόθωρη είναι χώρα,

και πρέπει ένα μουλάρι τους να πάρω να το στρώσω».
Σαστίσαν, δεν γνωρίζανε για Πύλο, μα τους πείθει,
νομίζαν θα ’ταν στον βοσκό ή στο κοπάδι ωστόσο,
και τότε άγρια ρωτά ο Αντίνος του Ευπείθη:

«Μίλα καλά. Πότε έφυγε; ποιος τάχα τον βοηθούσε;
τρανοί απ’ το Θιάκι είναι νιοί ή παραγιοί και σκλάβοι;             650
μαζί του πήγαν για βοηθοί; Κι αυτό θα το μπορούσε.
Και γι άλλο ένα μίλα μου ο νους να καταλάβει,

με το στανιό το πλοίο σου το πήρε ή εντίμως
το ζήτησε, και το ’δωσες για να του κάνεις χάρη;».
τότε του Φρόνιου ο γιος, του λέει ο Νοήμος
«Το ’δωσα με τη γνώμη μου, και του ’πα να το πάρει,

ποιος άλλος, αν αρχοντογιός με αβάσταχτο μεράκι
ζητούσε, δεν θα το ’δινε, σαν να ’χε κάποιο μίσος;
Οι σύντροφοι του, είναι παιδιά, τα πρώτα μες στο Θιάκι
και αρχηγός ο Μέντορας ή και θεότης ίσως.                                660

Τόσο πολύ του έμοιαζε. Μα στο μυαλό  γυρνάει
μια απορία, και στο νου εξήγηση οφείλω
γιατί τον είδα το πρωϊ στην πόλη να γυρνάει
ενώ μαζί τους έφυγε στο πλοίο για την Πύλο».

Τους τα ’πε και στο σπίτι του αυτός γυρνάει πάλι,
μα αυτών των δύο η καρδιά από την έννοια ελύθη
και των μνηστήρων τέλεψαν του αγώνα την κραιπάλη.
 Τότε ο Αντίνος μίλησε, ο γόνος του Ευπείθη

μα βράζοντας απ’ τον θυμό. Τα σωθικά του ήδη
φουσκώναν και τα μάτια του μοιάζανε φλογοβόλα:                    670
«Άκου να δεις παράτολμο που σκέφτηκε ταξίδι
να φύγει ο Τηλέμαχος, και δεν μας τα ’πε όλα .

Κοίτα να δεις ανήλικο παιδί που το κατέχει
πείσμα, και πλοίο ναύλωσε ρίχνοντας στο ακρογιάλι
με τα καλύτερα παιδιά συντρόφους του να έχει
και σε μπελάδες άγριους ακόμα θα μας βάλει.

Μα πριν τα νιάτα του χαρεί, ο Δίας ας τα σβήσει.
 Καράβι φτιάξτε, είκοσι ναύτες να συνοδεύουν ,
να του ’χω εγώ στον γυρισμό κρυφό καρτέρι στήσει
Σάμη και Θιάκι αναμεσίς που τα νερά στενεύουν »            680........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 24/07/09, 10:36
                           Δ

Κι όλοι οι μνηστήρες δέχτηκαν , τέτοιοι ν’ αρχίσουν κόποι,
κι αμέσως ξαναγύρισαν στο αρχοντικό παλάτι.
 Δεν άργησε όμως όλα αυτά να μάθει η Πηνελόπη,
τι οι μνηστήρες μελετούν στου γιόκα της την πλάτη.

Ο Μέδοντας ο παραγιός, που στης αυλής τα βάθη
καθόταν,  όλα τ’ άκουσε μέσα στο μεθοκόπι
που λέγαν ,και τα πρόφτασε εκείνη να τα μάθει.
  Σαν μπήκε στην εξώπορτα του λέει η Πηνελόπη:

«Κράχτη στον νου των άφρονων μνηστήρων τι να παίζει
ή κάποιος στέλνει εσένανε τις δούλες να διατάξει,                       690
άλλες δουλειές ν’ αφήσουνε, να στρώσουνε τραπέζι.
Μακάρι τη χαρά σ’ αυτούς ουράνιος μη στάξει

και το τραπέζι τούτο εδώ να ’ναι το τελευταίο
που κουβαλιέστε , πίνετε και βάζετε μπελάδες
στα πλούτη του Τηλέμαχου, μα δεν σας ήρθε νέο
ποιος ο Οδυσσέας ήτανε, από τους πατεράδες;

που άνθρωπο δεν πείραξε, κι ούτε κακές κουβέντες
είπε ποτέ, είτε χώρισε ποτέ του τους ανθρώπους
σε δίκαιους και άδικους, που χώρισαν οι αφέντες
μισούς καλούς μισούς κακούς, σε όλους τους άλλους τόπους;    710

Μα αυτός δεν πείραξε άνθρωπο ποτέ όλα τα έτη.
Σας όμως, φαίνονται οι δουλιές, μα κι η ψυχή ακόμη
ούτε και χάρη δίνετε σε φίλο κι ευεργέτη»
Κι ο Μέδοντας της μίλησε με την τρανή του γνώμη:

«Μακάρι αυτό βασίλισσα το πιο πικρό να μείνει.
Μα στων μνηστήρων το μυαλό κακό στριφογυρίζει.
Είθε ο Δίας ν’ αρνηθεί, φριχτότερο να γίνει.
Σκοπεύουν τον Τηλέμαχο, εδώ καθώς γυρίζει

να τονε κόψουν με άπονο μαχαίρι, στο καράβι,
που έφυγε, για τον γονιό, στην Πύλο και στην Σπάρτη».             720
    Είπε, κι εκείνη ελύγισε, κι ο πόνος την ανάβει,
για ώρα δεν εμίλησε, και η καρδιά της γδάρτη.

Δέθηκε η γλώσσα η γλυκιά, βουρκώσανε τα μάτια
κι αφού έμεινε άφωνη αρκετά, αργότερα του κρένει:
«Κράχτη, πως πήρε ο γιόκας μου αυτά τα μονοπάτια;
Δεν είχε ανάγκη στα γοργά καράβια ν’ ανεβαίνει

που κάρα είναι του πέλαγου, και στέλνουνε στη χάση
τους άντρες, του ωκεανού, με κύματα αφρισμένα
ή θέλει, και τον ίδιονε, και τ’ όνομα να χάσει;».
Κι ο Μέδοντας απάντησε σοφά και γνωμισμένα:                    730

«Δεν ξέρω αν μονάχος του, ή ποιού θεού η πείρα
στην Πύλο τον οδήγησε, εκεί να μάθει κάτι
για επιστροφή του κύρη του ή ποια θα έχει μοίρα».
 Είπε και για του Οδυσσέα αυτός κινάει το παλάτι .

Μες στην καρδιά της κάθισε σπιθοβολούσα πίκρα,
δεν την χωράει το θρονί να κάτσει- είχε κι άλλα-
μπρος στον κοιτώνα κάθισε, μα δίπλα της κι αντίκρα
οι σκλάβες όλες κλαίγανε με δάκρυα μεγάλα

γριές και νιες οδύρονταν, μαζί κι οι παρακόρες
κι η Πηνελόπη με λυτά μαλλιά λέει και ρεκάζει:                        740
«Αχ κόρες μου ακούστε με που των θεών οι μπόρες
εμένα βρήκαν πιο πολύ, και του καημού το αγιάζι

από τις συνομήλικες , αφού εγώ έχω χάσει
τον άντρα μου τον άφθαστο σε ρώμη κι ομορφάδα
που από τους Δαναούς κανείς δεν μπόρεσε να φτάσει
και δόξα έχει περισσή στ’ Άργος και στην Ελλάδα .                  ........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: dora στις 24/07/09, 13:05
τι να πω ....πολλα συγχαρητηρια!!!
 :)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 24/07/09, 18:04
Καλή μου φίλη
για το πέρασμα και το σχόλιο ένα μεγάλο ευχαριστώ....
Να είσαι πάντα καλά..και να περάσεις ένα όμορφο Καλοκαίρι!!!!!!!!!!!1
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 27/07/09, 12:38
                         Δ

Και τώρα του καημού οι βροχές αρπάξαν και το γιο μου
που απ’ το παλάτι έφυγε χωρίς να με ρωτήσει,
κι ούτε ήρθε μία από σας να βάλει στο μυαλό μου
πως το φευγιό του ετοίμαζε, κι εμένα να ξυπνήσει                      750

πως έφευγε ανερώτητα με το μουντό καράβι.
Γιατί αν τούτο μάθαινα κείνη τη μαύρη ώρα
όσο κι εκείνος να ’θελε ,εγώ θα ’χα προλάβει
ή αλλοιώς μέσα στο σπίτι μου νεκρή θα ήμουν τώρα.

Μα τον Δολίο κάποια σας να βρει, που του ’μαι αφέντρα,
για δούλο ο πατέρας μου αυτόν μου είχε στέρξει
κάπου θα είναι στις δουλειές, στου κήπου μας τα δέντρα
και του Λαέρτη όλα αυτά να του τα πει ας τρέξει

μπορεί από το νου αυτού ιδέες να περάσουν
όταν εδώ εμφανιστεί κι αρχίζει για να κλαίει                              760
που του Οδυσσέα το παιδί ζητάνε να χαλάσουν».
   Και τότε η Ευρύκλεια της Πηνελόπης λέει:

«Σφάξε με ή χάρισ’ τη ζωή, η χάρη σου ας διαλέξει
με το μαχαίρι το άπονο, για όλα είχα γνώση,
και του ’δωσα ότι ζήτησε, δεν θα σου κρύψω λέξη,
τροφές και κόκκινο κρασί, μα όρκο είχα δώσει

πριν δώδεκα μερόνυχτα περάσουνε , μη μάθεις
αν δεν ζητήσεις να τον δεις, πως είναι σε ταξίδι,
στο πρόσωπό σου τ’ όμορφο ,κακή ζημιά μη πάθεις.
Μα αφού λουστείς αφέντρα μου τα ρούχα φόρεσε ήδη              770


και με τις δούλες σου σιμά στο σπίτι προσευχήσου,
στου Δία του ασπιδόφρακτου, την Αθηνά, την κόρη
απ’ το σκληρό το φονικό να σώσει το παιδί σου
και του Λαέρτη του πικρού, μη του προσθέτεις ζόρι

γιατί νομίζω οι θεοί το γένος του Αρκεισία
δεν θα το σβήσουν, κάποιον τους θ’ αφήσουνε στην άκρη
για τα τρανά τα σπίτια τους και την αγροχρησία».
   Είπε και της ημέρεψε την πίκρα, και το δάκρυ

σταμάτησε, και λούστηκε, με άλλα ρούχα ντύθη,
με σκλάβες πάει στα δώματα, και σε τρανό πανέρι                     780
βάζοντας κριθαρόσπυρα, στην Αθηνά δεήθη:
«Του Δία κόρη αήττητη, αστραποβόλο αστέρι

αν ο Οδυσσέας κάποτε μηριά σου έχει κάψει
προβάτων ή βοδιών τρανών, να εξαγνιστούν οι μοίρες,
το γιό μου βόηθα αήττητη κανείς να μην τον βλάψει,
θυμήσου τα, και σώσε μας απ’ τους κακούς μνηστήρες».........ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 30/07/09, 00:37
                            Δ

Με θρήνους τα ’πε, κι άκουσε την προσευχή η Παλλάδα.
Τρελά οι μνηστήρες θορυβούν στο σκιερό παλάτι
και λέει ένας από αυτούς που ’χαν τόση ζαλάδα:
«Γάμο ετοιμάζει η ποθητή, η μεγαλειοτάτη                                 790 
 
χωρίς να της περνά απ’ το νου τον γιο τι περιμένει.
    Τα ’πε αυτά, που να ’ξερε, τι άλλο έχει γίνει.
Τότε ο Αντίνος άρχισε και προς τους άλλους κρένει:
«Κοπάστε λίγο των παχιών των λόγων σας τη δίνη

μη πάει κανείς να της το πει κι η Πηνελόπη μάθει,
μα να διαβούμε αθόρυβα, όπως το σχέδιο ορίζει
που είναι σε όλους αρεστό και δεν σηκώνει λάθη».
     Αυτά τους είπε κι είκοσι λεβέντες ξεχωρίζει

και στο καράβι το γοργό, στην αμμουδιά οδεύουν.
Το ρίξαν μέσα στο γιαλό, κατάρτι ανεβάσαν                                800
και στο καράβι τα πανιά βοηθήσανε ν’ ανέβουν,
πέτσινες θήκες στα κουπιά αργότερα περάσαν

κι ανοίξαν τα λευκά πανιά ψηλά-ψηλά με τάξη.
Οι παραγιοί κουβάλησαν τροφές κρασί και λάδι
κι αφού το πήγαν στ’ ανοιχτά του πέλαγου ν’ αράξει
πρόχειρα λίγο φάγανε όσο να φτάσει βράδυ.

Κι η Πηνελόπη η άμεμπτη επάνω στο ανώϊ
τυραννισμένη, νηστική, στης σκέψης τις πλημμύρες,
αν ο μονάκριβος σωθεί, η έννοια να την τρώει
ή θα ’κοβαν τα νιάτα του οι άθλιοι μνηστήρες.                           810

Κι όσα γυρίζουνε φριχτά σε λιονταριού κεφάλι
 που κυκλωμένο βρίσκετε από ανθρώπων πλήθη,
της Πηνελόπης φέρνανε οι ίδιες σκέψεις ζάλη.
Μέχρι που παραδόθηκε στου ύπνου της τη λήθη.

Μα η λιοπερίχυτη Αθηνά καινούργιο σχέδιο υφαίνει.
Φάντασμα φιάχνει που ακριβώς με την Ιφθίμη μοιάζει
την κόρη του καλόψυχου Ικάριου, παντρεμένη
τον Εύμηλο απ’ τις Φερές, στο αρχοντικό την βγάζει,

της Πηνελόπης ο βαρύς ο θρήνος για να λήξει
που με καφτά τα δάκρυα για τα δεινά της κλαίει,                        820
τραβά τον σύρτη με λουρί την κάμαρη ν’ ανοίξει
και πάνω απ’ το κεφάλι της στέκεται και της λέει:

«κοιμάσαι Πηνελόπη μου, κι ανάβει η καρδιά σου
μα ούτε θα κάνουν οι θεοί τη ζήση σου μαντάρα
θα τονε δεις τον γιόκα σου να ξαναρθεί κοντά σου,
γιατί δεν έχει πάνω του απ’ τους θεούς κατάρα»

           
 
μες στ’ όνειρό της το βαθύ ,στου ύπνου της την μπόρα
η Πηνελόπη της μιλά με δακρυσμένο μάτι
«Γιατί ήρθες αδερφούλα μου, πως με θυμήθεις τώρα
που με ξεχνάς, μα κάθεσαι σ’ αλαργινό παλάτι .                           830

Λες να ξεφύγω απ’ του καημού, του πόνου το καρτέρι,
μα πνέει σε κορμί και νου, των βάσανων ο νότος
που χάθη ο άντρας ο καλός, το ξακουστό μου ταίρι
στην χάρη αξεπέραστος, των Δαναών ο πρώτος

που στο Άργος και στους Έλληνες μεγάλη δόξα έχει.
Και τώρα έφυγε ο γιος με το βαθύ καράβι,
σε κόπους είναι αμάθητος, μικρός, και δεν κατέχει,
μπρος στου Οδυσσέα τα δεινά, πιότερο αυτό με ανάβει

και συλλογιέμαι η άμοιρη κακό να μη μου πάθει
στις θάλασσες που σεργιανά, στης ξενιτιάς τα δάση,                  840
γιατί έχουν βάλει άφθονοι οχτροί στου νου τα βάθη
κακό, να τον σκοτώσουνε, πριν στην πατρίδα φτάσει».

 Και το σκιώδες φάντασμα γυρίζει και της κρένει:
«Φιάξ’ την καρδιά, μες στην ψυχή, δειλία δεν αρμόζει
ετούτος έχει φύλαξη , γι άλλους ονειρεμένη,
την Αθηνά την λιόφωτη, που η δύναμη της σώζει.

Αυτή σε ψυχοπόνεσε, που η καρδιά σου κλαίει
και μου ’πε να σου διώξω εγώ της θλίψης σου το πούσι».
Κι η Πηνελόπη η φρόνιμη γυρίζει και της λέει:
«Θεά αν είσαι, και θεού φωνή έχεις ακούσει                               850

για του Οδυσσέα μίλα μου του άμοιρου τα πάθη
αν ζωντανός του ήλιου το φως κατάματα κοιτάει
ή πέθανε, και στου άχαρου του Άδη είναι τα βάθη».
       Και το σκιώδες φάντασμα έτσι της απαντάει:

«Πέθανε ή ζει για να σου πω, δεν ήρθ’ ώρα μεγάλη
κι ούτε τα λόγια να γινούν καλή μου ανεμοσκόρπι».
    Αυτά είπε κι απ’το σύρτη ευθύς τραβάει το μαντάλι
και χάθηκε στον άνεμο.  Σηκώθη η Πηνελόπη

τότε απ’ τον ύπνο το βαθύ, και η καρδιά εχάρη
για το σημάδι του όνειρου, το ολοφάνερό του.                            860
    Τότε οι μνηστήρες φύγανε στο πέλαγος με χάρη
του Τηλεμάχου έχοντας , στον νου τους , τον χαμό του.

Στο πέλαγος καταμεσίς είναι βραχονησίδα
Θιάκι και Σάμη ανάμεσα, σαν πετρωτό παρτέρι
με δυό λιμάνια, ένα νησί, το λένε Αστερίδα.
Εκει τον παραμόνευαν σε φονικό καρτέρι.

      ΤΕΛΟΣ Δ! ΡΑΨΩΔΙΑΣ
Τίτλος: A+B+Γ+Δ
Αποστολή από: ivikos στις 30/07/09, 00:39
ΤΕΛΟΣ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ+Δ)
Αποστολή από: ivikos στις 30/07/09, 00:42
.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Μαρμελακι στις 30/07/09, 21:47
Ουαου... παρε μια ανασα τωρα... και πηγαινε διακοπες χωρις laptop/γραφομηχανη  ;)
Εκανες πολλα

Πως αισθανεσαι που τελειωσε το εργο σου?
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 31/07/09, 13:29
φίλε(η)(.)(.)

ήδη έκανα μίνι διακοπές 7 ημερών-οι επόμενες Σεπτέμβρη-χωρίς laptop και γραφομηχανή.....-
Το έργο δεν το τελείωσα λείπουν ακόμα 20 ραψωδίες(σειρά για καταχώρηση τώρα  έχει η Ε! ραψωδία ) που θα καταχωρούνται τμηματικά - χρειάζεται χρόνος για το χτένισμα-
Με το τέλος της κάθε ραψωδίας φυσικό είναι να αισθάνομαι χαρούμενος...
την μεγάλη όμως χαρά θα την αισθανθώ όταν τελειώσω και τους υπόλοιπους 2000 στίχους που απέμειναν, για να ολοκληρωθεί όλη η  απόδοση  της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ...

Σ'ευχαριστώ για το σχόλιο...την προτροπή για διακοπές...και σου εύχομαι ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ+Δ)+Ε σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 01/08/09, 14:05

                    ΡΑΨΩΔΙΑ Ε!

Απ’ του όμορφου του Τιθωνού την αγκαλιά πετάχτη
η Αυγούλα κι έστειλε το φως να φύγει η νυχτωδία.
   Τότε η βουλή η θεϊκή στον Όλυμπο συνάχτη
κι η Αθηνά , με αναμεσίς, τον ψηλοβρόντη Δία,

τους λέει, καθώς τα βάσανα του Οδυσσέα θυμάται,
και τον νοιαζόταν, που η θεά σε σπήλαιο είχε ρίξει:
«Πατέρα Δία και θεοί που από ψηλά κοιτάτε,
άρχοντας μα και βασιλιάς που σκήπτρο έχει αγγίξει,

δίκαιος, πράος και καλός, στον κόσμο μην υπάρξει,
παρά  δυνάστης κι άτιμος ,με το κακό στη σκέψη,                    10
που του Οδυσσέα το κακό εσάς δεν έχει νοιάξει,
αν και σαν κύρης τον λαό, τον είχε βασιλέψει.

Μα τώρα αυτός σε σπήλαιο βαθύ είναι κλεισμένος
φαρμάκια καταπίνοντας στης Καλυψώς το σπίτι
που του εμποδίζει τη φυγή, φριχτά ναυαγισμένος
και δεν μπορεί να ξαναδεί την πατρική του κοίτη,

μα ούτε συντρόφους έχει αυτός ούτε βαθύ καράβι
σαν άνεμος, στου πέλαγου τη ράχη να γλυστρίσει.
Και μες στον νου των άθλιων κακιά φλόγα ανάβει
για το μοναχοπαίδι του,  να κόψουν, σαν γυρίσει,                         20

από την Λακεδαίμονα, και την ουράνια Πύλο ».
     Τότε ο νεφελόβροντος γυρίζει και της κρένει:
« Παιδί μου, άδικη η φωνή και το ύφος το οργίλο,
στο νους σου εσύ δεν τα ’βαλες, τι τώρα σε πικραίνει,

πως ο Οδυσσέας στον γυρισμό ανάλογα θα πράξει;
Κανόνισε τώρα ο γιος να φτάσει δίχως βλάβη,
που το μπορείς, κανένας τους αυτόν να μη πειράξει,
και των μνηστήρων άπραχτο να φτάσει το καράβι».

    Της είπε, και στον γιό του Ερμή, για να του πει, γυρίζει:
«Ερμή στην Καλυψώ να πας, συ ’σαι ο μαντατοφόρος               30
για να της πεις πως των θεών αυτά η βουλή ορίζει
και του Οδυσσέα ο γυρισμός, για τους θεούς, ειν’ όρος,

χωρίς στη συνοδεία του να ’χει  θεούς κι ανθρώπους
μ’ ένα καλόδετο σκαρί , να φτάσει παιδεμένος,
σε είκοσι μέρες στην Σχεριά, πλούσια απ’ άλλους τόπους,
που Φαίακες την κατοικούν, απ’ των θεών το γένος

Σαν τον θεό θα τον δεχτεί η ουράνια φατρία,
να τονε στείλει με χρυσό, και δώρα στο καράβι
όσα δεν θα ’φερνε ποτέ λάφυρα απ’ την Τροία
αν τύχαινε στον γυρισμό κι ερχόταν δίχως βλάβη                        40

γιατί το γράφει η μοίρα του ξανά να συναντήσει
τους ποθητούς, και στο ψηλό το σπίτι του να φτάσει».
    Αυτά είπε κι ο γοργάγγελος του Δία θα κινήσει
αφού τα ομορφοσάνδαλα στα πόδια θα περάσει

που ολόχρυσα κι αιώνια με του άνεμου την άχνη
σε πέλαγα και σε στεριές τον παν’ και φτερουγίζει.
Μετά το μαγικό ραβδί στα χέρια του αδράχνει
που αν θέλει τους θνητούς ξυπνά ή τους αποκοιμίζει....Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 03/08/09, 19:47
                    Ε

Κρατώντας το ο Αργοφονιάς, ψηλά την Πιερία
την προσπερνά, και στον γιαλό βουτά απ’ τον αιθέρα                 50
παλεύοντας στα κύματα, με γλάρου εμπειρία
που ψάρια στο αχνοπέλαγος ζητάει όλη μέρα

και τα φτερά τα πλουμιστά τα βρέχει στην αλμύρα.
Σαν γλάρος όμοια ο Ερμής το κύμα διασχίζει
κι όταν στο απόμακρο νησί τονε πετά η μοίρα
βγαίνει απ’ το κύμα στη στεριά κι αρχίζει να βαδίζει

ψάχνοντας για το σπήλαιο που η νεράϊδα ζούσε.
Την βρίσκει που καθότανε την ομορφομαλλούσα
δίπλα στον τζάκι, στη φωτιά που ξύλο ευωδιούσε
κέθρο, θυμάρι, κι όμορφα τραγούδαγε σαν μούσα.                       60

Στον αργαλειό της το πανί το όμορφο υφαίνει
και με σαϊτα ολόχρυση ζητά να το στολίσει.
Δάσος τριγύρω στην σπηλιά, μια μυρωδιά ανεβαίνει
σκλήθρες και πεύκα ευωδιούν, και τ’ άγριο κυπαρίσσι

πλουμόφτερα γύρω πουλιά στα δέντρα μέσα πάνε
κουρούνες βροντερόφωνες, γεράκια αγριεμένα,
θαλασσοπούλια, στα νερά του πέλαγου πετάνε
και στη σπηλιά ολόγυρα, σταφύλια φορτωμένα,

βλαστάρια μιας κληματαριάς που όμορφα απλωνόταν.
Τέσσερις βρύσες το νερό το γάργαρο κυλούσαν                           70
αντάμα, μα της κάθε μιας , αλλού αυτό χυνόταν
και δίπλα καταπράσινα λιβάδια που ανθούσαν

με βιόλες κι άγρια σέλινα, που ουράνιος αν θωρούσε,
θα σάστιζε, και η καρδιά θα είχε αναγαλλιάσει.
Εκεί καθόταν ο Ερμής, με θαυμασμό κοιτούσε
κι αφού είχε με το βλέμμα του την ομορφιά χορτάσει

τα βήματά του οδηγεί στο σπήλαιο το μεγάλο
κι ευθύς τον γνώρισε η θεά κοιτώντας τον στα μάτια,
γιατί γνωρίζονται οι θεοί, ο ένας με τον άλλο
έστω κι αν χώρια ζουν αυτοί σε μακρινά παλάτια.                       80

Μα του Οδυσσέα τη σκιά, εκεί δεν διακρίνει,
στο ακρογιάλι κάθονταν βαρύς και λυπημένος
με κλάματα και στεναγμούς, το δάκρυ του να χύνει
και να κοιτά το απέραντο το πέλαγο χαμένος..............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 05/08/09, 15:14
                        Ε

Τότε κοιτάζει τον Ερμή, και τον ρωτά ευλόγως
η Καλυψώ, που σε θρονί να κάτσει τονε βάζει
«Χρυσόραβδέ μου κι ακριβέ Ερμή, ποιος να ’ναι ο λόγος
που ’ρθες εδώ, πολύ αραιά ο δρόμος σου σε βγάζει.

Πες τι ζητάς, και σε βοηθώ, αμέσως να το φτάσεις
άμα περνά απ’ το χέρι μου, και δύναμη έχω τόση                       90
φιλιάτικα για σένανε θα βγάλω αν κοπιάσεις».
    Είπε κι ευθύς σηκώθηκε τραπέζι να του στρώσει

κόκκινο νέκταρ του ’βαλε και θεϊκή αμβροσία
και τον μεγάλο Αργοφονιά σε δείπνο τον καθίζει.
Αφού εχόρτασε καλά κι ευφράνθη οινοποσία
το ύφος παίρνει το γλυκό, και να μιλά αρχίζει:

«Θεά εσύ, ρωτάς θεό, ποια είναι η βούληση μου,
θα μάθεις, αφού το ρωτάς, πως η αλήθεια έχει.
Ο Δίας μου είπε να ’ρθω εδώ, χωρίς την θελησή μου,
ποιος πελαγίσια διαδρομή απέραντη αντέχει                               100

που άνθρωπο δεν συναντάς στη διάβα αυτού του χώρου
και δεν υπάρχουν, στους θεούς αρνιά, κανείς να σφάξει,
την γνώμη όμως ποιος μπορεί του Δία τ’ ασπιδοφόρου
να αρνηθεί, κι ας είν’ θεός, είτε να την αλλάξει;

Λέει, τον πιο κακότυχο, εδώ οι ανέμοι σπείραν
απ’ όλους που του Πρίαμου τ’ ανάκτορα αλώσαν.
Εννιά χρονιές παλεύανε, την δέκατη τα πήραν
μα καθώς πίσω γύριζαν, την Αθηνά θυμώσαν

κι αυτή, με κύματα ψηλά, που ’ταν τεράστιοι λόφοι
και γιγαντόμορφα βουνά, τους έστειλε το κρίμα.                         110
Οι αγαπημένοι χάθηκαν στα κύματα συντρόφοι
κι αυτόν εδώ τον έβγαλε ο αέρας και το κύμα.

Ν’ αφήσεις τούτον σου ζητά , ο Ασπιδοφόρος, τώρα
και να μη μείνει αιώνια σ’ αυτά τα μονοπάτια
της μοίρας του είναι γραφτό, να’ ρθει η άγια ώρα
ν’ ανταμωθεί με τους δικούς, στ’ αρχοντικά παλάτια».

Μόλις το ακούει η Καλυψώ, πανιάσανε τα χείλια,
πάγωσε το αίμα, και σκληρές, το στόμα λέξεις βγάζει:
«Σκληροί θεοί, κακόκαρδοι, που λιώνεται απ’ τη ζήλια
αν με θνητό κάποια θεά, την δείτε να πλαγιάζει                          120

κι αγκαλιασμένοι κοιμηθούν , τρελά ερωτευμένοι.
Όπως με τον Ωρίονα η  Αυγούλα η μοιραία,
κοιμήθηκε, μα  εσείς αυτό, το ’δατε οργισμένοι,
και κείνονε με σαϊτιές, η Άρτεμη η ωραία

τον έκοψε, η χρυσόθρονη βαθιά στην Ορτυγία.
Το ίδιο και η Δήμητρα η πλεξοκοτσιδάτη
που στους αγρούς την τύφλωσε η ερωτική μαγεία
κι έριξε τον Ιάσιο σε υπαίθριο κρεβάτι...............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 09/08/09, 08:31
                    E
Μα ο Δίας το ’μαθε ευθύς, κι απ’ της καρδιάς τα βάθη
με αστροπελέκι του έκοψε του άμοιρου τα νιάτα.                        130
Τώρα κι εσείς ζηλεύετε, που έχετε όλοι μάθει
πως με θνητό πορεύομαι του έρωτα τη στράτα.

Όμως εγώ του έδωσα μες στη ζωή μια θέση
όταν καρίνα κράταγε στο κύμα , να προλάβει,
που με φωτιά και κεραυνό, στου πέλαγου τη μέση
του Κρόνου ο γιος, του έκοψε το γρήγορο καράβι.

Οι σύντροφοι οι αγαπητοί τότε χαθήκαν όλοι,
και τούτον ,μόνο του έφερε, της θάλασσας η δίνη.
Τον τάϊζα και του ’λεγα , αν του έρωτα το βόλι
για μένα τονε χτύπαγε, αθάνατος θα γίνει.                                    140

Στου Δία του ασπιδόφραχτου τον νου, την σκέψη όμως
αν δεν μπορεί άλλος θεός με τίποτα ν’ αλλάξει,
και πρέπει να εφαρμοστεί ο θεϊκός ο νόμος,
ας φύγει, αφού είναι διαταγή κι αυτά έχει προστάξει,

στο κύμα το απέραντο. Μα πώς να βγάλω άκρη.
Ούτε συντρόφους έχω εγώ, μα ούτε και καράβι
που θα τον στείλουν ανοιχτά στου πέλαγου τα μάκρη.
Μια συμβουλή όμως θα πω, καθένας ας την λάβει

άβλαβος και απείραχτος θα φτάσει στην πατρίδα».
Με λόγια τότε ο Αργοφονιάς , ζητάει να την σώσει:                   150
«Στείλ’ τονε τώρα. Μη σε βρει του Δία η καταιγίδα,
να μη σε βλάψει εσένανε αν τύχει και κακιώσει».

     Του Δία, είπε κι έφυγε αυτά, ο μαντατοφόρος,
 κι η Καλυψώ τον δυνατό Οδυσσέα πλησιάζει
για να του πει τι πρόσταξε, των ουρανών ο χώρος.
Τον βρήκε, μες στους στεναγμούς τον πόντο να κοιτάζει

με αστέγνωτο το βλέφαρο, από το μαύρο δάκρυ
και η ζωή του έσβηνε απ’ του καημού τους δείχτες
ζώντας μαζί της, χάνοντας της ζήσης του την άκρη
που μέσα στη βαθειά σπηλιά, αθέλητα, τις νύχτες                        160

με την νεράϊδα πλάγιαζε, μα εκείνη τον ποθούσε.
Την μέρα όμως στους γιαλούς με τον καημό επολέμα
που δεν φαινόταν γυρισμός, χτυπιόταν, σπαρταρούσε,
κοιτάζοντας το πέλαγος, με δακρυσμένο βλέμμα.

Κοντά του πήγε η θεά και του ’πε λυπημένα:
«Καλέ μου, πια μη χολοσκάς και διώξε τη μιζέρια
ζύγωσε η ώρα κι η στιγμή να φύγεις από μένα
ξύλα χοντρά ψάξε να βρεις, παρ’ τον μπαλτά στα χέρια

βάρκα να φιάξεις ή σκαρί, φαρδύ μα και μεγάλο
να ξανοιχτείς στα πέλαγα. Κι εγώ θα κανονίσω                           170
νερό, ψωμί και κόκκινο κρασί μέσα να βάλω,
 άφθονα να ’χεις, μη πεινάς, και ρούχα να σε ντύσω

και θα φροντίσω να φυσά, ούριος ο πουνέντες
να φτάσεις στα εδάφη σου τα πολυαγαπημένα,
κι αν το θελήσουν οι θεοί, του Ολύμπου οι αφέντες
ας το φροντίσουν είναι αυτοί ανώτεροι από μένα».

       Ο Οδυσσέας τ’ άκουσε αυτά που του είπε ήδη
και πάγωσε, μα της μιλά, θερμά και με ινάτι:
«Θεά, για άλλο θα μιλάς, και όχι για ταξίδι
που με σκαρί, να βγάλω λες, της θάλασσας τα πλάτη                 180


το ατέλειωτο το πέλαγος, την απεραντοσύνη,
που ούτε γοργά πλεούμενα, στους άνεμους της δύσης
δεν το μπορούν ούτε κι αυτά, κι ούτε έχω τη βιασύνη
σε τέτοιο ν’ ανεβώ σκαρί, χωρίς να συμφωνήσεις,

και δίχως συ να ορκιστείς, τον όρκο το μεγάλο
πως άλλο δεν θα σκαρφιστείς κακό για να με πάρει».
    Του χαμογέλασε η θεά, στων λόγων το σινιάλο,
χαϊδεύοντας τον τρυφερά του απαντά με χάρη:...............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 11/08/09, 14:54
                    Ε
«Πανέξυπνε που κόβει ο νους, με τόση περηφάνεια
λόγια βαριά ξεστόμισες κι η γλώσσα σου προτρέχει.                  190
Η γη ας είναι μάρτυρας και τα ψηλά τα ουράνια
και το τρεχούμενο νερό που από τη Στύγα τρέχει

-όρκος φριχτός για ουράνιους, βαρύς μα και μεγάλος-
πως άλλα εγώ δεν μελετώ για να σου στείλω ντέρτια
κι αυτά λέει ο νους μου να ’κανα, άμα δεν ήταν άλλος
μα εγώ η ίδια ήμουνα, κι ανάγκη είχα τέτοια.

Έτσι μου γνέφουν της ψυχής και τα καρδιάς οι χώροι
κι ούτε είναι από σίδερο, μα απλή σαν το ζυμάρι».
   Αυτά του λέει και ξεκινά η θεϊκή η κόρη
κι αυτός πιο πίσω ακολουθεί, στης Καλυψώς το χνάρι            200

φτάνοντας στη βαθιά σπηλιά το αρμονικό ζευγάρι
εκείνος, στο θρονί που ο  Ερμής άφησε, θα καθίσει
κι εκεί τραπέζι του ’στρωσε, η Ουράνια όλο χάρη
με φαγητά που οι θνητοί έχουνε συνηθίσει.

Στον Οδυσσέα απέναντι η Καλυψώ καθόταν,
οι δούλες νέκταρ φέρνανε κι άφθονη αμβροσία
στα νόστιμα τα φαγητά τα χέρια απλωνόνταν,
κι αφού χορτάσαν το φαϊ, και την οινοποσία

αρχίζει πρώτη η Καλυψώ με λύπη και μεράκι:
«Σοφέ Οδυσσέα θεϊκέ και γόνε του Λαέρτη                                 210
πίσω ξανά στο σπίτι σου στο αγαπημένο Θιάκι
να φτάσεις τώρα λαχταράς; Θα φύγει αυτό το ντέρτι.

Μα αν ήξερες τι βάσανα και κόπους θα υπομείνεις
μέχρι να φτάσεις, τι κακά, οι μοίρες θ’ αμολύσουν
μαζί μου στη βαθιά σπηλιά θα ήθελες να μείνεις
κι ας είχες τον βαθύ καημό- αθάνατος θα ήσουν-

να ξαναδείς που λαχταράς το αγαπημένο ταίρι
κι ούτε νομίζω πως αυτή καλύτερη περνιέται
στο ανάστημα και στο κορμί, κι αλλοίμονο αν το ασκέρι
το θεϊκό, με τις θνητές στα κάλλη αναμετριέται »                        220

κι ο Οδυσσέας ο σοφός γυρίζει κι απαντάει:
«Συγνώμη ουράνια θεά, ποτέ δεν θα επιμείνω.
Η Πηνελόπη σε ομορφιά, μπροστά σου δεν μετράει
στην όψη, στο ανάστημα, όπως κι αν σας συγκρίνω,

άλλωστε κείνη είναι θνητή, κι εσύ θεά αιώνια
κι αγέραστη. Μα όμως ποθώ να φτάσω στην πατρίδα
τη μέρα της επιστροφής να δω μετά από χρόνια.
Κι αν κάποιος επουράνιος μου στείλει καταιγίδα

θα την αντέξω, στ’ ανοιχτά τα πέλαγα του κόσμου,
έχει η καρδιά χαρίσματα πολύ βαθιά κρυμμένα                       230
στα βάσανα που πέρασα, η γη κι ο ουρανός μου
χάθηκε από τα μάτια μου. Ας έρθει κι άλλο ένα».

Τα ’πε, ο ήλιος χάθηκε, έπεσε το σκοτάδι
και για τα βάθη της σπηλιάς φύγανε αγκαλιασμένοι
και την αγάπη χάρηκαν και του έρωτα το χάδι.
 Όταν η Αυγούλα έφεξε η νυχτοθροφισμένη

ο Οδυσσέας το κορμί με μια χλαμύδα ζώνει
κι ένα φουστάνι η Καλυψώ χιονόχνουδο θα βάλει
που ’χε στη μέση του όμορφη, μαλαματένια ζώνη
και μπόλια χρυσοκέντητη περνάει στο κεφάλι,                            240

του Οδυσσέα το μακρύ ταξίδι να ετοιμάσει.
Μπαλτά μεγάλο του ’δωσε, χαλκόφιαχτο, δεμένο
που ένα στυλιάρι δυνατό στην άκρη είχε περάσει
φιαγμένο από ξύλο ελιάς, με τέχνη σφηνωμένο

κι ένα σκεπάρνι να κρατά βγαλμένο απ’ το ακόνι,
έφυγε πρώτη η θεά για του νησιού τα μάκρη
κει που τα δέντρα η δροσιά θρέφει και τα ψηλώνει,
πεύκα και λεύκες κι έλατα ως τ’ ουρανού την άκρη.:...............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ+Δ)+Ε σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 13/08/09, 12:23
                     Ε

Στον Οδυσσέα έδειξε τά δέντρα που θα κόβει
και επιστρέφει στη σπηλιά η θεϊκή γυναίκα,                               250
αυτός, τα ξύλα έκοψε και η δουλειά προκόβει
κι είκοσι καραβόξυλα με τέχνη επελέκα

                                         Ε
με το σκεπάρνι τα ίσιωνε για να τα κάνει λεία.
Τότε τρυπάνι του έφερε η θεϊκή η κόρη
κι εκείνος με ξυλόκαρφα τα ’δενε μ’ ευκολία
κι αργά σχηματιζότανε του καραβιού η πλώρη

κι όσο γερά το πάτωμα του καραβιού το δένει
αυτός που την ξυλουργική άριστα τη γνωρίζει,
ο Οδυσσέας το σκαρί με υπομονή το φέρνει.
Κι αφού με τέχνη τα σκαριά κοντά κοντά στηρίζει                    260

κάρφωσε τα στραβόξυλα το σκάφος να ετοιμάσει
και τα μαδέρια τα μακριά έδεσε να τελειώνει.
Μετά κατάρτι πελεκά τα ιστία να κρεμάσει
και τελευταίο ετοίμασε του σκάφους το τιμόνι

ολόγυρα με λυγαριάς κλωνάρια το διπλώνει
για να μη μπαίνει το νερό, με βάρος το γεμίζει
και καραβόπανο η θεά του φέρνει και του απλώνει
να φιάξει όμορφα πανιά στον πόντο ν’ αρμενίζει,

κατόπιν δένει τους σκαρμούς, τα ξάρτια ανεβάζει
και με λοστάρια το ’ριξε στην πελαγίσια ξέρα.                            270
Τέσσερις μέρες του ’φυγαν , τα πάντα να ετοιμάζει
και η θεά τον χαιρετά την πέμπτη τη μέρα

ρούχα του έχει ευωδιαστά, τον έλουσε η ίδια
και μ’ ένα ασκί μαύρο κρασί , πανώριο τον τρατάρει
στο άλλο δροσερό νερό, και γευστικά πλουμίδια
με τρόφιμα χορταστικά του έχει σε ταγάρι

κι έν’ αγεράκι πίσω του πρίμο του ξεσηκώνει.
Ο Οδυσσέας τα πανιά τα σήκωσε με χάρη,
καθόταν πράος κι ήρεμος με τέχνη στο τιμόνι
κι ούτε στιγμή αποζητά ο ύπνος να τον πάρει                              280

κοίταζε τον Βοϊδοζευγά που αργεί να πάει στη δύση
μα και την Άρκτο, που αλλιώς και Άμαξα λεγόταν
που στον λεβέντη Ωρίωνα το βλέμμα έχει βυθίσει,
η μόνη, που στου Ωκεανού το κύμα δεν λουζόταν.

Ορμήνειες του ’δωσε η θεά πως στο ζερβό του χέρι
σαν αρμενίζει στον γιαλό, να έχει τούτο το άστρο.
Μέρες περάσαν δεκαεφτά στης θάλασσας το αγέρι
στην δέκατη όγδοη φάνηκε των Φαίακων το κάστρο

τα όρη τα βαθύσκιωτα, πολύ κοντά περνώντας
αχνά τα βλέπει και θολά, μες στης αυγής το λέπι.                      290
       Μα τότε απ’ τους Αιθίοπες, ο Τρανταχτής γυρνώντας
κει στων Σολύμων τα βουνά, αλάργα τονε βλέπει ,

μέγας θυμός τον ξάναψε που  αρμένιζε με τάξη,
και το κεφάλι του κουνά, πικρά  μονολογώντας:
«Να ο Οδυσσέας,  των θεών η γνώμη θα ’χει αλλάξει,
όταν μες στους Αιθίοπες καθόμουνα γλεντώντας,

και στων Φαιάκων το νησί κοντεύει να  σιμώσει
γραφτό του, από του χάροντα τα χέρια να ξεφύγει.
Όμως του τάζω η συμφορά να τον ξανανταμώσει».
    Έτσι είπε και τα σύννεφα στα δυό του χέρια σμίγει                300   
 
κι αρπάζοντας την τρίαινα το κύμα αναταράζει
του κάθε ανέμου τη βροχή με αντάρα ξεσηκώνει
και  θάλασσες μα και στεριές με σύννεφα σκεπάζει.
Σκοτάδι μέγα χύθηκε, ο άνεμος φουντώνει

μαζί ο Σιρόκος, ο Νοτιάς, και το άγριο Ζεφύρι
φουρτουνιασμένο, του Βοριά το παγωμένο αγιάζι,
τεράστια τα κύμματα στη διάβα του έχουν γείρει
και του Οδυσσέα η καρδιά χτυπώντας τρεμουλιάζει,

του λύνονται τα γόνατα, και στεναγμό θ’ αρχίσει:
«Ο δυστυχής! αλλοίμονο. Πόσα η καρδιά θα πάθει;                       310
Αλάθευτα όλα η θεά τα είχε προσεγγίσει
για συμφορές στα πέλαγα και για μεγάλα πάθη

πριν φτάσω στην πατρίδα μου. Αλήθεια βγαίνουν τώρα.
Να ο Δίας, έχει σύννεφα τον ουρανό φορτώσει
κι  η θάλασσα λυσσομανά και με τραβά η μπόρα
στου κάθε ανέμου την πνοή. Ποιος τάχα να γλιτώσει;.:...............Συνεχίζεται


 





Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ+Δ)+Ε σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 13/08/09, 12:28
,
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 16/08/09, 19:43
                      Ε

Χίλιες φορές οι Δαναοί, καλύτερη είχαν τύχη
που για του Ατρέα τα παιδιά, οι Τρώες ξεκληρίζαν,
θα ήτανε καλύτερο, δόρυ να με πετύχει
απ’ τα χιλιάδες χάλκινα που εκείνοι ξακοντίζαν                         320

για του Αχιλλέα το κορμί. Μνημείο θα ’χαν στήσει
κι οι Αχαιοί την δόξα μου παντού θα είχαν πάει.
Όμως το γράφει η μοίρα μου, άδικη να’χω ζήση».
 Είπε, και καταπάνω του, άγριο κύμα σκάει

με μια ορμή τεράστια, που το σκαρί τραντάζει,
πετώντας τον στα κύματα τον ίδιονε σαν λέσι,
και το τιμόνι άγρια ο άνεμος του αρπάζει
σπάζοντας το κατάρτι του με δύναμη στη μέση,

με λύσσα αρχίζει πάλεμα στων άνεμων τη δίνη
πανί κι αντένα σκόρπισε, στη θάλασσα αλαργεύει,                     330
για ώρες μες στα βάθη του, κύμα τον καταπίνει
και δύσκολα κατάφερε πάνω να ξανανέβει

καθώς γερά τον χτύπησε η θάλασσα με άχτι.
Γιατί πολύ τον βάραιναν, τα ρούχα, στην πλημμύρα,
που του ’δωσε η Καλυψώ.κι αργά αργά πετάχτη
ως τον αφρό, και σαν χολή ξερνούσε την αλμύρα

που επάνω απ’ το κεφάλι του κελάρυζε σαν βρύση.
Παρ’ ότι του ’βγαινε η ψυχή, το πλοίο του στο αγέρι
δεν ξέχασε, κι ως το ’πιασε, βάλθη να το κρατήσει
με λύσσα, αποφεύγοντας του χάρου το καρτέρι ,                          340

καταμεσίς καθότανε, καθώς το άγριο κύμα,
σαν το χειμερινό βοριά, στου κάμπου το χωράφι
κουβάρι κάνει αγκαθιές , μαζεύοντας τες χύμα,
έτσι στο κύμα δέρνανε, οι άνεμοι τη σκάφη.

Μια ο Βοριάς την έσερνε, και μια ο Νοτιάς πιο πέρα,
πότε ο Σιρόκος την χτυπά, ο Ζέφυρος την άλλη.
    Κι η  λευκογόνατη Ινώ, του Κάδμου η θυγατέρα,
η Λευκοθέα τον θωρεί, που σαν θνητή ελάλει

παλιά, και τώρα οι θεοί, τιμή της δώσαν κάποια
στα πέλαγα, μα λύγισε στου Οδυσσέα τη μάχη.                           350
Μέσα στο κύμα πεταχτή κολύμπησε σαν πάπια
και τον ρωτά σαν κάθισε στου καραβιού τη ράχη:

«Ο Τρανταχτής με σένανε γιατί έχει λυσσάξει
πίκρες και νέφη στέλνοντας στα βάθη τ’ ουρανού σου;
Μα θα σωθείς, κι ας έχει αυτός απ’ το θυμό πλαντάξει,
άμα βιαστείς κακότυχε, νομίζω κόβει ο νους σου,

τα ρούχα βγάλε που φοράς, στους άνεμους ν’ αφήσεις
να παραδέρνει το σκαρί, μακριά ο εαυτός σου,
και στων Φαιάκων το νησί, να βγεις ,ας προσπαθήσεις,
έτσι μονάχα θα σωθείς, αυτό είν’ το γραφτό σου                         360

Μα άπλωσε στα στήθια σου το αθάνατο μαντήλι,
δεν κινδυνεύεις να πνιγείς στης θάλασσας το ρέμα
κι όταν αγγίξεις τη στεριά, το κύμα να το στείλει
ξανά βαθιά στο πέλαγος, μα ρίξε αλλού το βλέμμα

του είπε και το αθάνατο μαντήλι της του δίνει
καθώς στο αφρογάλανο το κύμα μέσα πέφτει,
ίδια με πάπια βούτηξε, στης θάλασσας τη δίνη
κι ο Οδυσσέας τούτα εδώ με βουβαμάρα σκέφτη

και λέει η άφοβη ψυχή καθώς αναστενάζει:
«Αλλοίμονο, ουράνιος παγίδα στήνει πάλι,                                   370
κι απ’ το σκαρί να πεταχτώ έξω με διατάζει
αφού είναι αλάργα της στεριάς το ποθητό ακρογιάλι

που αποκούμπι η θεά για μένα έχει προβλέψει.
Άλλο να κάνω λέει ο νους για να ’μαι κερδισμένος.
Όσο τα ξύλα απ’ τους σκαρμούς δεν έχουν αλλαργέψει,
πάνω τους θα κρατώ γερά, στα πάθια μου δοσμένος,

κι άμα το κύμα το άγριο, το πλοίο το χωρίσει
θα κολυμπήσω στη στεριά, καλύτερο τι να ’χω».
      Κι αυτά ενώ κελάρυζαν στης σκέψης του τη βρύση
κύμα σηκώνει ο Τρανταχτής πελώριο σαν βράχο                         380

που ορθό χτυπά επάνω του και τον γκρεμοτσακίζει.
Και όπως άνεμος σφοδρός απότομα ξεσπάει
και τ’ άχυρα της θημωνιάς τρελά στριφογυρίζει
έτσι τα ξύλα απ’ το σκαρί στην θάλασσα σκορπάει.;.:...............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ+Δ)+Ε σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 19/08/09, 17:39
                    Ε

Τότε ο Οδυσσέας κάθισε καβάλα σε καδρόνι
όπως σε άλογο ταχύ, τα ρούχα του πετάει
που του ’χε δώσει η Καλυψώ, και το μαντήλι απλώνει
στα στήθια, και στη θάλασσα κινά να κολυμπάει

τα χέρια ανοιγοκλείνοντας, να φτάσει στο ακρογιάλι.
Τον  είδε τότε ο Τρανταχτής της γης, ο Ποσειδώνας                   390
και μοναχός του μίλησε κουνώντας το κεφάλι:
«Τέτοια σου πρέπουν βάσανα, στο πέλαγος κι αγώνας

μέχρι θεόγενους θνητούς να βρεις στα μονοπάτια,
παράπονο για βάσανα ,δεν πρέπει να ’χεις άλλο».
Είπε και τα δασύτριχα κεντρίζει τ’ άσπρα του άτια
να τονε πάνε στις Αιγές που ’χε ναό μεγάλο .

Τότε η Παλλάδα σκέφτηκε, καλύτερο να γίνει:
Η ορμή λέει των άνεμων, κι η φούρια να κοπάσει
και μόνο του γλυκόπνοου Βοριά βγάζει μπουρίνι
κόντρα στο κύμα να φυσά μέχρι να  ησυχάσει                            400

κι ο Οδυσσέας να βρεθεί στους θαλασσοθρεμένους
τους Φαίακες, γλιτώνοντας της ζήσης του τον φάρο.
Δυό μερονύχτια με άνεμους πολύ αγριεμένους
παράδερνε, χίλιες φορές κοιτάζοντας τον χάρο.

Σαν η Αυγούλα η ρόδινη φέγγει την τρίτη μέρα
κοπάσανε οι άνεμοι κι όλα φαντάζαν πρίμα,
Τότε αργοφάνη η στεριά, κοντά, λίγο πιο πέρα
καθώς τον σήκωσε ψηλά το φουσκωμένο κύμα.

Πως για τα τέκνα είν’ όμορφο, το γειά σου του πατέρα
που βάσανα , βαριάρρωστο σιγά- σιγά τον λιώνουν                    410
και τον καρφώνει αλύπητα του πόνου η μαχαίρα,
μα από τον χάρο οι θεοί, χαρούμενα τον σώνουν,

έτσι τα δέντρα κι η στεριά του Οδυσσέα φαινόταν
που κολυμπούσε γρήγορα στου πέλαου την αγκάλη
κι ως έφτασε τόσο κοντά, που κι η φωνή ακουγόταν
ακούει το κύμα να χτυπά στων βράχων το ακρογιάλι.

Βογγούσαν καθώς δέχονταν τα κύματα οι βράχοι
κι από το πούσι του γιαλού δεν έβλεπε καθάρια.
Γιατί ανοιχτό δεν φαίνονταν έν’ ακρογιάλι να’ χει
μα βράχια δυσθεόρατα, και κοφτερά λιθάρια.                              420

Γόνατα , μα και η καρδιά, κοπήκαν του Οδυσσέα
κι αναστενάζει, έχοντας μες στην καρδιά του αγκάθι:
«Αλίμονο, του Κρόνου ο γιος  με βγάζει στα χερσαία
εδάφη, αφού  διέσχισα του πέλαγου τα βάθη

μα είναι δύσκολο να βγω απ’ το αφρισμένο κύμα.
Οι πέτρες είναι κοφτερές, μουγκρίζουνε  οι βράχοι,
που απότομοι και δύσβατοι στο κάθε μου το βήμα
θα με χτυπούν αλύπητα και τρόπος δεν υπάρχει

τη σωτηρία μου να βρω, ειν’ άπατα τα μέρη
ορθός στα πόδια να σταθώ, να μη με πάρει ο χάρος                    430 
κι άμα μια πέτρα κοφτερή με κόψει σαν μαχαίρι
καθώς θα βγαίνω θα χαθεί η ορμή μου και το θάρρος.
                           
Τότε η Παλλάδα σκέφτηκε, καλύτερο να γίνει:
Η ορμή λέει των άνεμων, κι η φούρια να κοπάσει
και μόνο του γλυκόπνοου Βοριά βγάζει μπουρίνι
κόντρα στο κύμα να φυσά μέχρι να  ησυχάσει                            400

κι ο Οδυσσέας να βρεθεί στους θαλασσοθρεμένους
τους Φαίακες, γλιτώνοντας της ζήσης του τον φάρο.
Δυό μερονύχτια με άνεμους πολύ αγριεμένους
παράδερνε, χίλιες φορές κοιτάζοντας τον χάρο.

Σαν η Αυγούλα η ρόδινη φέγγει την τρίτη μέρα
κοπάσανε οι άνεμοι κι όλα φαντάζαν πρίμα,
Τότε αργοφάνη η στεριά, κοντά, λίγο πιο πέρα
καθώς τον σήκωσε ψηλά το φουσκωμένο κύμα.

Πως για τα τέκνα είν’ όμορφο, το γειά σου του πατέρα
που βάσανα , βαριάρρωστο σιγά- σιγά τον λιώνουν                    410
και τον καρφώνει αλύπητα του πόνου η μαχαίρα,
μα από τον χάρο οι θεοί, χαρούμενα τον σώνουν,

έτσι τα δέντρα κι η στεριά του Οδυσσέα φαινόταν
που κολυμπούσε γρήγορα στου πέλαου την αγκάλη
κι ως έφτασε τόσο κοντά, που κι η φωνή ακουγόταν
ακούει το κύμα να χτυπά στων βράχων το ακρογιάλι.

Βογγούσαν καθώς δέχονταν τα κύματα οι βράχοι
κι από το πούσι του γιαλού δεν έβλεπε καθάρια.
Γιατί ανοιχτό δεν φαίνονταν έν’ ακρογιάλι να’ χει
μα βράχια δυσθεόρατα, και κοφτερά λιθάρια.                              420

Γόνατα , μα και η καρδιά, κοπήκαν του Οδυσσέα
κι αναστενάζει, έχοντας μες στην καρδιά του αγκάθι:
«Αλίμονο, του Κρόνου ο γιος  με βγάζει στα χερσαία
εδάφη, αφού  διέσχισα του πέλαγου τα βάθη

μα είναι δύσκολο να βγω απ’ το αφρισμένο κύμα.
Οι πέτρες είναι κοφτερές, μουγκρίζουνε  οι βράχοι,
που απότομοι και δύσβατοι στο κάθε μου το βήμα
θα με χτυπούν αλύπητα και τρόπος δεν υπάρχει

τη σωτηρία μου να βρω, ειν’ άπατα τα μέρη
ορθός στα πόδια να σταθώ, να μη με πάρει ο χάρος                    430 
κι άμα μια πέτρα κοφτερή με κόψει σαν μαχαίρι
καθώς θα βγαίνω θα χαθεί η ορμή μου και το θάρρος.
                           

Κι αν κολυμπήσω παρακεί, να βρω έν’ ακρογιάλι
αμμουδερό, καλόστρωτο, λιμάνι με απανέμι
κύμα φοβάμαι μη μου ’ρθεί μες στην ανεμοζάλη
και πάλι ο δόλιος τυλιχτώ στου πέλαου την ανέμη

ή κι άγριο σκυλόψαρο η μοίρα φέρει εμπρός μου
απ’ όσα τρέφει η θάλασσα, μες στο βυθό της μύρια
γιατί τον ξέρω τον θυμό του Τρανταχτή του κόσμου».
       Κι όπως αυτά περνούσανε στης σκέψης τα γιοφύρια,          440

κύμα τρανό τον πέταξε στων βράχων τη σχισμάδα,
το σώμα του θα ’χε γδαρθεί, κόκαλα θα ’χε σπάσει
αν δεν του φώτιζε τον νου η ’λιόφωτη Παλλάδα
βράχο μεγάλο, ακίνητο, στα χέρια του να πιάσει.

Και πάνω του να γαντζωθεί με όλη την ψυχή του
μέχρι το αφρογάλαζο το κύμα να περάσει.
Προς το παρόν τη γλίτωσε. Μα στην επιστροφή του,
τον χτύπησε και τον πετά στου πέλαγου τη χάση......................Συνεχίζεται



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Ωρίωνας στις 22/08/09, 21:35
Συγνώμη αλλά θέλω να κάνω μια ερώτηση προς όλους και κυρίως προς εσένα φίλε ivikos μιας και το έχεις ψάξει και θα ξέρεις καλλίτερα από όλους μας.
Έκανα μια αναζήτηση για τις μεταφράσεις της Οδύσσειας και ενώ βρίσκω τις μεταφράσεις των Καζαντζάκη, Σιδέρη, Εφταλιώτη, Ποριώτη, Κακρίδη βλέπω ότι είναι μεν έμμετρες αλλά δεν είναι ομοιοκατάληκτες όπως η μετάφραση που κάνεις εσύ.
Δεν έχω κάνει λεπτομερή έρευνα και ζητώ απ'  όποιον θέλει και ξέρει να κάνει μια αναζήτηση γιατί ΑΝ οι προγενέστερες μεταφράσεις είναι μόνο έμμετρες και όχι ΚΑΙ ομοιοκατάληκτες τότε η πρωτοτυπία του έργου σου αποκτά άλλες διαστάσεις.
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 22/08/09, 23:44
Καλέ μου φίλε μου Ωρίωνα γεια σου
Από πλήθος μεταφράσεων που έχω διαβάσει ή έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου, καμμιά δεν έχω δει με ομοιοκαταληξία
παρά μόνο του Ψυχουντάκη σε πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης ,που σμίγει ομοιοκατάληξία ,λίγο Κρητική διάλεκτο, και μια δόση Ερωτόκριτου,
που την βρίσκω αρκετά αξιόλογη....
Εγώ όπως έχω ξαναπεί σε σχόλιό μου, έβαλα σαν στόχο το αρχαίο κείμενο να το δώσω με την μορφή: δεκαπεντασύλλαβου, τετράστιχου, έμμετρου , σταυρωτά ομοιοκατάληκτου.(ακριβώς το ίδιο έχω ξεκινήσει με την Ιλιάδα)...........
Θέλοντας να δω πως θα απαγγελόταν από σύγχρονους ραψωδούς στην καθομιλουμένη, όπως κατ' αντιστοιχία γινόταν γινόταν με το αρχαίο κείμενο στην τότε Ομηρική διάλεκτο....
Έχω την εντύπωση ότι σε ένα βαθμό το πέτυχα, αν και τελικός κριτής είναι οι αναγνώστες.....................
Όπως και να 'χει , ο κόπος που κάνεις και σκύβεις σε αυτό μου το πόνημα, με κάνει να αισθάνομαι υποχρεωμένος, και σ' ευχαριστώ γι αυτό
Να είσαι πάντα καλά !!!!!!!
Τα λέμε!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ+Δ+Ε )
Αποστολή από: ivikos στις 24/08/09, 19:53
                         Ε

Πως, το χταπόδι όταν τραβούν απ’εξω απ’ το θολάμι
και πετραδάκια αμέτρητα κολλάνε στα πλοκάμια,                     450
έτσι στον βράχο κόλλησε η κάθε του παλάμη
και τονε ξανασκέπασε  της θάλασσας η λάμια

του Οδυσσέα ο χαμός γραφτό ήταν να γίνει
αν πάλι η ’λιόφωτη Αθηνά τον νου του δεν φωτίσει.
Καθώς τον βγάζει στον αφρό της θάλασσας η δίνη
το βλέμμα ρίχνει στην στεριά, μην τύχει κι αντικρίσει

λιμάνι ευκολοθώρητο, κι αμμουδερό ακρογιάλι.
Σε ποταμού ταχύροου τις εκβολές ζυγώνει
κι εκεί του ’φάνει βολική κι απάνεμη αγκάλη,
αμμουδερή, που τα νερά με ησυχία απλώνει                                 460

ο ποταμός, κι αυτός ευθύς ζητά στην προσευχή του:
«Όποιος και να ’σαι, σώσε με, που βρέθηκες εμπρός μου
κι έψαχνα μέρες άρχοντα,  να μη με βρει η οργή του,
του Ποσειδώνα του θεού στα πέλαγα του κόσμου.

Απ’ τους αιώνιους θεούς, όποιος περιπλανήθη,
την χάρη παίρνει που ζητά, και που εγώ δεν έχω,
στο ρέμα αυτό , στα πόδια σου προσπέφτω, να ’ρθει η λήθη.
Βοήθησέ με αφέντη μου, προστάτη μου να σ’ έχω».

Λέγοντας τούτα ,η ορμή στο κύμα σταματάει
κι ο Οδυσσέας γλίτωσε εμπρός στην εκβολή του,                        470
τα χέρια απλώνει και βαρύς γονατιστός στο πλάϊ,
πρησμένος, έγειρε στη γη, κι εχάθη η δύναμή του

κι έσταζε απ’ τη μύτη του αλμύρα, κι απ’ το στόμα.
Δίχως φωνή κι αναπνοή, λιπόθυμος σωριάστη
πονώντας όλο το κορμί,πέφτει σχεδόν σε κώμα.
Μα αφού ανάσανε η καρδιά, και κάπως ξεκουράστη,

το θεϊκό απ’ το στήθος του πετάει το μαντήλι
μπρός στου θαλασσοφίλητου του ποταμιού τη θέα,
κι αυτό, ένα κύμα το άρπαξε γρήγορα να το στείλει
στα τρυφερά τα χέρια της που άπλωσε η Λευκοθέα.                   480

Απ’ το ποτάμι έφυγε , στα βούρλα να πλαγιάσει
κι έσκυψε δίνοντας φιλί στη γη την καρποφόρα
και λέει στην άφοβη καρδιά, προτού αναγαλιάσει:
«Αλίμονο !τι θα γινώ; Τι μου φυλάει η ώρα;

Αν την πικρόχολη νυχτιά, στον ποταμό περάσω
θα μ’ εύρει παγωνιά πολύ, και παγερή δροσούλα,
θα παραλύσει η καρδιά, φοβούμαι μην τη χάσω,
γιατί αγιάζι ο ποταμός ,ξερνάει την αυγούλα.

Κι αν πάλι πάω στο βουνό στο σκιερό λαγκάδι
και στα χαμόκλαδα βαθιά, τα μέλη παραλύσουν                          490
απ’ την πολύ την κούραση, κι ύπνος με πάρει βράδυ
τρέμω μη πέσουνε θεριά, και κρέας δεν μου αφήσουν»

κι εκεί που τέτοια στο μυαλό περνούν, αποφασίζει
δίπλα να πάει, στου ποταμού το δάσος το μεγάλο
που δύο δέντρα φουντωτά, η φύση τα λυγίζει
ανταμωτά, το ένα ελιά, αγριελιά το άλλο

αγέρας δεν τους φύσηξε τα φύλλα τους τα γκρίζα
αχτίνες ήλιου, λαμπερές, δεν τ’ άφησαν καμένα
μα ούτε και νερό βροχής τα μούσκεψε στη ρίζα
έτσι που ήταν φουντωτά και πυκνοφυτεμένα                               500

εκεί ο Οδυσσέας χώθηκε, και φιάχνει ένα στρώμα
φαρδύ, από σκόρπιες φυλλωσιές, τέτοιο που θα μπορούσε
και δυό, και τρείς να χώραγε για φύλαξη ακόμα
μέσα στη βαρυχειμωνιά, όσο και να φυσούσε

Χάρηκε ο πολύπαθος, που γλύτωσε απ’ τ’ αγιάζι
στην μέση εχώθη, το κορμί, με φύλλα το φορτώνει,
όπως κανείς, καφτό δαυλό, στη μαύρη στάχτη βάζει
στην άκρη κάποιου χωραφιού, αν λείπουν οι γειτόνοι

για να φυλάξει τη φωτιά , η σπίθα της να μείνει
Έτσι ο Οδυσσέας χώθηκε στης φυλλωσιάς τη χάση                       510                 
 κι Αθηνά στα βλέφαρα, ύπνο βαθύ του χύνει
απ’ τη βαθιά τη κούραση, γλυκά να ξαποστάσει

            ΤΕΛΟΣ Ε! ΡΑΨΩΔΙΑΣ


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 29/08/09, 08:31
                                 

                               
                  ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ


Κει ο Οδυσσέας κείτονταν, στου ύπνου το λημέρι
ριγμένος και ανήμπορος, που βάσανα τον λούσαν
κι η Αθηνά κατέφθασε, στων Φαίακων τα μέρη,
που στην Υπέρεια εξ’ αρχής, για χρόνια κατοικούσαν.

Γείτονες με τους Κύκλωπες, μιας φάρας, δίχως ήθος,
που ανίκητοι στην δύναμη, στο κλέψιμο τους πνίγαν
μα τους φυγάδεψε από κει, πριν χρόνια ο Ναυσίθος
κι αφού τους φέρνει στην Σχεριά , τους κλέφτες  αποφύγαν

Ύψωσε τείχη δυνατά ολόγυρα στην πόλη
κάστρο, ναούς για τους θεούς, χωράφια θα τους δώσει.               10
Μα όταν η μοίρα τον τραβά στου Άδη το περβόλι
ήρθε ο Αλκίνος, βασιλιάς, και άφθαστος στη γνώση.

Σε κείνου μπήκε η λιόφωτη Παλλάδα, το παλάτι
του Οδυσσέα  τον γυρισμό καλά να καταστρώσει .
Και σε μια κάμαρη λαμπρή , στου ύπνου το κρεβάτι,
μια κόρη βλέπει ομοιόθεα, με ομορφάδα τόση,

την Ναυσικά, του Αλκίνοου την κόρη, που εφίλα,
ο ύπνος, και δυό σκλάβες της, πανώριες, όλο κάλλη
στο πλάϊ πόρτας λαμπερής, με ολόκλειστα τα φύλα.
Σαν αγεράκι έφτασε σ’ αυτής το προσκεφάλι                               20

πανόμοια, συνομήλικη, ακριβοθυγατέρα
του Δύμαντα, που χόρτασε της θάλασσας τα ελέη,
κι είναι ακριβοθώρητο καμάρι του πατέρα,
έτσι η Παλλάδα πάνω της, στέκεται και της λέει: ......................Συνεχίζεται


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Σ.απ.φώΣ στις 29/08/09, 13:13
 iviko,

Συγχαρητήρια για το εγχείρημά σου!

Έτυχε να παρακολουθήσω μάθημα για τον Όμηρο στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο διδαχθήκαμε από το πρωτότυπο Οδύσσεια. Η ομηρική γλώσσα είναι πραγματικά δύσκολη για όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με την αρχαιοελληνική γραμματεία και ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα τρομερά στην αρχή. Σε ένα εξάμηνο καλύψαμε περίπου 300 στίχους από τη ραψωδία Ε. Για αυτό, διάβασα με προσοχή την  δική σου απόδοση και πρόσεξα ότι μένεις με πίστη στο κείμενο!

Δεν κατάλαβα αν χρησιμοποίησες το πρωτότυπο κείμενο ή στηρίχτηκες αποκλειστικά στις μεταγενέστερες αποδόσεις. Αν είχες την υπομονή να διαβάζεις το πρωτότυπο και να αναλύεις τις λέξεις και τις φόρμουλες μία προς μία, τότε αποτελείς παράδειγμα για πολλούς φιλολόγους! Μου άρεσε που χρησιμοποίησες δεκαπεντασύλλαβο στίχο (αν δεν κάνω λάθος είναι και ιαμβικός, ο κατεξοχήν εθνικός μας στίχος, κάτι που συνδέει αν θες το μεγαλύτερο αρχαιοελληνικό έργο με τη σύγχρονη γραμματεία).

Εύχομαι κάποια στιγμή κάποιος να την εκδόσει. Καλή συνέχεια!


Κι ένα μικρό ορθογραφικό, στην Ε. Στο επισημαίνω με έντονα γράμματα.

Μόλις το ακούει η Καλυψώ, πανιάσανε τα χείλια,
πάγωσε το αίμα, και σκληρές, το στόμα λέξεις βγάζει:
«Σκληροί θεοί, κακόκαρδοι, που λιώνεται απ’ τη ζήλια
αν με θνητό κάποια θεά, την δείτε να πλαγιάζει                          120
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 29/08/09, 16:27
Κατ’ αρχήν να σε ευχαριστήσω για την επίσκεψή σου και το σχόλιό σου,
και μετά για την διόρθωση που είναι ευπρόσδεκτη ……..
Για να βάλω τα πράγματα στην σωστή τους βάση θα ήθελα να ενημερώσω ότι δεν είμαι φιλόλογος , ούτε καθηγητής.
Απλά μου αρέσει να ασχολούμαι με τον στίχο και την ποίηση, και ο ΟΜΗΡΟΣ για μένα ήταν και είναι μια πρόκληση
(και για ποιον δεν είναι;)

Τώρα σχετικά με την απορία σου …
Ξεκίνησα με το αρχαίο κείμενο και με βοήθημα  ένα Ομηρικό λεξικό…οι δυσκολίες μου πάμπολλες και ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΕΣ…εν συνεχεία παράλληλα με το αρχαίο κείμενο έπαιρναν θέση οι εκάστοτε αποδόσεις(μεταφράσεις;)  Σίδερης…Εφταλιώτης …Μαρωνίτης…Καζαντζάκης –Κακριδής…κ.λ.π
Η τελική μου σκέψη ήταν και είναι τα δυό έπη να τα δώσω σε τετράστιχο  15σύλλαβο ιαμβικό με  σταυρωτή ομοιοκαταληξία με απόλυτο σεβασμό στο αρχαίο κείμενο, για να δείξει πως ο υποτιθέμενος σημερινός ραψωδός θα απάγγελε το ποίημα στην σημερινή γλώσσα
και πως θα γινόταν κατανοητό από τους ομιλούντες την σημερινή διάλεκτο (έμμετρο, τετράστιχο, ομοιοκατάληκτο) .........

Θέλω να πιστεύω πως σε ένα βαθμό το έχω πετύχει,
αλλά οι τελικοί κριτές είναι πάντα οι αναγνώστες!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Και πάλι σ’ ευχαριστώ….
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 01/09/09, 16:58

                         Ζ

«Τι τεμπελιάζεις Ναυσικά, πως σ’ έμαθε η μάνα;
τον λιμπιστό σου ρουχισμό, έτσι θα τον αφήσεις;
έφτασε η ώρα να διαβείς του γάμου την αλάνα
και συ, μ’ αυτόνε θα ντυθείς, και τέτοιον θα χαρίσεις

σε όσους σπίτι σου θα ’ρθούν, νύφη να σ’ οδηγήσουν,
έτσι ανεβαίνει τ’ όνομα, απ’ όσα εγώ θυμάμαι,                            30
θα χαίρει η μάνα κι ο γονιός που η κόρη εσύ ήσουν.
Μα έλα σήκω την αυγή, κι εγώ μαζί σου θα ’μαι

βοηθός σου, ν’ αρχινήσουμε, η πλύση να τελειώνει
και δεν θ’ αργήσει ο γάμος σου, να έρθει ο παινεμένος
για ταίρι τους σε αποζητούν, των Φαίακων οι γόνοι,
πριγκηποπαίδια, που βαστά και το δικό σου γένος.

Μόνο αν βρεις τον κύρη σου, με αγάπη και ομόνοια,
μουλάρια ζήτα, να φιαχτεί άμαξα,  να διατάξει
να φορτωθούν φορέματα, ζωστήρες και σεντόνια
και με τα πόδια εσύ μην πας, καλύτερα με αμάξι                             40

γιατί είναι ώρες μακριά, των πλυσταριών ο χώρος»
  Αυτά είπε και   χάθηκε, στον Όλυμπο η Παλλάδα,
που αθάνατοι το κατοικούν το θεϊκό το όρος
κι ούτε το πιάνουν άνεμοι, και της βροχής θαμπάδα ,

τριγύρω λάμψη απλώνεται, δεν πνίγεται στα χιόνια
κι η ανέφωτη καλοκαιριά, νικά το ξεροβόρι.
Εκεί οι αθάνατοι θεοί, το χαίρονται αιώνια .
Εκεί η Παλλάδα γύρισε, σαν είπε αυτά στην κόρη.........................Συνεχίζεται


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 04/09/09, 15:55
                      Ζ

Σαν έφτασε η χρυσόθρονη αυγή να την ξυπνήσει
την Ναυσικά, που τ’ όνειρο, στου νου της την αλάνα                       50
μπήκε, στις σάλες έτρεξε γοργά να συναντήσει
τον κύρη τον σεβάσμιο, την λατρεμένη μάνα,

με σκλάβες βρήκε και τους δυό, παράδιπλα στον τζάκι
την μάνα με τ’ αδράχτι της, στης ρόκας της τους πόντους
μαλλί να γνέθει θαλασσί, και δίπλα στο πορτάκι
τον κύρη της που πάει να βρει, τους ντόπιους τους αρχόντους

στη σύναξη που Φαίακες, τρανοί είχαν καλέσει.
Καθώς τον κοντοζύγωσε, με νάζι λέει μεγάλο
«Καλέ μου κύρη διάταξε, μιάν άμαξα να δέσει
ένας δικός σου, ευρύχωρη, τον ρουχισμό να βάλλω                           60 

στην ρεματιά για να πλυθεί, τον λερωμένο που ’χω.
Όταν πηγαίνεις στην βουλή, με άρχοντες και προσέχεις
οι αποφάσεις να παρθούν, καθάριο θέλεις ρούχο.
Και μέσα στο παλάτι σου τους πέντε γιούς σου που έχεις

τους δυό με νύφες, άλλους τρεις, σε νιότης μετερίζι
που στον χορό σαν βγαίνουνε, πρέπει φρεσκοπλυμένοι
να είναι. Πάντα η κόρη σου τ’ αδέρφια της,  φροντίζει,
του λέει. Μα για τον γάμο της στέκεται φιμωμένη

από ντροπή. Μα ο βασιλιάς κατάλαβε και λέει:
«Μουλάρια δεν θα λυπηθώ, και θα γινεί στην πράξη,                       70
θα βάλουν μέσα οι παραγιοί του κόσμου τα ελέη
σ’ ένα ψηλό, καλότροχο και σκεπαστό αμάξι»

Σαν τέλεψε τον λόγο του μηνάει στους παραγιούς τους
αμάξι με όμορφους τροχούς, η κόρη μέσα να ’μπει
να φιάξουν, αφού ζέψουνε μουλάρια στους ζυγούς τους.
Κι η Ναυσικά μετέφερε τον ρουχισμό που λάμπει

στην σμιλεμένη άμαξα για να τονε φορτώσει
Η μάνα σε τραγίσιο ασκί κρασί της έχει στάξει,
προσφάγια σ’ ένα κάλαθο πολλά της έχει δώσει
κι ανέβηκε η κοπελιά στο όμορφο αμάξι.                                           80

Ακόμα και χρυσό ροϊ της έδωσε, με λάδι
οι σκλάβες αν πλυθούν, κι αυτή, στο σώμα τους να χύσουν,
τα γκέμια πιάνει η Ναυσικά και το καμτσί με χάδι
και τα μουλάρια τα χτυπά με κρότο, να κινήσουν..........................Συνεχίζεται



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 18/09/09, 13:21

                          Ζ

Κόρη, και ρούχα πήγαιναν τροχάδη τα μουλάρια,
μονάχη όχι- πίσω της οι σκλάβες παρατρέχαν-
Σαν φτάσανε στον ποταμό, νερά βρήκαν καθάρια
κρυστάλλινα που στη σειρά, στις γούρνες μέσα τρέχαν

αστείρευτο ,δροσιάς νερό, που έβγαζε κάθε λέρα,
ξεφόρτωσαν την άμαξα, τα ζώα της να λύσουν                                  90
να οδηγηθούνε μόνα τους, στου ποταμού πιο πέρα
τις όχθες, αγριόχορτα χλωρά για να βοσκήσουν

τα ρούχα μέσα στο νερό, ρίχναν οι παρακόρες
πατώντας τα παράβγαιναν, με χάρη, και με βιάση.
Σαν τα ’πλυναν με προσοχή, αφού περάσαν ώρες
η κάθε μια, το ρούχο της, στην άκρη θα κρεμάσει

κει που τις πέτρες του γιαλού τα κύματα χτυπάνε.
Αφού λουστήκαν, το κορμί, γλυκά να χαλαρώσει
με λάδι το πασάλειψαν, και κάθισαν να φάνε
μέχρι του ήλιου η ζεστασιά τα ρούχα τους στεγνώσει.                        100

Τελειώσανε το φαγητό, κι μέρα ενώ κρατάει
βγάλανε τις μαντήλες τους να παίξουν με το τόπι.
Και πρώτη- πρώτη η Ναυσικά με χάρη το πετάει.
  Πως η σαϊτόγεννη Άρτεμη, κινάει στο κατόπι

για τον τρανό Ταϋγετο , του Ερύμανθου τις φτέρες,
με τα γοργά τα ελάφια της, και κάπρους παιγνιδίζει
κι οι φαραγγόθροφρες οι νιές, του Δία οι θυγατέρες
παίζουν μαζί της, κι η Λητώ από χαρά δακρύζει

ψηλότερη απ’ όλες τους, φαίνεται στον καθένα
κι ας είναι όλες όμορφες, που βόηθησαν στην πλύση,                 110
ξεχωριστή και λιμπιστή, φαίνεται η παρθένα.
 Σαν ήρθε η ώρα που έπρεπε στο σπίτι να γυρίσει

τα ρούχα της να διπλωθούν, τα ζώα της να ζέψει ,
σκέψη περνά της Αθηνάς, στου νου της το λημέρι,
στον Οδυσσέα να φανεί, η κόρη, ν’ αγναντέψει
και να τον πάει η κοπελιά, στων Φαίακων τα μέρη.

Τη μπάλα μία σκλάβα της, στην κόρη την πετάει
μα αστόχησε, και έριξε το τόπι στο ποτάμι
βάζουνε όλες τις φωνές, ο Οδυσσέας ξυπνάει
και μες στο νου αναβλύζουνε, οι σκέψεις που θα κάμει:             120   

«Αλί, τι χώρα είν’ αυτή, άνθρωποι τίνος γένους,
μην είναι άγριοι κι άδικοι, ποιες να ’ναι οι βουλές τους
τάχα φοβούνται τους θεούς, και αγαπούν τους ξένους
σαν κοριτσιών λεπτές- λεπτές ακούγονται οι φωνές τους

σαν τις λαλιές των ξωτικών, που στα βουνά γυρνάνε,
μες στις δροσιές των λιβαδιών και στις πηγές του κόσμου,
ή νάμαι σε κοινούς θνητούς, που ανθρώπινα μιλάνε
ας το εξετάσω, να το δω, θα πάω μοναχός μου»

κι απ’ το πυκνό-πυκνό δεντρί, ο θεϊκός θα σκύψει
να βγει, κλαδί πλατύφυλλο με το βαρύ του χέρι                              130
θα κόψει, να το βάλει εμπρός, τη γύμνια του να κρύψει.
   Σαν το λιοντάρι, που βουνό το τρέφει, και που ξέρει

την δύναμη του, και χυμά με άνεμο, στα χωράφια
ή με βροχή, να φάει αρνιά, την πείνα να κοπάσει
με τη φωτιά στα μάτια του, βόδια κι αγριελάφια
να κόψει, ή σε μαντριά γερά να μπει και να χορτάσει...........................Συνεχίζεται





                                     
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 22/09/09, 09:00
                                              Z

Έτσι ο Οδυσσέας έμελλε, τις κόρες να ζυγώσει
με την μεγάλη γύμνια του, η ανάγκη θα τον σπρώξει.
Μα σ’ όλες φάνηκε φριχτός, και με ασχήμια τόση
κι ο φόβος, και ο τρόμος τους, στους λόφους θα τις διώξει,            140

όμως η κόρη έμεινε του Αλκίνοου μονάχη,
η Αθηνά της έδωσε το θάρρος να καθίσει
να βγει εμπρός του. Μα αυτός σκέφτη τι θάρρος να ’χει
της κοπελιάς το γόνατο, με γλύκα ν’ ακουμπήσει

ή να  ρωτήσει απόμακρα τον λόγο τον δικό του,
που να ’ναι η χώρα να του πει, και να τον συνοδεύσει.
     Κι η συλλογή του έβγαλε κάτι καλύτερό του:
με λόγια από μακριά να την παρακαλέσει,

μην τύχει κι αν το γόνατο της πιάσει, του θυμώσει,
κι αμέσως απευθύνεται, με πονηριά στη λέξη:                              150
«Βασίλισσα λυπήσου με, θνητή ή θεά, στη γνώση
αν είσαι, και στα ουράνια κάποτε έχεις παίξει

ομοιόμορφη, της Άρτεμης του Δία, η όψη μοιάζει,
το ανάστημα σου, η μορφή, του κάλλους σου τα πλούτη
κι αν είσαι μια κοινή θνητή, στου κόσμου το περβάζι
καλότυχοι μακαριστοί θαν’ οι γονείς ετούτοι,

καλότυχα τ’ αδέρφια σου. Που πάντοτε η καρδιά τους
θα χαίρεται από μέσα της και θα αναγαλλιάζει
κορμί πανώριο στο χορό να βλέπει η ματιά τους.
Μα πιο πολύ καλότυχος , αυτός που σε θαυμάζει                           160   

και βγήκε πρώτος νικητής, για να σε κάνει ταίρι.
Πλάσμα δεν είδα σαν κι εσέ, όποιου κι αν ήταν φύλου
θαμπώσανε τα μάτια μου μπροστά σε τέτοιο αστέρι.
     Μονάχα στου Απόλλωνα, σ’ ένα βωμό της Δήλου,

νιοβλάσταρη είδα φοινικιά, ν’ ανθίζει όλο χάρη
γιατί κι εγώ ταξίδεψα. Ξοπίσω μου ο λαός μου
μα ήταν γραφτό να με χτυπά της πίκρας το λιθάρι,
θάμπωσα σαν αντίκρυσα τέτοιο κλωνάρι εμπρός μου

ούτε βλαστός τέτοιος στη γη δεν θα ξαναβλαστήσει
έτσι με θάμπωσες κι εσύ σε τούτη εδώ την άκρη                              170
κι ο φόβος, λέει στο γόνατο, χέρι μη σ’ ακουμπήσει.
   Χθές ήταν μέρα εικοστή, κι απ’ του πελάου τα μάκρη

της Ωγυγίας το νησί,  στο κύμα παρατρέχω
και μ’ έριξε άνεμος εδώ, είτε κακιά μου μοίρα.
Ίσως το ξέρουν οι θεοί τι άλλο  κρίμα έχω
και πόσο άλλο θα βραχώ στης πίκρας τη αλμύρα.

Βόηθα κυρά μου να σωθώ, που πρώτη εσένα είδα
μετά από τόσα βάσανα κι άγνοια τόση που’ χω,
ποιοι κάτοικοι την κατοικούν ετούτη την πατρίδα;
Στην χώρα οδήγα με κυρά, και δος μου ένα ρούχο                              180

άμα για ζώνη το’ φερες, τον ρουχισμό να δέσεις.
Είθε ας σου δώσουν οι θεοί όποια χαρά κι αν λάχει,
κι άντρα, και σπίτι, κι έρωτα, ποτέ να μην πονέσεις
που πιότερα καλύτερο στον κόσμο δεν υπάρχει

απ’ την ομόνοια και των δυό, από την μιά τη γνώμη
που θα ’χει το αντρόγυνο, το σπίτι να φροντίζει,
να χολοσκάνε οι εχθροί, κι οι συγγενείς ακόμη
να χαίρονται, που η φήμη τους παντού θα τριγυρίζει»

κι η λευκοχέρα η Ναυσικά του απαντά με νάζι:
«Ξένε, στο πρόσωπο κακή, η όψη σου δεν δείχνει                          190
στον κόσμο ο Δίας ο τρανός την τύχη μας μοιράζει
σε άρχοντες και σε φτωχούς, τη μοίρα μας την ρίχνει.

Έτσι κι εσένα σου ’στειλε αυτά για να περάσεις.
Μα αφού είσαι στης πατρίδας μου το χώμα και την ξέρα
ρούχο θα έχεις να φοράς, και άλλο δεν θα χάσεις,
απ’ όσα θα ’χε άγνωστος που θα ’ φτανε εδώ πέρα

θα μάθεις για την χώρα αυτή ποιοι ζουν, ποια έχει όρη
Φαίακες είν’ οι κάτοικοι σε τούτα εδώ τα μέρη,
του ξακουσμένου Αλκίνοου εγώ είμαι η κόρη
και των Φαιάκων η ακμή σε τούτου είναι το χέρι.                200...........Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 25/09/09, 09:15
                      Z

Αυτά του λέει και στις νιες μηνάει τις σγουρομάλλες:
«Σταθείτε, που χαθήκατε, σαν είδατε τον άντρα
που τον νομίσατε εχθρό κ αρχίσατε τρεχάλες;
Δεν θα ’ρθει κι ούτε θα φανεί στου κόσμου αυτού τη μάντρα

αυτός που μες στους Φαίακες τον σπόρο του πολέμου
θα ρίξει, γιατί μες στο νου, του θεϊκού του γένους
πλέει η αγάπη τους για μας, έστω κι αν  στου ανέμου
στα μεσοπέλαγα βαστά, βαριααπομονωμένους.

Μα αυτός απ’ το ναυάγιο, κι από τη δυστυχία
τη σωτηρία του ζητά. Κι ο Δίας απ’ τα μάκρη                                210
ξένους, φτωχούς, τους συμπονά. Το λίγο είν’ ευτυχία.
Λούστε τον να ’ναι καθαρός στου ποταμού την άκρη,

και δώστε του ποτό, φαϊ  γλυκιές μου παρακόρες»
   Είπε, κι οι δούλες έρχονται δειλά-δειλά από πέρα
τον Οδυσσέα οδηγούν σε μια σκιά οι κόρες
όπως τους είπε η Ναυσικά του Αλκίνου η θυγατέρα

Χλαμύδα του άφησαν κοντά, χιτώνα σ’ ένα δέμα
δίπλα του, το χρυσό ροϊ, που ’ταν γεμάτο λάδι
και του ’παν να ’ρθει άφοβα και να λουστεί στο ρέμα.
Κι ο Οδυσσέας γύρισε, και τις μιλά με χάδι:                                   220

«Πηγαίνετε κοπέλες μου, που η τύχη η καλή μου
το ’φερε, την αλμύρα της, η πλάτη μου να βγάλει
κι έχω καιρό να αλοιφτώ με λάδι στο κορμί μου.
Σ’ εσάς μπροστά δεν θα λουστώ, ντροπή είναι μεγάλη

η γύμνια μου όλη να φανεί, μπρος στο δικό σας μάτι»
   Φύγαν, στην κόρη να τα πουν, στις διπλανές τις φτέρες
κι ο Οδυσσέας έβγαλε την άρμη απ’ την πλάτη
κι απ’ τους φαρδείς τους ώμους του, που ’χε κολλήσει μέρες.

Σαν έβγαλε απ’ την κεφαλή της θάλασσας την άχνη
και το κορμί του έλουσε , κι όλο το λάδι ρίχνει,                                230
τον ρουχισμό της Ναυσικάς,  στο σώμα του σαν φτιάχνει
του Δία η κόρη η Αθηνά, τον έκανε να δείχνει

ψηλότερος, παχύτερος, κι απ’ το σγουρό κεφάλι
σαν τα ζουμπούλια τα μαλλιά, πανέμορφα χυμήξαν,
καθώς τεχνίτης διαλεχτός, το μάλαμα θα βάλει
στο ασήμι, όπως η Αθηνά κι ο Ήφαιστος του δείξαν

έργα να φτιάχνει, ξακουστά, πανέμορφα σαν ποίημα,
έτσι μια χάρη χύθηκε πάνω του, κι έτσι μοιάζει.
Στην άκρη πήγε κάθισε που χτύπαγε το κύμα
κι η κόρη τον κρυφοκοιτά, και τον γλυκοθαυμάζει                          240

λέγοντας στις σγουρόμαλλες κοντά της παρακόρες:
«Ακούστε λευκοδάχτυλες, κόρες τι λέω τώρα
χωρίς να θέλουν οι θεοί, απ’ τις ουράνιες χώρες,
πώς να ’ρθει αυτός ο άνθρωπος στων Φαίακων τη χώρα;

πρωτύτερα στο πρόσωπο σαν άσχημος μου ’φάνη
μα τώρα, όμορφου θεού, μια αίσθηση μου αφήνει.
Μακάρι τέτοιος να ’τανε, που θα ’βαζα στεφάνι
ο άντρας, και να ήθελε στην χώρα μου να μείνει,

μα ελάτε, δώστε του φαϊ ο ξένος θα πεινάει».
   Τα λόγια ακούν οι κοπελιές, κι αμέσως ετοιμάζουν                     250
φαϊ, και δροσερό ποτό αφήνουνε στο πλαϊ
και του Οδυσσέα λαίμαργα τα χέρια του αρπάζουν

το φαγητό, γιατ’ ήτανε η πείνα του μεγάλη.
Μα στης πανώριας Ναυσικάς άλλο περνά στη σκέψη.                   
Αφού τα ρούχα δίπλωσε στο αμάξι να τα βάλει
μονάχη τα χοντρόνυχα μουλάρια της θα ζέψει

και στον ομοιόθεο γυρνά να πει αυτά τα λόγια:
«Ξένε μου σήκω, έφτασε ώρα ν’ ακολουθήσεις
στου συνετού πατέρα μου, σαν φτάσουμε τ’ ανώγια,
τους Φαίακες τους πιο τρανούς εκεί να συναντήσεις.         260...........Συνεχίζεται
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 30/09/09, 22:08
                           Ζ

Μα κάνε αυτό που θα σου πώ. Στο νου φαίνεσαι εντάξει.
Καθώς πίσω θ’ αφήνουμε χωράφια δουλεμένα
τροχάδη με τις δούλες μου, και πίσω από τ’ αμάξι
να ’ρχεσαι, κι όλοι θα ’ χετε για οδηγό εμένα,
                                     
κι όταν στους πύργους τους ψηλούς φτάσουμε με στην πόλη
που ’ χει λιμάνια όμορφα, στα δύο χωρισμένα
κι είναι στο έμπα τους στενά, κι έχουν τραβήξει όλοι
τα πλοία έξω στην στεριά, που ειν’ όλα σκεπασμένα,

του Ποσειδώνα τον ναό εκεί θα συναντήσεις,
την αγορά, που οι πέτρες της έχουν τη μια γωνιά τους          270
στη γη χωμένη,τ’ άρμενα των πλοίων θ’ αντικρίσεις,
τα παλαμάρια, τα πανιά, να ξύνουν τα κουπιά τους.

Γιατί οι Φαιάκοι, για σπαθιά δεν νοιάζονται ή για τόξα,
παρά για ξάρτια ,για κουπιά ,για πλοίων δρομολόγια,                       
με πλοία το αφρογάλαζο να σκίζουν έχουν λόξα.
Μα τρέμω άσχημα μην πουν αυτοί για μένα λόγια

κι ούτε φοβούνται για να πουν κακόλογα με μένος
αν κάποιος σε είδε, πρόστυχος ή πίσω μου σε δείξαν,
-Ποιος να ’ναι αυτός ο όμορφος ο λεπτοκαμωμένος
 που ακολουθεί την Ναυσικά; που τάχατε να σμίξαν;        280

Ίσως τον πάρει ταίρι της. Μπορεί καημούς μεγάλους
ναυαγισμένου ν’ άκουσε, και για να τον βοηθήσει
τον πήρε. Αφού γείτονες εμείς δεν έχουμε άλλους
ή έχει απ’ τους αθανάτους κάποιον θεό δεήσει                                     

να κατεβεί απ’ τον ουρανό, για να τον κάνει ταίρι.
Κάλλιο που ξένο διάλεξε κι όχι από ’δω χάμω
αφού δεν καταδέχεται τους ντόπιους που το χέρι
της ζήτησαν , οι αρχοντογιοί λεβέντες μας σε γάμο-

Έτσι θα πουν και την ντροπή δεν την βαστούν οι ώμοι,
τα ίδια θα ’λεγα κι εγώ αν τα ’χε κάνει άλλη                         290
και είχε φτάσει ν’ αψηφά των δυό γονιών τη γνώμη
και με τ’ αγόρια έσμιγε πριν το στεφάνι βάλει.

Ξένε θα πας στη χώρα σου, μα άκουσέ με όμως,
θα σε βοηθήσει ο κύρης μου, εκεί να πας τροχάδη.                       
Στης Αθηνάς το αλσύλλιο που θα σε βγάλει ο δρόμος
γεμάτο λεύκες, με νερά και γύρω του λιβάδι

εκεί ’ναι του πατέρα μου τα’ ολόδροσο περβόλι
που άμα μιλήσουνε ακούς, τόσο κοντά σου είναι.
Καρτέρει εκεί, μοναχικά, μέχρι να φτάσουμε όλοι
στο πατρικό το σπίτι μου στην χώρα, εκεί μείνε,                      300

και πάνω- κάτω αν σκεφτείς πως φτάσαμε εκεί πέρα
τότε ξεκίνα για να ’ρθεις στων Φαίακων τα μέρη,
ρώτα και κάποιον να σου πει το σπίτι του πατέρα
αυτό θα το ’βρεις εύκολα, κι ένα μωρό το ξέρει.                           

Μέσα στη χώρα αρχοντικό δεν θα ’βρεις να ’ναι άλλο
να μοιάζει σαν του βασιλιά Αλκίνοου το παλάτι
κι αν μπεις μες στο προαύλιο που ’ναι κι αυτό μεγάλο
και φτάσεις στο παράσπιτο μη σταματάς, περπάτει,

τη μάννα μου να πας να βρείς, προσπέρασε τη σάλα
στον τζάκι θα ’ναι στη φωτιά ,θα κάθεται να κλώθει                     310
με αδράχτι πορφυρό μαλλί πιασμένο σε διχάλα
στον στύλο πάνω θ’ ακουμπά, τρελά ο νους θα νοιώθει............Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 06/10/09, 16:53
                  Ζ

Σκλάβες πολλές στη μάννα μου, κοντά της θα ’ χουν γείρει,
κοντά της κι ο πατέρας μου, τον θρόνο έχει στηρίξει
ομοιόθεος, γλυκό κρασί θα πίνει στο ποτήρι,
προσπέρνα τον , της μάνας μου το γόνατο ν’ αγγίξει

το χέρι σου, αν θες να δεις γοργά το γυρισμό σου
κι ας είν’ ο τόπος σου μακριά, άμα την καλοπιάσεις
έχεις ελπίδα γρήγορα  να πας στ’ αρχοντικό σου
και τους δικούς σου να χαρείς, στο σπίτι σου αν φτάσεις»                 320

 Είπε και με το καμτσί, χτύπησε τα μουλάρια,
αφήνοντας τον ποταμό που όμορφα κυλούσε,
αυτά, με άγριο καλπασμό χτυπούσαν τα ποδάρια
κι αυτή τα γκέμια του αμαξιού με χάρη τα κρατούσε

ο Οδυσσέας πίσω της κι οι κόρες, ιδρωμένοι.
Στο αλσύλλιο της Αθηνάς σαν φτάσαν, η χλωμάδα
του ήλιου πια βασίλευε, κι ο Οδυσσέας μένει
εκεί, να κάνει δέηση στην λιόφωτη Παλλάδα :

 «Κόρη του Δία ανίκητη, άκου, και λίγο δος μου
βοήθεια, έστω κι αν παλιά δεν μ’ άκουγες στ’ αλήθεια           330
όταν με κυματόδερνε ο Σαλευτής του κόσμου.
Κάμε στους Φαίακες να βρω αγάπη και βοήθεια»

Παρ’ ότι την παράκληση η Αθηνά την δέχτη
δεν φάνηκε, απ’ τον φόβο της ή κι από σέβας ίσως
στον αδερφό, που νόμιζε τον Οδυσσέα φταίχτη
κι ώσπου να βγει στην χώρα του, άσβεστο του ’χε μίσος.

       ΤΕΛΟΣ  Ζ! ΡΑΨΩΔΙΑΣ



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 10/10/09, 14:42


             ΡΑΨΩΔΙΑ  Η

Ο Οδυσσέας την δέηση έτσι θα τηνε στείλει
καθώς τα ζώα φέρανε την Ναυσικά στην χώρα
στο τρανεμένο ανάκτορο, του κύρη το αντιστύλι,
φτάνοντας στην εξώπορτα, τα αδέρφια από ώρα

προσμένανε την άμαξα, ομοιόθεοι στη λάμψη
να κουβαλήσουν τα σκουτιά, παιδιά κάλλους απείρου.
  Στο δώμα πήγε η Ναυσικά. Φωτιά της είχε ανάψει
η Ευρυμέδουσα, γριά απ’ τα μέρη της Ηπείρου,

που από κει πολύ παλιά εκείνη ξενιτεύτει,
σαν δώρο , του Αλκίνοου, την φέραν με καράβι,                          10
του βασιλιά, που στο νησί σαν τον θεό λατρεύτει.
 Της Ναυσικάς το ανάθρεμμα, αυτή είχε αναλάβει

και τη φωτιά της άναψε, τραπέζι να ετοιμάσει.
 Ο Οδυσσέας σκέφτηκε τότε να ξεκινήσει
κι η Αθηνά με καταχνιά πυκνή θα τον σκεπάσει
μήπως στον δρόμο Φαίακας, τον δει και τον ρωτήσει

με λόγια περιπαικτικά, ποιος είναι και που πάει,
κι ότι έφθανε στη χώρα τους, πολύ κοντά στο δρόμο
η λιοπερίχυτη Αθηνά εκείνον συναντάει,
αθώα κόρη, όμορφη, μ’ ένα σταμνί στον ώμο.                           20

Ο Οδυσσέας βλέποντας αυτήν, ρωτά με τρόπους:
«Κόρη μου, του Αλκίνοου δείξε μου τα παλάτια
του άρχοντα που ’ναι βασιλιάς σε τούτους τους ανθρώπους.
  Έχω πολύ τυραννιστεί στης θάλασσας τα πλάτια

και από μέρη μακρινά πολύ έχω κινήσει.
Δεν ξέρω την πατρίδα σας, κι ούτε γνωρίζω κάτι»
  Κι η γαλανόματη θεά έτσι θα του απαντήσει:
«Ξένε μου θα σου δείξω εγώ που είναι το παλάτι

καθώς αυτό έχει κτιστεί κοντά στο πατρικό μου,
τα μάτια σου όμως πρόσεχε, τριγύρω μη κοιτάνε                    30
στραμμένο να είν’ το βλέμμα σου στο χνάρι το δικό μου
γιατί τους νιόφερτους εδώ δεν τους πολυεκτιμάνε

και την φιλοξενία τους δύσκολα την χαρίζουν.
Δοσμένοι στα καράβια τους στων πέλαγων τη δίνη
σαν τα γοργόφτερα πουλιά, τα κύματα διασχίζουν
κι ο κοσμοχαλαστής της γης τη δύναμη τους δίνει

με την ταχύτητα του νου να τρέχουνε στο κύμα»
 Αυτά του λέει και ξεκινά μπροστά- μπροστά η Παλλάδα
κι ακολουθεί της Αθηνάς, ο θεϊκός, το βήμα,
κόσμο συναπαντούσανε, μα βόηθαγε η θαμπάδα,                     40

οι Φαίακες να μην τον δουν, στου κόσμου το κοπάδι
απ’ όλους τον προστάτευε η κόρη η ουράνια
με θεϊκό που του ’χυσε τριγύρω του σκοτάδι.
  Με θαυμασμό κοιτούσε αυτός, τα πλοία στα λιμάνια

την αγορά των αρχηγών, τους πύργους τους ως τ’ άστρα
-σαν θαύματα του μοιάζανε- ψηλά, περιφραγμένα.
Στου  βασιλιά σαν φτάσανε, στων παλατιών τα κάστρα
η γαλανόθωρη θεά του λέει τρανεμένα: .........................Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 16/10/09, 00:05
                    Η

«Κύρη μου, να ότι ζήτησες, εδώ είναι το παλάτι
άρχοντες τρώνε, πίνουνε, απ’ των θεών τη γέννα                50
μπες και μη στέκεσαι δειλός σαν να φοβάσαι κάτι.
Τελειώνει κάθε του δουλειά , με λόγια θαρρεμένα

άμα μιλά ο άνθρωπος κι ας έρχεται απ’ την ξένη.
 Προσκύνα τη βασίλισσα αν φτάσεις, επί τόπου
την λένε Αρήτη κι έρχεται από προγόνων γένη,
ίδια με του Αλκίνοου, του βασιλιά του τόπου.

Του Σαλευτή, για πρωτογιός, του βγήκε ο Ναυσίθος,
καρπός, με της Περίβοιας το σμίξιμο μιάν ώρα,
κόρης του Ευρυμέδοντα, του άφθαστου στο ήθος,
που στων Γιγάντων μια φορά βασίλεψε τη χώρα                 60

μα του λαού η ασέβεια ετούτον θ’ ανατρέψει.
 Ναυσίθος ήταν ο καρπός στο ερωτικό μεθύσι
του Σείστη. Και στους Φαίακες αυτός θα βασιλέψει.
 Ρηξήνορα κι Αλκίνοο εκείνος θα γεννήσει.

Τον πρώτο ο Απόλλων, νιόπαντρο, προτού να κάνει αγόρι,
τον πήρε, μα αφού έφερε στον κόσμο την Αρήτη,
γυναίκα ο Αλκίνοος διάλεξε αυτήν την ώρια κόρη
που την τιμούσε όσο καμιά στο αρχοντικό το σπίτι

όσο στον κόσμο τούτονε γυναίκα δεν τιμήθη
απ’ όσες παντρευτήκανε και σπίτια κυβερνάνε,                      70
κι ο Αλκίνοος, και τα παιδιά, και των λαών τα πλήθη
την σέβονται, και σαν θεά ετούτη αγαπάνε

όταν τη πόλη περπατά, δεν τρέφει τούτη μίση,
 για όλες είναι δίκαιη, μα και στους άντρες λύνει
τις διαφορές που έχουνε. Κι άμα σε συμπαθήσει
έχεις ελπίδα τρανταχτή η επιστροφή να γίνει

στους φίλους σου, στο αρχοντικό, στα πάτρια εδάφη»
 Αυτά του λέει και χάθηκε η θεϊκή γοργόνα,
πίσω αφήνει την Σχεριά την όμορφη κι εστράφη
στην θάλασσα τη λαμπερή, να βγει στον Μαραθώνα                    80

και στην Αθήνα φτάνοντας, τους δρόμους που ’χαν πλάτη,
στον μαρμαρόχτιστο ναό μπήκε του Ερεχθέα.
 Ο Οδυσσέας έφτασε στου Αλκίνοου το παλάτι
και του εμφανίστηκαν πολλά στου νου μέσα τη θέα

προτού το χαλκοκάμωτο πατήσει το αυλοθύρι.
Γιατί σαν αστραποβολιά ’λιοφέγγαρη χυμένη
πεντάστραφτε το αρχοντικό, του Αλκίνοου του κύρη,
απ’ την αρχή ως το βάθος τους τοίχοι χαλκοντυμένοι

με γύρω, βαθυγάλαζο γυαλί, στεφανωμένοι.
  Πόρτες χρυσές το ανάκτορο. Στο χάλκινο κατώφλι,                   90
οι παραστάτες με άργυρο ήτανε καμωμένοι
κι ολάργυρο ίδια ήτανε ψηλότερα το ανώφλι

με το κρικέλι ολόχρυσο. Στο πλάϊ δύο σκύλοι
ανάκατοι, με άργυρο και με χρυσό, γεμάτοι,
φιαγμένοι απ’ τον Ήφαιστο, πιστοί του να ’ναι φίλοι
και να φυλάν’ του Αλκίνοου το αρχοντικό παλάτι.

Αυτά όλα αθάνατα, ποτέ τους γερασμένα.
Απ’ την αρχή ως τα βαθιά των τοίχων, είχαν χτίσει
στο πλάϊ κι απ’ τις δυό μεριές, θρονιά αραδιασμένα
και με σεντόνια σκεπαστά, που είχανε κεντήσει                            100

κόρες κεντήστρες. Πάνω τους οι Φαίακες καθόνταν
που έρχονταν, οι άρχοντες  να πιούνε και να φάνε,
τα πάντα είχαν, τίποτε δεν τους υπολειπόταν.
Χρυσά παιδιά, σ’αγάλματα, στα χέρια τους κρατάνε

δαδιά να βλέπουν τις νυχτιές, όλα σε στυλοβάτη
σαν πέφτει βαθυσκόταδο για τους συνδαιτημόνες.
Πενήντα όλες ήτανε οι σκλάβες στο παλάτι,
άλλες το στάρι άλεθαν, μα δεν ήταν κι οι μόνες.........................Συνεχίζεται
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 19/10/09, 23:30
                                           Η

Άλλες υφαίναν ή είχανε στα χέρια τυλιγάδι
πάνω στα φύλλα της ψηλής της λεύκας καθισμένες              110
πλέκαν σφιχτά , τόσο πυκνά που δεν περνούσε λάδι.
  Κι ως ήτανε των Φαίακων οι τέχνες ξακουσμένες

στων πλοίων το κυβέρνημα, στων θαλασσών τη γνώση,
έτσι και στις γυναίκες τους η Αθηνά η Παλλάδα
των αργαλειών την τεχνική απλόχερα είχε δώσει
να υφαίνουνε πανέμορφα με τέχνη κι εξυπνάδα.

 Έξω απ’ το χώρο της αυλής, ο κήπος του κατείχε,
τέσσερα στρέμματα κοντά, κι ο φράχτης γύρω –γύρω
περίκλειε τα δροσερά τα δέντρα μέσα που είχε,
μηλιές με μήλα, αχλαδιές, ροδιές μ’ ωραίο μύρο                    120

συκιές κι ελιές γλυκόκαρπες, με του άνθου τους την γύρη
που καλοκαιροχείμωνο πάντοτε αυτές καρπίζαν
και δεν τον ρίχναν τον καρπό.  Σαν φύσαγε Ζεφύρι
τον έναν τον ωρίμαζαν, τον άλλον τον ανθίζαν,

μεστώνει αχλάδι,  ξανανθεί, μήλο πάνω στο μήλο
σύκο στο σύκο πάλι ανθεί, σταφύλι στο σταφύλι
κι αμπέλι είχε φυτευτεί, πολύκαρπο με φύλλο.
  Τις λιάστρες απλωτές στη γη ο ήλιος της εφίλα

άλλα σταφύλια τα πατούν και άλλα τα τρυγούνε
οι αγουρίδες πάρα μπρος κρεμιούνται ξανθισμένες                 130
άλλων γυαλίζει η ρόγα τους, και πάρα κει λυγούνε
τα φύλλα από λογής πρασιές πάντοτε ανθισμένες.

 Δυό βρύσες στέκανε εκεί. Η μία στο περβόλι,
και το κατώφλι πέρναγε η άλλη κι επροχώρα
προς την αυλή, που παίρνανε νερό από ’κείνη όλοι.
Τέτοια του Αλκίνοου οι θεοί, λαμπρά χαρίσαν δώρα.

Εκεί ο Οδυσσέας στέκοταν κι έμενε να θαυμάσει.
Σαν τα ’δε όλα τα τρανά, και χόρτασαν τα μάτια
του κατωφλιού το σύνορο με τόλμη θα περάσει
τους άρχοντες των Φαίακων να βρει μες στα παλάτια,            140

στον αγρυπνόματο Ερμή η κούπα τους να στάζει
παράκληση να κάνουνε πριν πάνε στα κρεβάτια.
Την κάμαρη προσπέρασε, σκοτάδι τον σκεπάζει
που η Παλλάδα έστειλε να μην τον δούνε μάτια


Και στην αρχόντισα μπροστά, και στον Αλκίνοο πάει.
 Τα χέρια στης βασίλισσας τα γόνατα συρθήκαν
και το σκοτάδι η Αθηνά από γύρω του σκορπάει.
Άφωνοι όλοι κι άλαλοι τριγύρω του σταθήκαν

και σαστισμένοι τον ακούν ν’ αρχίζει παρακάλι:
 «Αρήτη του Ρηξήνορα, στα πόδια σου σαν χάρη                      150
προσπέφτω, και στου κύρη σου, κι όσοι άρχοντες είν’ άλλοι
στων παλατιών τ’ ανάκτορα. Και οι θεοί μακάρι

να τους χαρίζουν αγαθά, κι αφού θα ’χουν γεράσει
να τα περάσουν στα παιδιά που αφήνουνε ξοπίσω
κι ότι δικαίωμα ο λαός σ’ αυτούς έχει μοιράσει.
  Κυρά μου στην πατρίδα μου, βόηθα να φτάσω πίσω

που αλάργα τόσες συμφορές με έχουνε χτυπήσει».
Τους είπε και στην παρωστιά πολύ κοντά θα πάει
κι ενώ ήταν όλοι άφωνοι στην στάχτη θα καθίσει.
 Τότε ο τρανός Εχένηος αρχίζει να μιλάει                                    160

πιο γηραιός στους Φαίακες που ακόμα δεν τον σκιάζουν
τα γηρατειά, κι η γνώση του απ’ τα παλιά πηγάζει.
   Αυτός αρχίζει να τους πει λόγια που πείρα στάζουν.
«Δεν είν’ Αλκίνοε σωστό αυτό κι ούτε ταιριάζει

ο ξένος μας στης παρωστιάς να κάθεται τις στάχτες
κι όλοι τους περιμένουνε των λόγων σου τον δείχτη.
   Βάλτον σε αργυρόδετο σκαμνί και πες στους κράχτες
να φέρουνε να στάξουμε κρασί στον βροντορίχτη

τον Δία τον φιλόξενο, και πες σε μια ’κονόμα
στον ξένο μας κρασί , φαϊ, ότι έχει να το φέρει».                         170
  Τ’ άκουσε ο Αλκίνοος, σηκώνεται απ’ το δώμα
τον Οδυσσέα τον τρανό κρατώντας απ’ το χέρι

κι από την στάχτη που ήτανε στην θέση  τονε βάζει
του Λαοδάμαντα του γιού, του πολυαγαπημένου.
    Από πανέμορφο σταμνί μια παρακόρη στάζει
νερό σε αργυρόσταμνο, για να πλυθεί ο ξένος

τραπέζι εμπρός του του ’στρωσε ομορφοσκαλισμένο
σεμνή μια κόρη κουβαλά ψωμί και του αφήνει
φιλεύοντας τον με φαϊ που είχε φυλαγμένο
κι ο Οδυσσέας άρχισε να τρώει και να πίνει                       180

κι ο Αλκίνοος ο δυνατός τον κράχτη θα προστάξει:
«Ποντόνε, κέρνα με κρασί όλους τους καλεσμένους
καθένας μας με της σειρά στον Δία για να στάξει,
που όσους δεούνται, τους τιμά, και προστατεύει ξένους». .........................Συνεχίζεται                   


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 30/10/09, 17:59
Όπως το είπε έγινε, κι ο κράχτης ο Ποντόνας
μες στα ποτήρια το κρασί μοίρασε, που τους φέρνει,
κι αφού ήπιαν, και το στάξιμο τέλειωσε της σταγόνας
ο θεϊκός Αλκίνοος τον λόγο ξαναπαίρνει:

«Σεις των Φαιάκων άρχοντες ακούστε με ένας-ένας
τις σκέψεις όλες θα σας πώ που έχω στο κεφάλι         190
 Τώρα που όλοι φάγατε, για ύπνο ο καθένας
να πάει, όμως την αυγή να μαζευτούμε κι άλλοι

τον ξένο να τιμήσουμε, και στους θεούς θυσίες
να κάνουμε πολύ καλές, και να’βρουμε τους τρόπους
πως το ταξίδι θα γινεί με ποιες ετοιμασίες
να φτάσει στην πατρίδα του δίχως μεγάλους κόπους,

με την δική μας συνοδειά, την χώρα του να πιάσει
όσο και να’ναι μακρινή κι ούτε να τον πετύχει
κάτι κακό στον δρόμο του, στο σπίτι του πριν φτάσει.
Κει να τον βρούνε τα γραφτά, που η μοίρα του κι η τύχη        200

του γράφουν, απ’ την γέννα του και τον περικυκλώνουν.
Μ’ αν είν’ ουράνιος θεός και εντολές δοθήκαν,
οι επουράνιοι θεοί, κάτι σ’ εμάς σκαρώνουν
γιατί δεν κρύφτηκαν ποτέ, πάντα φανερωθήκαν

όταν θυσίες κάναμε να εξευμενιστούνε,
μαζί καθόμαστε κι εμείς παρέα στη γωνιά τους,
κι όταν διαβάτη τύχαινε να τονε συναντούνε
ποτέ τους δεν κρυφτήκανε γιατ’ είμαστε γενιά τους

καθώς είναι οι Κύκλωπες, στων Γίγαντων τη γέννα»
Τότε  ο Οδυσσέας του απαντά σοφά με περηφάνεια          210
«Στο νου σου τούτα Αλκίνοε μη τα βαστάς κρυμμένα
ούτε και μοιάζω με θεό, που κατοικεί στα ουράνια

παρά θνητός στο ανάστημα και στην κορμοστασιά μου.
Κι αν τους πολύπαθους εσείς γνωρίζατε του κόσμου,
μ’ αυτούς, μπορεί να συγκριθεί μονάχα η αφεντιά μου,
ίσως και μεγαλύτερος ο πόνος ο δικός μου

απ’ τις κατάρες των θεών,  κι απ’ τη κακή μου τύχη.
 Μα αφήστε με στο στόμα μου λίγο φαϊ να βάλλω
γιατί δεν ξέρω απ’ την κοιλιά, στο σώμα να’ χει τύχει
μέρος, που πιο ξεδιάντροπο να ’ναι κανένα άλλο                 220

μα η όρεξη της μοναχά εκείνη  τηνε νοιάζει,
ας είναι ο πόνος μου βαρύς και την καρδιά μου σκίζει,
να πίνει θέλει αχόρταγα και να περιδρομιάζει
εγώ, τα πάθη να ξεχνώ, κι εκείνη να γεμίζει.

Ως τόσο συμπονάτε με, αρχίστε ετοιμασία
να φτάσω στην πατρίδα μου, βοηθήστε με σε κάτι,
που συμφορές με βρήκανε. Το σώμα μου θυσία
θα κάνω, αν στους σκλάβους μου, φτάσω και στο παλάτι»

Τα ’πε και όλοι συμφωνούν, οι γνώμες τους ταιριάξαν
τα λόγια του τα φρόνιμα τους είχαν συνεπάρει                     230
Αφού ήπιαν όσο ήθελαν και το κρασί τους στάξαν
γυρίσανε στα σπίτια τους ο ύπνος να τους πάρει

κι ο Οδυσσέας ο θεϊκός ξοπίσω τους θα μείνει.
Δίπλα του ο Αλκίνοος, στην θεϊκή του κοίτη
κι ενώ οι κόρες μάζευαν ότι είχε απομείνει
η λευκοδάχτυλη άρχισε να του μιλά η Αρήτη,

χλαμύδα σαν αντίκρυσε, χιτώνα φορεμένα
που τα ’χε με τα χέρια της πλεγμένα, και τις κόρες,
γλυκά αρχίζει να μιλά, με λόγια φτερωμένα:
 «Εγώ θ’ αρχίσω να μιλώ, μα πες από ποιες χώρες                     240

ήρθες; Ποιο έχεις όνομα; Ποιος τάχα σ’έχει ντύσει;
Δεν είπες μες στα πέλαγα πως έχεις κακοπάθει;»
Κι ο Οδυσσέας ο τρανός έτσι θα απαντήσει
 «Σαν δύσκολο βασίλισσα, ο νους σου να τα μάθει

αυτά που όλα με ρωτάς μα εγώ θα στα εξηγήσω
όλα τα πάθια που οι θεοί μου έχουνε χαρίσει.
 Βαθειά στα μεσοπέλαγα στης Ωγυγίας τη νήσο
πανέμορφη έχει θεά , πανούργα κατοικήσει

η Καλυψώ, του Άτλαντα, η ομορφοπλεξουδάτη
που ούτε θεός, ούτ’ άνθρωπος ποτέ την έχουν σμίξει,          250
σ’  αυτής το σπίτι μ’ έστειλε της μοίρας μου το ινάτι.
Μα ο φοβερός ο κεραυνός, που ο Δίας θα μου ρίξει,

κι οι ανέμοι, σπάνε  το σκαρί, τα κύματα είναι οι λόφοι.
   Κρατώντας την καρίνα του, κι ενώ ο βοριάς αλύχτα
πάλευα, μα οι διαλεχτοί χαθήκανε συντρόφοι.
Μέρες εννιά παράδερνα, τη δέκατη τη νύχτα,

στην Ωγυγία, των θεών με ρίξανε τα μίση
που μια πανέμορφη θεά, γλυκιά το κατοικούσε,
η Καλυψώ, που δέχτηκε να με φιλοξενήσει.
 Με πήρε, με συντρόφεψε, πανέμορφα μιλούσε,                           260

αθάνατο κι αγέραστο μ’ έταζε μες στις στράτες
της ζήσης μου, όμως την καρδιά δύσκολο να την κλέψει.
  Εκεί παραδερνόμουνα εφτά χρονιές γεμάτες
και ότι ρούχο μου ’δινε στο δάκρυ είχα μουσκέψει..........................Συνεχίζεται                   




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 06/11/09, 23:28

                     Η

Σαν έφτασε η όγδοη χρονιά πια με αφήνει
ξανά στην πολυπόθητη πατρίδα να γυρίσω,
θέλεις, την γνώμη οι θεοί την είχαν, θες εκείνη,
με καλοκάμωτο σκαρί μ’ αφήνει ν’ αρμενίσω.

Ψωμί με φίλεψε, κρασί, ρούχα καλά μου δίνει
και πρίμο αγέρι, ούριο, ξοπίσω μου σκορπάει                    270
πάλεψα μέρες δεκαεφτά στου πέλαγου τη δίνη
την δέκατη όγδοη φάνηκαν βαθύσκιωτα στο πλάϊ

τα όρη της πατρίδας σας, κι ελπίδα θ’ανατείλει.
Μα κι άλλα πάθια ο δυστυχής θα σήκωνα στον ώμο
όσα βουλήθη ο Σαλευτής, του κόσμου να μου στείλει
που σήκωσε τους άνεμους, και μου ’κλεισε τον δρόμο.

Τη θάλασσα ταράζοντας, την έκανε να τρέμει
πως να σταθώ στη βάρκα μου με τέτοια ανεμοζάλη
βαριά αναστενάζοντας; Και τ’ άγριο μελτέμι
την βάρκα την κομμάτιασε, μα φτάνω αγάλι-αγάλι             280

με το κολύμπι, στα όμορφα δικά σας μονοπάτια
καθώς το κύμα μ’ έσπρωχνε, κι ανέμων μαϊστράλια.
 Πώς να ’βγαινα όμως στη στεριά, θα μ’ έκανε κομμάτια
το κύμα, στα βραχόσπαρτα, χτυπώντας τ’ ακρογιάλια.

Πίσω κολύμπησα ξανά, μα μ’ έφεραν οι ανέμοι
σε ποταμό καλόβολο, σε βολεμένο τόπο
που βράχια δεν υπήρχανε, και ήταν απανέμι.
Εκεί με βρήκε η νυχτιά, μετά από άγριο κόπο

κι απ’ την ουράνια ρεματιά το βήμα μου με βγάζει
στις φυλλωσιές, το σώμα μου την ηρεμία νά ’βρει,        290
ατέλειωτο ύπνο ένας θεός στα μάτια μου μου βάζει
και μες στα φύλλα έγειρα με την καρδιά μου μαύρη,

όλη τη νύχτα, το πρωϊ, μέχρι το μεσημέρι
χόρτασα ύπνο, κι ως βουτά, ο ήλιος μες στα όρη
τις παρακόρες άκουσα στης αμμουδιάς τα μέρη
να παίζουν, κι έμοιαζε θεά η όμορφη σου κόρη.

Πρόσπεσα εμπρός της. Έδειξε περίσσια φρονιμάδα
τέτοια, που δεν περίμενα σε νέα τόση να ’βρω
γιατί οι νιοί είν’ αστόχαστοι, στο νου έχουν αψάδα,
κι αυτή  φαϊ με φίλεψε, κι απ’ το κρασί το μαύρο,              300

μ’ έλουσε, και τα όμορφα τα ρούχα μου φοράει
όλη η αλήθεια είν’ αυτή, και ας τα λέω με πάθος».
Κι ο συνετός Αλκίνοος έτσι του απαντάει:
«Ξένε της κόρης μου εδώ, της βρίσκω κάποιο λάθος

που με τις κόρες σπίτι μου δεν θα σε οδηγήσει
αφού στο παρακάλι σου ζητούσες να σε σώσει».
Κι ο Οδυσσέας ο τρανός έτσι θα του απαντήσει:
«Αφέντη μου, την κόρη σου λόγος μη τη μαλώσει,

πίσω της με τις σκλάβες σας, μου ’πε, να είν’ μονάχη,
ντροπή και φόβος μ’ έκανε, να ’ρθώ με άλλους τρόπους                 310
μήπως θυμώσεις σαν με δεις δίπλα της ’μένα να ’χει,
στον κόσμο υπάρχει κι η οργή, που πιάνει τους ανθρώπους»..........................Συνεχίζεται                   


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 09/11/09, 21:53
                    Η

Κι ο  Αλκίνοος του απαντά με λόγια μυαλωμένα:
«Δεν σκέφτεται έτσι η καρδιά, ξένε κι ούτ’ έχει τόση
ζοχάδα κι ασυλογισσιά. Σκέφτομαι μετρημένα,
κι είθε ο Δίας, η Αθηνά, κι ο Απόλλωνας, να δώσει

εσύ που έχεις φαίνεται, μ’ εμένα ίδια γνώμη,
την κόρη μου να παντρευτείς, γαμπρός μου εσύ να γίνεις
κι εδώ να μείνεις. Θα ’δινα το σπίτι μου κι ακόμη
χωράφια να ’χεις αρκετά. Μα πως μπορείς να μείνεις                320

χωρίς να έχεις θέληση, ουράνιος μη το δώσει.
Μα αύριο οι ναύτες μου-μάθε το- πρίμα , πρίμα
κι ενώ στον ύπνο το βαθύ, ο νους σου θα ’χει απλώσει,
θα σ’ οδηγούνε σπίτι σου μες του γιαλού το κύμα

λαμνοκοπώντας γρήγορα, σε όποια και να ’ναι μάκρη,
μακριά όσο κι η Εύβοια, που λεν αυτοί που φύγαν
και προς τα κει ξεπέσανε που ’ναι στη άλλη άκρη
τότε που τον Ραδάμανθο απ’ το νησί τον πήγαν,

της γης τον γιο τον Τιτυό να δει, και σε μια μέρα
πήγανε και ακούραστοι γυρίσανε οι ναύτες.                      330
Τότε θα δεις  τι άξιοι που είναι πέρα ως πέρα
ν’ αφροκτυπούν τη θάλασσα με των κουπιών τις πλάτες».

Ο Οδυσσέας τ’ άκουσε, χαρά η καρδιά του στάζει
κι ευχή μεγάλη έδωσε απ’ της ψυχής τα κλώνια
«Ο Αντίνοος, πατέρα μου Δία, αυτά που τάζει
αν τα τελειώσει, η δόξα του στον κόσμο θα ’ναι αιώνια,

και στη γλυκιά πατρίδα μου θα έχω προσαράξει».
Με αυτά τα λόγια μίλαγαν κι ως να τα τελειώσουν
η Αρήτη η λευκοδάχτυλη τις δούλες θα προστάξει
στο ξέφωτο, πανέμορφο κρεβάτι να του στρώσουν ,              340

κόκκιν’ απλώσανε χαλιά, σεντόνια απ’ τα μεγάλα
κλινοσκεπάσματα καλά, πανέμορφη φλοκάτη
βγήκαν με φως στα χέρια τους, οι δούλες απ’ τη σάλα
κι αφού του στρώσαν γρήγορα το μαλακό κρεβάτι


στον Οδυσσέα πήγανε και του μιλούν με χάρη:
«Έτοιμη για τον ύπνο σου, ξένε μου είν’ η κλίνη».
   Μεγάλη είχε πεθυμιά ο ύπνος να τον πάρει
κι ο Οδυσσέας δόθηκε στου ύπνου τη γαλήνη

στο σμιλεμένο έξοχα πανέμορφο κρεβάτι
κάτω απ’ το καλόηχο και λιολουσμένο δώμα.                   350
   Και ο Αλκίνοος κινά στα βάθη στο παλάτι
σαν το κρεβάτι του ’στρωσε η Αρήτη και το στρώμα

           ΤΕΛΟΣ Η ΡΑΨΩΔΙΑΣ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 17/11/09, 21:41
                            ΡΑΨΩΔΙΑ Θ

Σαν η αυγή αγνάντευε από το νυχτοθρόφι
ο σεβαστός Αλκίνοος ξύπνησε απ’ το κρεβάτι,
μαζί με τον ισόθεο Οδυσσέα εσηκώθη
στην αγορά των Φαίακων να φτάσουν- κι επερπάτει

μπροστά ο Αλκίνοος-, που ήτανε  χτισμένη μες στα πλοία.
Εκεί σαν φτάσαν κάθισαν σε θρόνους με στολίδια
και μες στη χώρα τριγυρνά η Αθηνά η θεία
με του σοφού Αλκίνοου κράχτη να μοιάζει ίδια

του Οδυσσέα του αδάμαστου ταξίδι να ετοιμάσει,
και πήγαινε πολύ κοντά κι έλεγε στον καθένα :                   10
«Φαιάκων άντρες κι αρχηγοί, η χάρη σας ας φτάσει
στην αγορά, για κείνονε που ήρθε απ’ τα ξένα

στου πάνσοφου του Αλκίνοου το ξακουστό παλάτι
δαρμένος απ’ τη θάλασσα, που σαν θεός μου μοιάζει»
Αυτά τους είπε, κι όλων τους του πόθου μονοπάτι
στις έδρες, στα καθίσματα, της αγοράς θρονιάζει

και του Λαέρτη το παιδί ο κόσμος το θαυμάζει,
που με μιά χάρη θεϊκή που του ’ριχνε η Παλλάδα
στους ώμους και στην κεφαλή, τον έκαναν να μοιάζει
ψηλοτερο ,παχύτερο , με θεία ομορφάδα                              20

τρανός, αξιοσέβαστος, και φίλος τους να δείξει
σε κάθε αγώνα δυνατός, στην ξένη τούτη πόλη
οι Φαίακες αν ζήταγαν ετούτο ν ’αποδείξει.
  Κι όταν το πλήθος έφτασε, και συναχτήκαν όλοι

ο Αλκίνοος ο σεβαστός, πρώτος τον λόγο παίρνει:
«Ακούστε με όλοι αρχηγοί, και των Φαιάκων πρώτοι
λόγια που μες στα χείλη μου νους και καρδιά μου φέρνει.
Αυτός ο ξένος, που ούτε εγώ τον γνώρισα, καθ’ ότι

δεν ξέρω απ’ ανατολή, αν φτάνει ή από δύση,
και λέει σπίτι μου έφτασε απ’ άχαρο ταξίδι,                        30
όμως βοήθεια  ζητά τη χώρα μας ν’ αφήσει,
ας τον βοηθήσουμε λοιπόν, σ’ άλλους το κάναμε ήδη.»..........................Συνεχίζεται                   


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 22/11/09, 18:52
                    Θ

Ούτε κανένας έμεινε ’δω στο δικό μου σπίτι
που κατευώδιο ζήτησε με βλέφαρο κλαμένο,
μα ελάτε, εμπρός να ρίξουμε στης θάλασσας την κοίτη
καράβι πρωτοτάξιδο, και ομορφοβαμμένο

Πενηνταδυό να διαλεχτούν του τόπου παλικάρια
τα πιο γερά. Και τους σκαρμούς, και τα κουπιά με τάξη
αφού δεθούν, στο σπίτι μου με τα δικά σας χνάρια
οδηγηθείτε, φαγητά πλούσια θα χω φτιάξει.                             40

Τούτα διατάζω στα παιδιά. Κι οι άλλοι με διακρίσεις
άρχοντες, δημογέροντες, ελάτε υπάρχει θέση,
τον ξένο να φιλέψουμε, δεν θέλω εδώ αρνήσεις.
Ας έρθει κι ο Δημόδοκος, κάποιος να τον καλέσει

που ο θεός του χάρισε του τραγουδιού τις δάδες
να μας ευφραίνει. Να του πει, τραγούδι ν’ απαγγείλει».
Σαν τα ’πε, μπρος πηγαίνει αυτός, ξοπίσω αρχοντάδες,
κι ο κράχτης έφυγε να βρει, τον αοιδό να στείλει.

Κι όπως τα είπε έγιναν. Πενηνταδυό  βαδίσαν
λεβέντες στην ακρογιαλιά, που η νιότη, τους ανάβει.              50
Σαν φτάσανε στην αμμουδιά και τα σκοινιά του λύσαν
ρίξανε στο βαθύ γιαλό το γρήγορο καράβι,

δέσανε όλα τα πανιά, το ιστίο του σηκώσαν
και στα κουπιά, τα πέτσινα, για τους σκαρμούς περνάνε.
Αφού έγιναν με τη σειρά, και τα πανιά υψώσαν
μες στ’ ανοιχτά το δέσανε, κύματα εκεί που σκάνε,

ύστερα στου Αλκίνοου, στου ανάκτορου τις στράτες
φτάσαν , κι εκεί νιοι  γέροντες, ήρθαν να κάνουν χάζι,
σάλες αυλές και κάμαρες όλες λαό γεμάτες.
  Δώδεκα αρνιά ο Αλκίνοος ο σεβαστός τους σφάζει            60

κι οχτώ γουρούνια ασπρόδοντα, δυό βοδινά θρεφτάρια
αφού τα ’γδάραν κάθισαν να φαν’  ,  σαν τα ’χαν ψήσει.
  Ο κράχτης κοντοζύγωσε του αοιδού τα χνάρια,
που η Μούσα του ’χε ένα καλό, κι ένα κακό χαρίσει,

του ’δωσε θεϊκή φωνή, μα φως του ’χε αφαιρέσει,
και ο Ποντόνας, στο θρονί , ο κράχτης  τον καθίζει
στο αργυρόκαρφο, όλους τους να έχει μες στη μέση
τους καλεσμένους, τον ψηλό τον στύλο να αγγίζει

και την κιθάρα σε καρφί κοντά του να κρεμάει
πάνω απ’ το κεφάλι του ,  κι αν ήθελε να παίζει                      70
το χέρι του θα άπλωνε για να την ξεκρεμάει.
 Πανέρι του έφερε ύστερα και του ’στρωσε τραπέζι

κι ένα ποτήρι με κρασί σαν θέλει να το πίνει
Άπλωσαν όλοι κι έτρωγαν σε ότι τους είχαν στρώσει.
  Στο τέλος αφού χόρτασαν της πείνας τους τη δίνη
η Μούσα στον τραγουδιστή, ζητά ν’  αφιερώσει

τραγούδι για πολεμιστές, με τέχνη να τους παίξει,
που φήμη ως τον ουρανό είχε, και πιο μεγάλη.
Πως ο Οδυσσέας με βαριά, κι ο Αχιλλέας λέξη
σ’ ένα τραπέζι αρχοντικό οι δυό τους τα ’χαν βάλει                80

κι αυτό, στον Αγαμέμνονα χαρά μεγάλη δίνει
που οι αρχηγοί των Αχαιών στέκονταν μαλωμένοι
ο Φοίβος του ’χε πει αυτά, πως έτσι είχαν γίνει,
 κι αυτού η Πυθία τα ’χε πει τότε η βλογημένη,

που έφτασε στο κατώφλι της  χρησμό να παραγγείλει.
Τότε κινούν οι συμφορές ο χρόνος σαν περνούσε
στους Τρώες και στους Αχαιούς, ο Δίας που ’χει στείλει.
Ο ξακουστός τραγουδιστής αυτά τους τραγουδούσε............................Συνεχίζεται                   



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 03/12/09, 00:53
                         Θ

Του Οδυσσέα το βαρύ το χέρι τώρα ρίχνει
την κάπα του την κόκκινη στου πρόσωπου την άκρη              90
δεν ήθελε να τονε δουν κι ούτε ν’ αφήσει ίχνη
στους Φαίακες, πως στο άκουσμα αυτά του φέρναν δάκρυ

σαν έπαψε, και κίνησε το δάκρυ να σκουπίσει
από την κάπα έβγαλε εκείνος το κεφάλι.
Μα το τραγούδι θέλανε , του λεν να ξαναρχίσει
οι άρχοντες των Φαίακων – γι αυτά να πει και πάλι-

τους άρεσε να τα ακούν δικοί τους ήταν πόθοι,
ο Οδυσσέας σκέπαζε και πάλι το κεφάλι
μόνο ο Αλκίνοος, σιμά, που κάθονταν το νοιώθει
που βούρκωνε, και σκέπαζε την κεφαλή του  πάλι                 100

και μέσα του ο στεναγμός συνέχιζε να παίζει.
Γυρνά  και λέει στους Φαίακες τους θαλασσοθρεμμένους:
«Aκούστε πρώτοι άρχοντες, το όμορφο τραπέζι
 τελείωσε, για να μας βρει, πλούσια χορτασμένους

 και της κιθάρας οι χορδές, εμάς να ’χουν χορτάσει,
 μα ας βγούμε τώρα όλοι μας σε άθληση να πάμε
 κι ο ξένος μας αργότερα στον τόπο του σαν φτάσει
 να λέει στους δικούς  για μας, πως άλλους ξεπερνάμε

στο τρέξιμο, και στις γροθιές, στα άλματα, στην πάλη».
Βγαίνοντας τα ’λεγε αυτά,  κόσμος  ακολουθώντας.                110
Και την κιθάρα κρέμασε πάνω απ’ το κεφάλι
ο κράχτης, τον Δημόδοκο στη έξοδο οδηγώντας

 βαστάζοντας τα χέρι του κι απ’ τις ψηλές κολώνες
του παλατιού τον  πήγαινε κει που πηγαίναν όλοι
οι άρχοντες των Φαίακων, να δούνε τους αγώνες
και πάρα πίσω ακολουθούν πλήθος, λαός, βουκόλοι

φθάνουν και τ’ αρχοντόπουλα στον στίβο σαν το σμήνος:
ο Ακρόνας, ο Ωκύαλος, ο Αυτιάς ,ο Ελατρέας
ο Θόας, ο Αγχίαλος, Πρυμνιάς, ο Αναβησίνος
και ο Πλωριάς με τον Ποντιά μαζί κι ο Ερετμέας                          120

και του Πολύνα ο Αμφίαλος, το άξιο καμάρι,
κι ο Ευρύλαος, που του θεού του Άρη ίσος μοιάζει
του θνητοφάγου, κι ο έχοντας της ομορφιάς τη χάρη
ο Ευβουλίδης, στο κορμί, στου πρόσωπου το νάζι

πρώτος στους άλλους Αχαιούς , μετά τον Λαοδάμα.
Tου στοχασμένου Αλκίνοου  οι γιοί του κατεβαίνουν,
Άλιος και Λαοδάμαντας, με τον Κλειτόνα αντάμα
στου δρόμου το αγώνισμα οι τρεις τους παραβγαίνουν
 

απ’ την αρχή, σαν το φτερό στο χώμα το καμπίσο
χυμάνε, κι ένα σύννεφο σκόνης  βαρύ σηκώνουν                        130
και ο Κλειτόνας ο  άφθαστος αφήνει όλους πίσω.
Κι όσο χωράφι ολημερίς, μουλάρια δυό οργώνουν

τόσο τους άλλους προσπερνά,  πρώτος να τερματίσει.
Μες στης παλαίστρας τη γωνιά θα μπούνε κάποιοι άλλοι,
τους άριστους ο Ευρύαλος όλους θα τους νικήσει.
Και παίρνει στ’ άλμα ο Αμφίλαος τη νίκη τη μεγάλη............................Συνεχίζεται                   




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 06/12/09, 13:48

                         Θ

Κι ο Ελατρέας δεν θα βρει στον δίσκο άξιο άλλο
Ο Λαοδάμας στις γροθιές την νίκη θα αρπάξει.
Και των αγώνων  νοιώθωντας   το κλέος το μεγάλο
γυρνά ο Λαοδάμαντας στο πλήθος να φωνάξει:                        140

«Ελάτε τώρα ρε παιδιά ερώτηση να γίνει
στον ξένο, αν αγωνίζεται, κακόμοιρος δεν δείχνει
 πόδια δεμένα και κανιά, τα χέρια του σαγήνη
δείχνουνε, και οι πλάτες του άντρα μας δίνουν ίχνη

και χαίρεται μου φαίνεται της νιότης του τη μέθη
μα δείχνει να ’χει κούραση να ’ναι βασανισμένος,
κι απ’ της θαλάσσης την οργή, χειρότερη δεν ’βρέθει
να τιμωρεί τον άνθρωπο, κι ας είναι αντρειωμένος.

Τότε και ο Ευρύαλος έτσι θα του μιλήσει:
«τα λόγια Λαοδάμαντα τα λες όπως ταιριάζει,                           150
προσκάλεσέ τον τώρα εσύ ο ξένος ν’ απαντήσει».
Και του Αλκίνοου ο γιός τα λόγια του αραδιάζει,

στον Οδυσσέα τον τρανό σαν κάθησε στην μέση:
«Ξένε πατέρα ,αθλήματα αν θες να δοκιμάσεις
μπες μέσα στους αγώνες μας, έλα και πάρε θέση
γνώστης καλός μου φαίνεσαι για να μας ξεπεράσεις,

δόξα να δείξει, που να βρει, άνθρωπος πιο μεγάλη
στα χέρια και στα ποδια του για όλη του τη ζήση
΄Ελα αγωνίσου κι η καρδιά από βαθειά να βγάλει
τις έννοιες. Η επιστροφή για σένα δεν θ’ αργήσει                         160

να! Το καράβι έτοιμο κι οι ναύτες περιμένουν.
Κι ο Οδυσσέας του απαντά με τη μεγάλη πείρα:
«Θες Λαοδάμα να γελάς,  πως μες στο νου να μπαίνουν
αγώνες, ύστερα απ’αυτά τα βάσανα που πήρα

που τράβηξα στη διαδρομή για τόσα χρόνια πίσω
και τώρα εδώ που κάθομαι του γυρισμού οι ποθοι
λεν στον λαό, στον βασιλιά, αυτό να τους ζητήσω».
   Τότε ο Ευρύλαος πικρά του λέει καθώς σηκώθει:

«Ξένε δεν μοιάζεις με άνθρωπο σπουδαίο που χει μάθει
αγώνες να διεκδικεί κι ο κόσμος τον γνωρίζει,                                 170
θαλασσινός μου φαίνεσαι που τριγυρνάς στα βάθη
σε πλοίο με πολλά κουπιά, κι εμπόρου μετερίζι

και στις πραμάτειες σου ο νους φαίνεται  πως κυλάει
για κέρδος ασυλλόγιστο. Γι’ αγωνιστής δεν μοιάζεις».
   Ο Οδυσσέας το κοιτά λοξά και του μιλάει
«Σύντροφε άσχημα μιλάς σαν άντρας κι αυθαδιάζεις

μα κι οι θεοί στον άνθρωπο τα πάντα δεν χαρίζουν
την ομορφιά ολάκερη, τον λόγο, και την γνώση.
   Άλλου, μπορεί το πρόσωπο με ασχήμια να γεμίζουν,
μα τα έξυπνα τα λόγια του σοφία να ’χουν τόση                                    180

και σαν μεγάλο ρήτορα τονε θαυμάζουν όλοι
με κέφι πάντα τον ακούν τα λόγια ν’ αραδιάζει
και σαν θεό τον βλέπουνε σαν περπατά στην πόλη.
    Ο άλλος, πάλι ισόθεος στο πρόσωπό να μοιάζει,

τα λόγια του όμως άστοχα , ποιος χάρη να του τάξει.
 Κι εσύ έχεις μια γλυκιά μορφή όπως στα παραμύθια
που ανώτερη της κι ο θεός δεν μπόρεσε να φιάξει
όμως σταλιά δεν έχεις νου, με πλήγωσες στ’αλήθεια

μ’ αυτά τα λόγια τα άπρεπα που έχεις ξεστομίσει
κι ούτε σε αγώνες για να μπει το θέλει η αφεντιά μου,                190
σε τούτους πρωτοστάτησα κι έχω σε αυτούς κερδίσει
στα νιάτα όταν ξεθάρρευα με την παλικαριά μου

νύχτες και μέρες με χτυπούν, κι αυτές δεν είναι μόνες
μα μες στα πέλαγα η καρδιά σπρώχνοντας λέει πολέμα .
Έστω μ’ αυτά που πέρασα θα μπώ μες στους αγώνες
οι άσχημες κουβέντες σου μου ανάψανε το αίμα

σαν τα ’πε αυτά πετάχτηκε την κάπα του φορώντας
λιθάρι έπιασε τρανό, καθώς τονε κοιτούσαν
με το γερό το χέρι του τον έριξε γυρνώντας
λίθο βαρύτερο απ αυτόν που οι Φαίακες πετούσαν                   200

ο βράχος βρόντησε γερά και σκύψανε στη δίνη
οι Φαίακες φοβούμενοι τον δίσκο που πετάει
μακριά πηγαίνει, πίσω του τους άλλους τους αφήνει
και η θεά η Αθηνά για τα σημάδια πάει

με το αντρικό το ντύσιμο, για να του πει γυρίζει:
«τυφλός να ’ρθεί του σημαδιού το ίχνος του να πάρει
ξένε μου τούτο θα το βρει χωρίς να το αντικρίζει,
καμάρωσε για τούτο εδώ, νοιώσε μεγάλη χάρη,

κανένας δεν θα φτάσει εκεί, πίσω του να σ’ αφήσει».
O Οδυσσέας χάρηκε ο ισόθεος στο ήθος                                          210
που ένα φίλο καρδιακό κι εκεί είχε κερδίσει
κι αντιγυρνά στους Φαίακες για ν’ ακουστεί στο πλήθος:............................Συνεχίζεται                   



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 12/12/09, 21:35
                    Θ
«Φτάστε το αυτό, και ύστερα θα κατεβώ στον στίβο
να ξαναρίξω ως εκεί και πάρα πέρα πάλι
και όποιου πάλι του βαστά ας έρθει, δεν το κρύβω
πως πείσμωσα, να παραβγεί μ’ εμένανε στην πάλη

στο τρέξιμο και στις γροθιές αν είναι αντρειωμένος
όποιος κι αν είναι Φαίακας, πλην απ’ το Λαοδάμα,
ποιος πολεμάει φίλο του με μίσος και με μένος.
Άμυαλος είναι, και γι’ αυτόν μεγάλο θα ’ναι δράμα                     220

αυτόν που τονε ταϊσε σε αγώνα να καλέσει.
Μα άλλος κανένας από εσάς εμένα δεν με σκιάζει
κι αν θα σταθεί απέναντι στου αντίπαλου τη θέση ,
για αγώνα να ετοιμαστώ εμένα δεν με νοιάζει

και το δοξάρι μου κι εγώ να ξαναπιάσω πάλι
όπως παλιά, που στων εχθρών έριχνα μες στα σμήνη
όποιον έγώ σημάδευα, κοντά μου ήταν κι άλλοι
σύντροφοι που σημάδευαν αυτόν που θέλαν  κείνοι.

Ο Φιλοκτήτης ήτανε που κέρδιζε μονάχα
εμένανε, σαν ρίχναμε στην Τροία το δοξάρι                             230
κι ούτε άλλους δεν φοβήθηκα  πως νικητές μου θα ’χα
ανθρώπους μες στον κόσμο αυτό που  τρέφονταν με στάρι

απ’ τους παλιούς δεν θα ’θελα στου πόλεμου τη χάρη
τον Ηρακλή, τον Εύρυτο της Οιχαλίας ,να ’βρω
που τους θεούς παράβγαιναν ετούτοι στο δοξάρι
γι αυτό και βρήκε ο Εύρυτος τον θάνατο τον μαύρο

προτού βαθειά τα γηρατειά αυτόν να έχουν πάρει
τον σκότωσε ο Απόλλωνας, φοβούμενος την ήτα
που του ’λεγε να μετρηθεί μαζί του στο δοξάρι.
   Εκεί λοιπόν που την πετώ, άλλου δεν πάει η σαϊτα               240

Μόνο στον δρόμο Φαίακες, εκεί καλός δεν θα ’μαι
φουρτούνες μες στα πέλαγα με έχουν κυνηγήσει
και στο καράβι βάσανα πέρασα και φοβάμαι
ότι τα μέλη του κορμιού έχουνε παραλύσει»

Αυτά τους είπε και μιλιά κανένας τους δεν βγάζει
μονάχα ο Αλκίνοος έτσι θα του απαντήσει:
«Δυσάρεστο απ’ τα λόγια σου ξένε μου δεν πηγάζει
μα θες για την αξία σου με λόγια να ’βρεις λύση

που στους αγώνες σ’ έβαλε κάποιος με κεραυνούς του
και προσβολή στα λόγια του γι άντρα πολύ μεγάλη                  250
που ούτε ποτέ του θα ’κανε αν τα ’βαζε ο νους του.
Μα άκουσε τον λόγο μου και βαλ’ τον στο κεφάλι:

Με αφέντες μες στο σπίτι σου με το καλό σαν σμίξεις
στην σύζυγο και τα παιδιά ν’ ακούνε κάπου-κάπου
σαν τρώτε, την αξία μας για τις δουλειές να δείξεις
πλούσια ο Δίας που έδωσε σε μας πάππου προς πάππου

στο πάλεμα και στις γροθιές πρώτη δεν είναι η θέση
που έχουμε, μα στα γοργά καράβια ποιος μας πιάνει
γλέντι τραγούδι και χορός σε όλους μας αρέσει
το ντύσιμο και τα λουτρά και τ’ όμορφο ντιβάνι                         260

μα ελάτε όλοι χορευτές μες στο χορό να μπούμε
να πει ο ξένος σπίτι του που έχουμε υπεροπλία
κι ότι τους άλλους τους θνητούς όλους τους ξεπερνούμε
στα άλματα και στο χορό στον δρόμο και στα πλοία

και την κιθάρα κάποιος σας στα χέρια να του δώσει
του αοιδού Δημόδοκου. Κάπου θα έχει πάει».
Τα είπε ο Αλκίνοος κι ο κράχτης που είχε γνώση
το όργανο απ’ το ανάκτορο αμέσως κουβαλάει

κι αγωνοδίκες σάλτισαν εννιά, επάνω όλοι,
του νόμου όλοι διαλεχτοί, της τάξης άγια φάρα                        270
ίσιωσαν μέρος όμορφο για του χορού το βόλι
κι ο κράχτης τη γλυκόλαλη κουβάλησε κιθάρα

στα χέρια του Δημόδοκου, που πήγε μες στη μέση
κι ολόγυρά του νιοί τρανοί χορεύουνε με νάζι
φωτιές τα πέλματα πετούν, τη γη έχουν πονέσει
κι ο Οδυσέας έμενε ετούτους να θαυμάζει.:............................Συνεχίζετα




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 19/12/09, 10:07
           Θ

Κι άρχισε αυτός να τραγουδά, πως την γλυκιά Αφροδίτη
ο Άρης την αγάπησε και στου έρωτα την ώρα
σμίξαν οι δυό τους ένοχα, στου Ήφαιστου το σπίτι
το στρώμα του ατιμάζοντας, χαρίζοντας της δώρα                    280

Μα ο Ήλιος σφιχταγκαλιαστούς αυτούς σαν αντικρύζει
το ατίμασμα τρέχει γοργά για να του πει του   Άρη.
Στο εργαστήρι ο Ήφαιστος όλος θυμό  γυρίζει
έχοντας πάντα μες στο νου εκδίκηση να πάρει,

στο σιδεράδικο λοιπόν, και στο μεγάλο αμόνι
σφυροκοπούσε άλυτα, δίχτυα γι αυτούς μεγάλα
που ενωμένοι θα πιαστούν ανήμποροι και μόνοι
κι αφρίζοντας από θυμό στο σπίτι του τρεχάλα

γυρίζει και στο στρώμα του, τα δίχτυα θα τ’ απλώσει
τριγύρω στα ποδαρικά στο νυφικό κρεβάτι                               290
Μα και τριγύρω απ’ τη σκεπή αυτά θα ξεδιπλώσει
αραχνοϋφαντα ,πλεχτά να μη τα πιάνει μάτι

ακόμα ούτε των θεών. Γιατί τα είχε φτιάσει
με μαστοριά αξεπέραστη και κύκλο αφού τα στρίψει
στου κρεβατιού τις άκριες, στην Λήμνο να περάσει
καμώθηκε, φροντίζοντας τα ίχνη του να κρύψει,

πως πήγαινε για το νησί που πιότερο  αγαπούσε.
Μα κι ο Άρης, όπως ο τυφλός, ζητά την Αφροδίτη
μόλις της τέχνης τον θεό είδε που αναχωρούσε
χωρίς ν’ αργήσει κίνησε για του Ήφαιστου το σπίτι                 300

ποθώντας της Κυθέρειας τα ερωτικά τα κάλλη
Αυτή απ’ τον πατέρα της τον Δία είχε γυρίσει
στο σπίτι περιμένοντας του Άρη την αγκάλη
που μπήκε μέσα ολόγλυκα για να της ψυθιρίσει:

«Δείξε μου την αγάπη σου, καρδούλα μου την τόση
ο Ήφαιστος δεν είναι εδώ, στην Λήμνο έχει πάει
εκεί τους αγριόλαλους Σίντιες θ’ ανταμώσει».
Εκείνη νοιώθει την καρδιά απ’ την χαρά να σπάει

κι ανέβηκαν όλο χαρά στου ύπνου το κρεβάτι.
Καθώς ξαπλώσαν το άλυτο το δίχτυ μες στο στρώμα             310
 στους δυό συντρόφους δυνατά, ακίνητα εκράτει
το σώμα και τα μέλη τους, μα κι είδανε ακόμα

πως γλιτωμό δεν είχανε όπως τους είχε πιάσει
ο κουτσοπόδαρος θεός, στης τέχνης το βασίλειο
που γύρισε κουτσαίνοντας προτού στη Λήμνο φτάσει,
έχοντας φύλακα, σκοπό, τον φωτοδότη Ήλιο

πηγαίνοντας στο σπίτι του με σπλάγχνα ματωμένα
στάθηκε στην εξώπορτα,  η πίκρα του μεγάλη
κι έσκουζε τους αθάνατους με λόγια θυμωμένα:
«Αιώνιοι κι αθάνατοι ,Δία μου, κι όλοι οι άλλοι                        320

ελάτε, όλες τι ντροπές, να δει το κάθε μάτι
του Δία πως με ντρόπιασε, η κόρη η Αφροδίτη,
τον Άρη διάλεξε, αντί  εμένα το σακάτη
ντροπιάζοντας το γάμο μας, και το δικό μας σπίτι

Που έχει τα πόδια αλάβωτα, μα και γεροδεμένα.
Μα εγώ τι φταίω, όλα αυτά να κουβαλώ στην πλάτη
που είν’ αμαρτίες των γονιών και βασανίζουν ’μένα
Μα δείτε τους αγκαλιαστούς, επάνω στο κρεβάτι

Κι εγώ λυσσάω βλέποντας που κείτονται αντάμα
κι ο ένας στον άλλονε περνά τον κόσμο τον δικό του,                  330
θα σβήσει ο πόθος αυτουνού για την γλυκιά του ντάμα
και δέσμιους θα τους κρατά η τέχνη μου, ωσότου

ο κύρης της τα δώρα μου όλα τα επιστρέψει
που για την ξεδιάντροπη, έδωσα τα μεγάλα,
κι αν όμορφη, τα πάθη της ποιος να τα συμμαζέψει;»
Αυτά είπε και μαζεύονταν στου παλατιού τη σκάλα,

ο Ποσειδώνας κι οι θεοί σε τούτη εδώ την δίνη
ο γοργοπόδαρος Ερμής, ο Απόλλωνας κι οι άλλοι
Μόνο οι θεές από ντροπή στο σπίτι έχουν μείνει
κι απ’ την εξώπορτα οι θεοί σκύβανε το κεφάλι                          340

του Ήφαιστου τις τεχνικές να δουν και να γελάσουν
λέγοντας με τον διπλανό στων λόγων τους τη χάση:
«Στον κόσμο αυτό οι πανουργιές κάποτε θα κοπάσουν
και ο αργός, τον γρήγορο κάποτε θα προφτάσει,

για δες εδώ που ο Ήφαιστος τον Άρη θα τσακώσει
με τέχνη, και ας ήτανε ο  πιο γοργός στα πόδια
απ’όλους τους Ολύμπιους, μα τώρα θα πληρώσει»
Έτσι μιλούσαν οι θεοί στα μεταξύ τους λόγια..:............................Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Ο Νέος Κιθαρωδός στις 23/12/09, 10:07
Δεν θυμάμαι αν ήδη σου έχω πει μπράβο, αλλά και να έχω, ας σου πω και μερικά ακόμα!

Αυτός ο δεκαπεντασύλλαβος είναι μούρλια, σκέτη ευχαρίστηση. Κατεβαίνει κάτω σαν γλύκισμα! :D
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 23/12/09, 17:40
Το σχόλιό σου φίλε κιθαρωδέ
μου δίνει δύναμη να συνεχίσω,
και σ' ευχαριστώ γι αυτό......................

Να περάσεις όμορφα τις γιορτές!!!!!!!!!!!!!!!1
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 26/12/09, 09:19
                       Θ
             
Κι άρχισε αυτός να τραγουδά, πως την γλυκιά Αφροδίτη
ο Άρης την αγάπησε και στου έρωτα την ώρα
σμίξαν οι δυό τους ένοχα, στου Ήφαιστου το σπίτι
το στρώμα του ατιμάζοντας, χαρίζοντας της δώρα .                   280

Μα ο Ήλιος σφιχταγκαλιαστούς αυτούς σαν αντικρίζει
το ατίμασμα τρέχει γοργά για να του πει του   Άρη.
Στο εργαστήρι ο Ήφαιστος όλος θυμό  γυρίζει
έχοντας πάντα μες στο νου εκδίκηση να πάρει,

στο σιδεράδικο λοιπόν, και στο μεγάλο αμόνι
σφυροκοπούσε άλυτα, δίχτυα γι αυτούς μεγάλα
που ενωμένοι θα πιαστούν ανήμποροι και μόνοι,
κι αφρίζοντας από θυμό στο σπίτι του τρεχάλα

γυρίζει και στο στρώμα του, τα δίχτυα θα τ’ απλώσει
τριγύρω στα ποδαρικά στο νυφικό κρεβάτι.                               290
Μα και τριγύρω απ’ τη σκεπή αυτά θα ξεδιπλώσει
αραχνοϋφαντα ,πλεχτά να μη τα πιάνει μάτι

ακόμα ούτε των θεών. Γιατί τα είχε φτιάσει
με μαστοριά αξεπέραστη, και κύκλο αφού τα στρίψει
στου κρεβατιού τις άκριες, στην Λήμνο να περάσει
καμώθηκε, φροντίζοντας τα ίχνη του να κρύψει,

πως πήγαινε για το νησί που πιότερο  αγαπούσε.
Μα κι ο Άρης, όπως ο τυφλός, ζητά την Αφροδίτη
μόλις της τέχνης τον θεό είδε που αναχωρούσε
χωρίς ν’ αργήσει κίνησε για του Ήφαιστου το σπίτι                 300

ποθώντας της Κυθέρειας τα ερωτικά τα κάλλη.
Αυτή απ’ τον πατέρα της τον Δία είχε γυρίσει
στο σπίτι περιμένοντας του Άρη την αγκάλη
που μπήκε μέσα ολόγλυκα για να της ψιθυρίσει:

«Δείξε μου την αγάπη σου, καρδούλα μου την τόση
ο Ήφαιστος δεν είναι εδώ, στην Λήμνο έχει πάει
εκεί τους αγριόλαλους Σίντιες θ’ ανταμώσει».
Εκείνη νοιώθει την καρδιά απ’ την χαρά να σπάει

κι ανέβηκαν όλο χαρά στου ύπνου το κρεβάτι.
Καθώς ξαπλώσαν το άλυτο το δίχτυ μες στο στρώμα             310
 στους δυό συντρόφους δυνατά, ακίνητα εκράτει
το σώμα και τα μέλη τους, μα κι είδανε ακόμα

πως γλιτωμό δεν είχανε όπως τους είχε πιάσει
ο κουτσοπόδαρος θεός, στης τέχνης το βασίλειο
που γύρισε κουτσαίνοντας προτού στη Λήμνο φτάσει,
έχοντας φύλακα, σκοπό, τον φωτοδότη Ήλιο

πηγαίνοντας στο σπίτι του με σπλάγχνα ματωμένα
στάθηκε στην εξώπορτα,  η πίκρα του μεγάλη
κι έσκουζε τους αθάνατους με λόγια θυμωμένα:
«Αιώνιοι κι αθάνατοι ,Δία μου, κι όλοι οι άλλοι                        320

ελάτε, όλες τι ντροπές, να δει το κάθε μάτι
του Δία πως με ντρόπιασε, η κόρη η Αφροδίτη,
τον Άρη διάλεξε αντί,  εμένα το σακάτη,
ντροπιάζοντας το γάμο μας, και το δικό μας σπίτι

Που έχει τα πόδια αλάβωτα, μα και γεροδεμένα.
Μα εγώ τι φταίω, όλα αυτά να κουβαλώ στην πλάτη
που είναι αμαρτίες των γονιών και βασανίζουν ’μένα
Μα δείτε τους αγκαλιαστούς, επάνω στο κρεβάτι.

Κι εγώ λυσσάω βλέποντας που κείτονται αντάμα
κι ο ένας στον άλλονε περνά τον κόσμο τον δικό του,                  330
θα σβήσει ο πόθος αυτουνού για την γλυκιά του ντάμα
και δέσμιους θα τους κρατά η τέχνη μου, ωσότου

ο κύρης της τα δώρα μου όλα τα επιστρέψει
που για την ξεδιάντροπη, έδωσα τα μεγάλα,
κι αν όμορφη; τα πάθη της ποιος να τα συμμαζέψει;»
Αυτά είπε και μαζεύονταν στου παλατιού τη σκάλα,

ο Ποσειδώνας κι οι θεοί σε τούτη εδώ την δίνη
ο γοργοπόδαρος Ερμής, ο Απόλλωνας κι οι άλλοι
Μόνο οι θεές από ντροπή στο σπίτι έχουν μείνει
κι απ’ την εξώπορτα οι θεοί σκύβανε το κεφάλι                          340

του Ήφαιστου τις τεχνικές να δουν και να γελάσουν
λέγοντας με τον διπλανό στων λόγων τους τη χάση:
«Στον κόσμο αυτό οι πανουργιές κάποτε θα κοπάσουν
και ο αργός, τον γρήγορο κάποτε θα προφτάσει,

για δες εδώ που ο Ήφαιστος τον Άρη θα τσακώσει
με τέχνη, και ας ήτανε ο  πιο γοργός στα πόδια
απ’ όλους τους Ολύμπιους, μα τώρα θα πληρώσει»
Έτσι μιλούσαν οι θεοί στα μεταξύ τους λόγια...:............................Συνεχίζεται





Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 03/01/10, 10:28
                          Θ

Κι έτσι ο Απόλλωνας γυρνά του Ερμή να του μιλήσει:
«του Δία γιε θεόσταλτε Ερμή γοργοφτερίτη                                 350
θα ’θελες κάποιος στα δεσμά έτσι να σ’ έχει αφήσει
μα όμως να σ’ έχει αγκαλιά γλυκά η Αφροδίτη;»

και ο γοργόφτερος Ερμής έτσι θα του φωνάξει
«Απόλλωνα, τα λόγια σου αλήθεια ας είχαν τόση
κι άλυτα να ’ταν τρεις φορές ’μένα δεν θα με νοιάξει
θεοί, θεές, με τις ματιές, ας με είχανε κυκλώσει

αν ήταν στην αγκάλη μου την Αφροδίτη να ’χα»
με αυτά τα λόγια των θεών το γέλιο τους κυλάει
Μα ο Ποσειδώνας απ’ αυτούς, δεν γέλαγε μονάχα
και τον τεχνίτη Ήφαιστο αυτός παρακαλάει                                360

τον Άρη να τον λύσει πια, με λόγια φτερωμένα:
«Λύσ’ τον ενώπιον των θεών, ετούτος θα σου αφήσει
όλα τα δώρα, είναι αυτό υπόσχεση από ’μένα»
και ο τρανός σιδηρουργός έτσι θα του απαντήσει:

«Τρανέ μου κοσμοσαλευτή αυτό δεν είναι λύση
του Άρη να ’σαι εγγυητής, τα δώρα πως θα δώσει,
πώς να σε πιάσω στους θεούς άμα τον έχω λύσει
και φύγει ο πολεμόχαρος χωρίς να με πληρώσει;»

τότε σ’ αυτόν απάντησε ο σαλευτής του κόσμου:
«Αν φύγει δίχως πληρωμή, καθώς κοινός αλήτης                            370
τα δώρα σου θα πληρωθούν όλα σου απ’ το βιός μου»
 Σε αυτά τα λόγια, ο τρανός, του λέει αρχιτεχνίτης:

«Πως στη καρδιά σου ν’ αρνηθώ έτσι που μου ανοίχτη;»
 και τα δεσμά τους τ’ άλυτα σπάει με το χεράκι.
Μόλις λευτερωθήκανε εκείνοι απ’ το δίχτυ
πετάχτηκαν, και έφυγε ο Άρης για την Θράκη

κι η Αφροδίτη έκανε της Κύπρου το ταξίδι
στην Πάφο που είχε τον ναό τον μοσχοαχνισμένο
οι Χάρες με ώριο άρωμα, κει θα την λούσουν ήδη
καθώς ταιριάζει σε θεό, με άρωμα αχλυσμένο .                                  380

Αυτά τους έλεγε η φωνή η θεϊκά λουσμένη
του Οδυσσέα τη καρδιά τραβώντας απ’ το κλάμα,
κι οι Φαίακες χαιρόντουσαν οι κοσμοξακουσμένοι.
 Προστάζει τότε ο Αλκίνοος Άλιο και Λαοδάμα

να πιάσουν μόνοι τον χορό που άλλος δεν τους φτάνει.
Κι αυτοί, με σφαίρα ,δείχνουνε την θαλερή ορμή τους
που ο Πόλυβος με μαστοριά ετούτη είχε κάνει
και έπαιζαν πετώντας την, λυγώντας το κορμί τους

ο ένας ψηλά στα σύννεφα κι ο άλλος ως το χώμα
προτού να σκάσει από ψηλά στην γη, θα την κρατήσει                    390
κι αφού την σφαίρα στα ψηλά κρατήσανε ακόμα
χορός όπως τον ξέρουνε εκείνοι, θ’ αρχινήσει

αλλάζοντας πολύ συχνά αυτοί τα βήματά τους,
πίσω τους νιοι χέρια χτυπούν, κρότος τους ξεκουφαίνει
από τους ήχους του χορού κι από τα ζάλατά τους
κι ο Οδυσσέας του Αλκίνοου γυρίζει και του κρένει:

«Αφέντη μου Αλκίνοε του κόσμου σου καμάρι
άξιους είπες χορευτές ετούτους τους λεβέντες
δεν τους χορταίνω να κοιτώ το νού μου έχουν πάρει»
κι ο Αλκίνοος τις χάρηκε ετούτες τις κουβέντες                           400

και στους θαλασσογέννητους τους Φαίακες γυρίζει:
«Φαίακες πρώτοι, αρχηγοί, ας βάλουμε έναν όρο
 ο ξένος φαίνεται σοφός η γνώση τον ορίζει,
κι απ’ όλους μας ας φιλευτεί, του πρέπει κάποιο δώρο

έτσι ταιριάζει φίλοι μου, δώδεκα βασιλιάδες
τη χώρα τούτη κυβερνούν κι εγώ δέκατος τρίτος
αντάμα τους κι αναμεσίς σε τόσους αρχοντάδες
ελάτε να ξετυλιχτεί των δώρων μας ο μίτος

όλοι να φέρουμε σ’ αυτόν χιτώνα και χλαμύδα
καλοπλυμένα όμορφα κι  από χρυσό κομμάτι,                               410
αντάμα όλοι, να φανεί περήφανη η πατρίδα,
κι ύστερα δείπνος, που γι αυτόν κι αυτά θα είναι κάτι

κι ας έρθει κι ο Ευρύαλος, που στην κακιά την δίνη
λόγια του είπε άπρεπα την κούφια κείνη ώρα»
Και όλοι συμφωνήσανε κατά πως λέει να γίνει
και δούλο στέλνει ο καθείς να φέρουνε τα δώρα

και στον Αλκίνοο απαντά ο Ευρύλαος με σκέψη:
«Αλκίνοέ μου λατρευτέ, στου λόγου μου τη ρύμη
τον θύμωσα τον ξένο μας, κι εγώ το ’χω πιστέψει
και θα του δώσω το σπαθί που ’χει λαβή απ’ ασήμι                   420

και είναι από φίλντισι τριγύρω το θηκάρι
πιστεύω πως θα το δεχτεί, γιατί αυτό το αξίζει»
είπε και το αργυρό σπαθί του πάει το παλικάρι
και με δυό λόγια συνετά, ότι είπε του θυμίζει:

«Γεια σου πατέρα! ο λόγος μου σε είχε πειράξει τόσο,
ας τονε πάρει ο άνεμος, κι ο Δίας ας σου δώσει
να φτάσεις στη γυναίκα σου, και στο νησί σου ωστόσο,
που σ’ έχει σπρώξει αλάργα τους και τόσα έχεις πληρώσει»

κι ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα του απαντήσει
«Γεια σου κι εσένα, κι οι θεοί σ’ εσέ να δίνουν λύσεις                 430 
και το αργυρόκαρφο σπαθί που εσύ μου ’χεις χαρίσει
είθε ποτέ γι’ ανάγκη σου, να μην το αναζητήσεις».      ...:............................Συνεχίζεται
   

 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 08/01/10, 00:21
                                             Θ

Στον ώμο το σπαθί κρεμά, όμως περνά η ώρα,
μέχρι να ’ρθουν οι δωρεές τα πάντα βασιλεύουν
κι οι δούλοι, μες στου παλατιού τα δώματα, τα δώρα
πάνε, κι οι γιοι του Αλκίνοου, ετούτα αφού μαζεύουν

κοντά στης μάνας μια γωνιά τα βάζουν δίχως άλλο
Στον δρόμο ο Αλκίνοος πρώτος θα ξεκινήσει
να τρέξει και να ανεβεί στον θρόνο τον μεγάλο
και της Αρήτης του, γλυκά έτσι θα της μιλήσει                             440

«Φέρε καρδούλα μου εδώ πανέρι με καλύπτρα
βάλε χλαμύδα όμορφη, και καθαρό χιτώνα
καυτό νερό να ζεσταθεί ,  στη χάλκινη τη χύτρα
κι αφού λουστεί κι αφού τα δει πανέμορφα και μόνα

όπως εμείς οι    Φαίακες του τα ’χουμε χαρίσει
αφού χαρεί το φαγητό, του τραγουδιού την μπάντα
κι η αφεντιά μου, το χρυσό ποτήρι θα του αφήσει
όλα τα χρόνια εν όσο ζει να με θυμάται πάντα

στο σπίτι του να φυλαχτεί και στους θεούς να στάζει».
Η Αρήτη τότε μονομιάς, διέταξε τις δούλες                                    450
καζάνι πάνω απ’ τη φωτιά να στήσουν και να βράζει.
Κι αυτές καζάνι στήσανε σε τρίποδες πεζούλες

βάζοντας μέσα του νερό, και ξύλα από κάτω,
οι φλόγες ζέσταιναν γλυκά του καζανιού τα πλάγια,
σεντούκι η Αρήτη έβγαλε με ωριόπλουμο τον πάτο
κι έβαλε μέσα με σειρά τα δώρα του τα άγια

ρούχα κι ασήμια οι Φαίακες που του ’χανε χαρίσει
κι αφού του χάρισε κι αυτή χλαμύδα και χιτώνα
με φτερωτές τις λέξεις της έτσι θα του μιλήσει:
«Δέσε τον κόμπο τώρα εσύ, δικό σου κάνε αγώνα                        460

μήπως στον δρόμο που θα πας, στο ανοίξει χέρι αλήτη
καθώς τα μέλη του κορμιού σε ύπνο έχουν πέσει».
Αφού ο Οδυσσέας άκουσε τα λόγια που είπε η Αρήτη
σφήνωσε το καπάκι ευθύς, με κόμπο να το δέσει

όπως η Κίρκη μες στο νου αυτό του είχε βάλει.
Σκλάβα τον πάει στα λουτρά ,λουσμένο να τον φέρει
κι όταν αντίκρυσε λουτρό, χαρά είχε μεγάλη
γιατί συχνά δεν εύρισκε τέτοιας φροντίδας χέρι

αφ’ ότου απ της Καλυψώς έφυγε την πατρίδα
που σαν αθάνατος θεός είχε το κάθε  χάδι.                                      470
Οι σκλάβες φέρανε σ’ αυτόν χιτώνα και χλαμύδα
αφού μετά το λούσιμο τον άλειψαν με λάδι

κι αυτός κινά απ’ το λουτρό, τους πότες ν’ ανταμώσει.
Η Ναυσικά που με ομορφιές έλαμπε στα παλάτια,
στην ομορφόχτιστη σκεπή τα πόδια είχε στυλώσει
τον Οδυσσέα θαύμαζε με τα γλυκά της μάτια

κι έτσι τον βρίσκουνε ευθύς των λόγων της οι κρότοι:
«Μαζί οι θεοί, το πόδι σου, αν σπίτι σου πατήσει
να θυμηθείς πως τη ζωή χρωστάς σε μένα πρώτη»
κι ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα της μιλήσει                                     480

«Ω Ναυσικά του σεβαστού Αλκίνοου θυγατέρα
είθε ο Δίας με καρδιά, του Κρόνου ο γιος να δώσει
να ξημερώσει η όμορφη του γυρισμού μου η μέρα
κι εσύ, λατρείας μου θεά,  αγάπη θα ’χεις τόση

αφού τη ζήση μου εσύ μου έσωσες παρθένα»
Είπε και δίπλα στο θρονί του Αλκίνοου θα καθίσει.
Άλλοι μοιράζανε κρασί με κρέατα ψημένα
κι ο κράχτης τον Δημόδοκο εκεί θα οδηγήσει

τον θεϊκό τραγουδιστή καθείς που ’χε τιμήσει,
το κάθισε ολομεσίς στην όμορφη την σάλα                                        490
κοντά στον στύλο τον ψηλό την πλάτη ν’ ακουμπήσει.
Λέει ο Οδυσσέας ο σοφός του κράχτη, απ’ την σπάλα

άγριου χοίρου ασπρόδοντου, να κόψει ένα κομμάτι
γιαλιστερό, και τρυφερό, υπήρχε όμως κι άλλο:
«Πάρε και του Δημόδοκου δωσ’ του κι εκείνου κάτι
να φάει, τον φιλεύω εγώ που έχω καημό μεγάλο

γιατί έχουν δόξα οι αοιδοί κι είναι αγαπημένοι
όσους η Μούσα χάρισε του τραγουδιού το αστέρι
γενιά καλή ξεχωριστή, απ’ όλους τιμημένη»
Είπε, και στου Δημόδοκου ακούμπησε το χέρι                                   500

κρέας ο κράχτης, κι η καρδιά εκείνου τόσο εχάρη.
Όλοι τα χέρια απλώνανε στα τόσα τα ελέη
κι αφού χορτάσαν κι είχανε τις λιχουδιές τους πάρει
ο Οδυσσέας γύρισε στον αοιδό και λέει:

«Τιμώ σε, απ’ όσους τραγουδούν, εσέ το παλικάρι
που η Μούσα, η κόρη του Διός κι ο Απόλλων σου έχουν μάθει
των Αχαιών τα βάσανα να τραγουδάς με χάρη
κι όσα στης Τροίας τ’ ανοιχτά αυτοί έχουνε πάθει

λες τα ’ζησες ή φώτισε ’σένα της γνώσης δάδα,
μα αν θες για ξύλινο άλογο να πεις, που μοιάζει με άστρο                          510
τραγούδα για το τέχνασμα που έκανε η Παλλάδα
κι ο Επειός τ’ οδήγησε στου Πρίαμου το κάστρο

παγίδα, του Λαέρτη ο γιος, με ήρωες γεμάτο,
που αυτοί στην Τροία πήρανε την νίκη τη μεγάλη.
Αν όλα τούτα μου τα πεις ,στον κόσμο το μαντάτο
θα πω , πως σαν κι εσέ αοιδοί,  δεν θα βρεθούνε άλλοι

της τέχνης τα χαρίσματα η Μούσα να ’χει δώσει».
Αυτά του είπε- και θεός λες τον βοηθούσε ήδη-
 να τραγουδά αρχίνησε πως είχαν αρματώσει
για της φυγής το ζηλευτό, και ποθητό ταξίδι :                      520...........Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 17/01/10, 19:08
                    Θ

Οι τόποι των αντίσκηνων λαμποκοπούν καμένοι
κι ο Αχαιοί στην αγορά της Τροίας, δίχως άστρο
στον Οδυσσέα κολλητά, στο άλογο κρυμμένοι,
που οι Τρώες μόνοι σύρανε στης πόλης τους το κάστρο.

Στεκόταν το άλογο ορθό στης αγοράς τη μέση
κι οι Τρώες άλλα σκέφτονταν κι αλλού κοιτούν τα μάτια
και για να βρούν την τύχη του, τρεις γνώμες είχαν πέσει:
η μιά, να γίνει με μπαλτά το άλογο κομμάτια

η άλλη αυτό να τσακιστεί απ’ τα ψηλά τα βράχια
η τρίτη, αυτό για των θεών, σαν τάμα να έχει θέση.                                    530
Κι αυτή προκρίθη ,να γευτεί η Τροία τη μονάχια,
μα το ’χε πει και ο χρησμός: «απ’ άλογο θα πέσει»

που στην κοιλιά του θα κρυφτούν των Αχαιών οι πρώτοι
στους Τρώες φέρνοντας σφαγές, πληγές, και άγρια πάθη.
Τραγουδιστά ακούγονται του θάνατου οι κρότοι
που στέλναν όσοι βγαίνανε απ’ του άλογου τα βάθη

και άλλοι που την χώρα αυτή καημός θα τυραννίσει.
Ως ο Μενέλαος μαζί, κι ο Οδυσσέας βράχοι
στου Διοκλή ορμήσανε το σπίτι με άγρια μίση.
Κι εκεί με θάρρος μπαίνοντας στη δυνατή τη μάχη                                     540


πως νίκησε βοηθώντας τον εκείνον η Παλλάδα.
Αυτά ο τρανός τραγουδιστής γλυκά θα τραγουδήσει.
Του Οδυσσέα, τα δάκρυα του φέρνανε θαμπάδα
 κι όπως γυναίκα οδύρεται που άντρας την έχει αφήσει

νεκρός μέσα στον πόλεμο, στα στήθια του πεσμένη,
να σώσει απ’ την πικρή σκλαβιά παιδιά μα και τη  χώρα
σαν βλέπει, την στερνή πνοή την ψυχοραγισμένη
να φεύγει, και να οδύρεται την κούφια τούτη ώρα,

και πίσω της να της χτυπούν κοντάρια κάποιοι άλλοι
προς την σκλαβιά να οδηγηθεί, στην ράχη και στους ώμους                 550
βάσανα να ’βρει, η πίκρα της στο πρόσωπο μεγάλη                                     
απ’ τον αβάσταχτο καημό για τους καινούργιους δρόμους

ίδια ο Οδυσσέας δάκρυα, στο πρόσωπό του ρίχνει
στους άλλους όμως άφαντοι φαίνονται οι λυγμοί του,
μονάχα ο Αλκίνοος του πόνου του τα ίχνη
τα βλέπει, του τα μαρτυρούν όλα οι στεναγμοί του

και γύρισε στους Φαίακες τους θαλασσοθρεμμένους:
«Ακούστε με όλοι αρχηγοί, και των Φαιάκων πρώτοι
ας πάψει ο τραγουδιστής, για νίκες και χαμένους
ίσως να μην αρέσει αυτό σε όλους μας, διότι                                           560

από τη ώρα που άρχισε ο υμνωδός να παίζει
ο ξένος δεν σταμάτησε το κλάμα και τον θρήνο
κάποιος καημός τον βάραινε μετά απ’ το τραπέζι,
ας πάψει το τραγούδι μας, εγώ αυτό προτείνω

κι εμείς, μα και ο ξένος μας καλύτερα να νοιώσει
γιατί σε αυτόν , με απέραντο, και με μεγάλο κέφι
ταξίδι , δώρα, με καρδιά έχει ο καθένας δώσει
κι ο ξένος που ζητά στοργή πάντοτε είναι αδέρφι

σε ανθρώπους που λιγάκι ο νους τους κόβει στο κεφάλι.
    Όμως σε σκέψεις πονηρές μη φεύγουν τα μυαλά σου                               570
και την αλήθεια ότι ρωτώ πες μου τη την μεγάλη
ποιοι οι γονείς σου ξένε μου, ποιο είναι τ’ όνομά σου

όπως με αυτό σε αποκαλούν οι γείτονες σου ετούτοι
γιατί στον κόσμο τούτονε κανένας δεν υπάρχει
που να μην έχει όνομα , φτωχός ή έχει πλούτη
που οι γονείς του το ’δωσαν και πάντα τούτο θα’χει

Πες μου για την πατρίδα σου  τη χώρα ή το σπίτι,
για να σε πάνε με τον νου , τα πλοία, να επιστρέψεις,
δεν έχουν τα καράβια μας τιμόνι ή κυβερνήτη
σαν τ’ άλλα, μα πηγαίνουνε με του άνθρωπου τις σκέψεις.                       580

Κάθε χωριό γνωρίζουνε, την γη τη καρποφόρα,
κάνουν ταξίδια γρήγορα στης θάλασσας τα πλάτη
κρύβονται  στην θολούρα της,  την σκοτεινή την ώρα
κι ούτε φοβούνται τον χαμό, κι ότι θα πάθουν κάτι.

Πολύ παλιά ο πατέρας μου, Ναυσίθοος μου είχε δώσει
μια έννοια, που στην μνήμη μου αυτή βαθειά μου μένει:
ο Τρανταχτής της θάλασσας πολύ είχε θυμώσει
που ήταν καλοδεχούμενοι για μας όλοι οι ξένοι.

Μου ’λεγε πως των Φαίακων καράβι σαν γυρίσει
από ταξίδι, άγρια θα σπάσει, και το μέρος                                                590
ολόγυρα απ’ το νησί θα περιτριγυρίσει
ψηλό βουνό θεόρατο. Αυτά μου είπε ο γέρος.

Κι αυτό θα γίνει είναι θεός, αν όχι, θα ’χει αιτίες.
Μα έλα πες μου αληθινά γι αυτούς τους ξένους τόπους
που πήγες; που ταξίδεψες; ποιες είδες πολιτείες;
Πες μου για ομορφόχτιστες χώρες, μα και γι’ ανθρώπους

όσοι είναι άγριοι και κακοί και δεν κατέχουν δίκιο,
ποιοι πράοι, δίπλα σε θεούς, να ζουν έχουνε μάθει.
Πες, γιατί βλέπω βούρκωμα στο βλέμμα σου το αντρίκιο
της Τροίας, και των Δαναών όταν ακούς τα πάθη;                                 600

Έτσι ορίσαν οι θεοί σ’ εκείνη την φατρία
τις συμφορές τους κάποιοι μας τραγούδι να τις έχουν.
Κάποιον καλό σου συγγενή μην έχασες στην Τροία;
γαμπρό σου ή και πεθερό; Αυτοί θέση κατέχουν

τρανή, μετά το αίμα μας, και το δικό μας γένος.
Φίλου μη σ’ επηρέασε πολύ ο θάνατος του;
Γιατί κι ο φίλος ο πιστός, ο πολυαγαπημένος
από αδερφό δεν φαίνεται να’ ναι κατώτερός του


               ΤΕΛΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Θ!



 





Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 16/02/10, 19:46
                         ΡΑΨΩΔΙΑ  Ι

Κι ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα του απαντήσει:
«Αφέντη μου Αλκίνοε, αυτό το χάρισμα του
είναι ότι καλύτερο, για να μας τραγουδήσει
με την γλυκιά του τη φωνή, που μοιάζει με αθανάτου

γιατί στον κόσμο τούτονε που να ’βρεις ομορφάδα
τρανότερη, και η καρδιά, όλο χαρά να παίζει,
σαν καλεσμένοι κάθονται μες στο παλάτι αράδα
ακούγοντας τον αοιδό, εμπρός σ’ ένα τραπέζι

ψητά γεμάτο και ψωμιά, να παίρνει απ’ το κροντήρι
ο κεραστής γλυκό κρασί, ποτήρια να γεμίζει                                   10
απ’ όλα τούτα τούτο εδώ μου κάνει το χατήρι.
Μα  η καρδιά σου, σου ζητά , τα πάθια μου ν’ αγγίζει

κι αυτά να στα διηγηθώ με κλάμα μες στα χείλη.
    Ποια πρώτα- πρώτα να σου πω, και ποια απ’ τα στερνά μου
που αμέτρητα οι ουράνιοι εμένα μου ’χουν στείλει.
Μα πρώτα απ’ όλα θα σου πω ποιο είναι τ’ όνομά μου

Κι αν με γλυτώσει τελικά της τύχης μου το ντέρτι
φίλος σας να ’μαι, μακριά κι αν μένω, δεν πειράζει.
  Ο Οδυσσέας είμαι εγώ, ο γόνος του Λαέρτη,
που για την τέχνη, η δόξα μου, στα ουράνια πλησιάζει                    20

η Ιθάκη η πατρίδα μου, τα γαλανά νερά της,
που ’χει βουνό το Νήριτο ψηλό , αετονύχη,
πλεγμένα κοντινά νησιά πολλά ολόγυρά της,
την πράσινη την Ζάκυνθο, την Σάμη, το Δουλίχι.

Απ’ όλα αυτά πιο χαμηλά η Ιθάκη μου φαντάζει
στα δυτικά της θάλασσας την βλέπουν όλοι οι άλλοι,
πετρότοπος, μα μάνα γη  που παλικάρια βγάζει,
τέτοια πατρίδα όμορφη δεν ξαναείδα άλλη

έτσι με κράταγε σφιχτά η Καλυψώ η φταίχτρα
μες στη βαθουλωτή σπηλιά, για ταίρι με ποθούσε                                30
το ίδιο, δεν με άφηνε η Κίρκη η δολοπλέχτρα
για ταίρι της παντοτινό κι αυτή με λαχταρούσε

μα την καρδιά καμία τους δεν μπόρεσε να πείσει,
απ’ την πατρίδα πιο γλυκό στον κόσμο δεν υπάρχει
κι απ’ τους γονείς. Σ’ αρχοντικά παλάτια αν σ’ έχουν στήσει
η ξενιτιά δίχως γονείς, πες μου τι γλύκα να ’χει               ...........Συνεχίζεται



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 22/02/10, 23:33
                                             Ι

Μα ελάτε για του γυρισμου ν’ακούσετε το τέρας
όπως ο Δίας μου όρισε του μισεμού μου το άστρο.
Μετά την Τροία μ’ έσπρωξε στους Κίκονες ο αγέρας
στην Ίσμαρο, και κούρσεψα, και κάτοικους και κάστρο                          40

κι όσες γυναίκες πήραμε και πλούτη απ’ τη χώρα
τα μοιραστήκαμε, κανείς παράπονο μην έχει
κι ενώ τους λέω να φύγουμε να μη χαθεί ούτ’ ώρα
η τρέλα τους, τους έκανε κανείς να μην προσέχει

πίναν ανόθευτο κρασί κάτω στο περιγιάλι
σφάζοντας βόδια και αρνιά όλοι τους μεθυσμένοι.
Μα οι Κίκονες φωνάξανε, Κίκονες να ’ρθουν άλλοι
γείτονες ,περισσότεροι, και πιο αντρειωμένοι

τεχνίτες και πολεμιστές καλόβολοι γειτόνοι,
στ’ άρματα πάνω ή πεζοί, θυμίζανε πλημμύρα,                                          50
σαν άνοιξη που ανθόφυλλο,  ολόγυρα την ζώνει
Κακή σταλμένη απ’ το θεό μαύρη μας βρήκε μοίρα

το χάραμα, και πάθαμε μέγα κακό μονάχοι.
  Σαν των Κικόνων φτάσανε τ’ άγρια παλικάρια
κοντά στα πλοία τα γοργά, αρχίσανε την μάχη,
χτυπούσαν κι απ’ τις δυό μεριές τα χάλκινα κοντάρια

κι όσο βαστούσε η αυγή κι οι ώρες αλαργεύαν
κρατούσαμε, αν και  οι εχθροί τον τόπο πλημυρίζαν
μα όταν ο ήλιος έγερνε, την ώρα που ξεζεύαν
τα βόδια, άγρια οι Κίκονες τους Αχαιούς τσακίζαν.                                 60

Έξη συντρόφους μας καλούς κάθε καράβι χάνει
κι οι υπόλοιποι γλυτώσαμε του χάρου το λεπίδι,
πανιά αφού σηκώσαμε, της θλιψης το λιμάνι
αφήσαμε, θρηνώντας τους όσους χαθήκαν ήδη.

Τ’ ανάφρυδα  καράβια μας όμως δεν ξεκινήσαν
πριν τρεις φορές φωνάξουμε εκείνους που χαθήκαν,
μα των Κικόνων τα σπαθιά για πάντα αφανίσαν.
 Του Δία νέφη  άγρια αργότερα  σταλθήκαν,

ανταριασμένα, τον βοριά, τα ουράνια να σκεπάσουν.
Τα πλοία μες στα κύματα κατάματα θα δούμε                                      70
και τα πανιά στην δύναμη του άνεμου θα σπάσουν
σε τρεις ή τέσσερις μεριές, μα για να μη πνιγούμε

τα κατεβάσαμε όλα τους να μπούνε στις γαλέρες.
Λαμνοκοπώντας φτάσαμε ξανά στο ακρογιάλι
κι αθόρυβα περάσαμε δυό νύχτες και δυό μέρες
κούραση έχοντας πολύ και έννοιες στο κεφάλι............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 27/02/10, 09:04
                     Ι

Σαν η χρυσάχτινη αυγή φέγγει την τρίτη μέρα
τ’ άσπρα πανιά σηκώσαμε στο κάθε μας καράβι,
οι καπετάνιοι κι ο καιρός πρίμα τα βγάζαν πέρα
και θα ’φτανα στην ποθητή πατρίδα δίχως βλάβη                             80

μα σαν περνούσα απ’ τον Μαλιά, το ρέμα και το κύμα
με τον βοριά, απ’ τα Κύθηρα με στείλανε πιο πέρα.
Εννιά μέρες παράδερνα με τους αγέρες χύμα
στο ψαροτρόφο πέλαγος. Την δέκατη τη μέρα

στους Λωτοφάγους φτάσαμε που λούλουδα τους τρέφουν
στην βρύση για να πάρουμε λίγο νερό  ακόμα
κι οι ναύτες στα καράβια μας για φαγητό μας γνέφουν.
Αφού τα χείλη βρέξαμε, με μια μπουκιά στο στόμα

στέλνω συντρόφους στο νησί βαθιά να περπατήσουν
να μάθουν ποιοι είναι οι κάτοικοι εκεί οι σιτοφάγοι,                           90
κράχτης ο ένας ,κι άλλοι δυό αυτόνε να βοηθήσουν.
Τους βρήκανε οι σύντροφοι, που ζουν οι Λωτοφάγοι.

Αυτοί δεν σκέφτηκαν κακό, μα ούτε τους πειράζουν
μόνο τους έδωσαν λωτό να φάνε. Και χαμπέρι
 ετούτοι δεν αναζητούν στο στόμα σαν τον βάζουν,
για επιστροφή,  ή είδηση, που πίσω θα τους φέρει

στους Λωτοφάγους θέλοντας να μείνουν με την βία
κι η όμορφη πατρίδα τους πάντα λησμονημένη
Μα εγώ τους έφερα άγρια τραβώντας τους στα πλοία
πισθάγκωνα πολύ σκληρά στους πάγκους τους δεμένοι                   100

Και στους αγαπητούς ξανά συντρόφους, σαν αγρίμι
κράζω, στα πλοία ν’ ανεβούν και τα κουπιά τραβώντας,
λωτό μη φάνε και σβηστεί η πατρίδα απ’ την μνήμη.
Και μπήκαν στα καράβια μας στους πάγκους ακουμπώντας

κι αλύπητα τη θάλασσα με τα κουπιά χτυπούσαν.
Με σπλάγχνα μαύρα από εκεί τραβήξαμε στα ίσια
φτάνοντας κει που οι άνομοι Κύκλωπες κατοικούσαν
και λόγω εύνοιας θεών με δύναμη περίσσια

Φυτό ποτέ δεν φύτεψαν,  ούτε όργωσαν χωράφι
μα η φύση αν και άσπαρτα, πλούσια τους αφήνει                           110
κριθάρια, στάρια, κλήματα, στα πλούσια εδάφη
σταφύλια ο Δίας ευλογεί, και το κρασί τους δίνει

δεν διαφεντεύουν άρχοντες, ετούτους ούτε νόμοι
και στων βουνών, στα χαμηλά μένουν το μετερίζι,
στ’ άγρια βάθη των σπηλιών, με τα παιδιά, κι ακόμη
καθείς με τη γυναίκα του, κι άλλος δεν τους ορίζει

κι ένα νησί απλώνεται αντίκρυ στο λιμάνι
ούτε μακριά ούτε κοντά στων Κύκλωπων τη χώρα
δέντρα γεμάτο με πολύ κι άγριο γιδομάνι
γιατί ανθρώπων πατησιά δεν τα ’σκιασε ως τώρα                              120

ούτε συχνάζουν κυνηγοί στα δάση του για ελάφια
που στις ψηλές βουνοκορφές κάποτε πόδια σπάζουν
κοπάδια πάνω στο νησί δεν έχει ούτε χωράφια
ανόργωτο χωρίς σπορά που στις χρονιές ρημάζουν

γίδες βελασματόλαλες μόνο στα όρη τρέφει.
Κύκλωπες, κοκινόπλωρα, δεν φιάξανε με κόπους
ούτε τεχνίτες καραβιών πήρανε, σαν τους γνέφει
η ανάγκη, πλοία να φτιαχτούν, να πάνε σ’ άλλους τόπους

για κάποια χρήσιμη δουλειά, από μια ξένη χώρα
να φέρουνε για δούλεψη, που κι άλλοι συνηθίζουν                              130
Ξερό δεν είναι. Θα ’στελνε καρπό την κάθε ώρα.
Γιατί λιβάδια απ’ του γιαλού την άκρια αρχίζουν

με αφράτο χώμα, δροσερά. Θα ’ταν τ’ αμπέλια αιώνια
Για όργωμα στρωμένη γη.βαθιά χωράφια ανάρια
αφρατοχώματα καλά που θα θερίζεις χρόνια.
Κι έχει λιμάνι απάνεμο, που ούτε παλαμάρια

ούτε άγκυρες για φύλαξη ούτε σκοινιά απ’ το κύμα
θέλεις , μα μένεις αραχτός, όσο ο καιρός σε πάει
μέχρι οι ναύτες σηκωθούν και πάρει αγέρι πρίμα
Και μια πηγή στου λιμανιού το βάθεμα κυλάει                                   140

νεράκι κάτω απ’ τη σπηλιά και λεύκες γύρω ανθίζουν.
Φτάσαμε εκεί. Κι ένας θεός στης νύχτας το σκοτάδι
μας οδηγούσε, ούτε έφεγγε, τα σκότη μας αγγίζουν
γιατί ήταν γύρω καταχνιά, πηχτή σαν νύχτα του Άδη

με το φεγγάρι να ’τανε κρυμμένο βήμα-βήμα.
Κανείς νησί δεν ξάνοιξε, ούτε την παραλία
κι ούτε ακούστη ως τη γη που κύλαγε το κύμα,
δεν το ’δαμε ώσπου στη στεριά τραβήξαμε τα πλοία............Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 03/03/10, 22:53

                          Ι

μαζέψαμε όλα τα πανιά , που ’χαν τα πλοία αράξει
και στο γιαλό, στα μάτια μας, ο ύπνος επροχώρει                      150
προσμένοντας να ’ρθεί η αυγή, όλοι μας να χαράξει.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή της νύχτας κόρη

και του νησιού γυρίζουμε να δούμε τα στολίδια
του Δία οι κόρες, στου βουνού τα όμορφα πατάρια
να βρουν οι σύντροφοι φαϊ, ξεσήκωσαν τα γίδια.
Κι έτσι  κοντάρια γυριστά και μακριά δοξάρια

απ’ το καράβι φέραμε, και τρεις είχαμε γίνει
ζυγιές, που θήραμα άφθονο χτυπούσαμε ένα-ένα.
Είχα καράβια δώδεκα, και σ’ όλους έχουν μείνει
γίδες εννιά, μου χάρισαν, δέκα μόνο σε μένα.                               160

Όλη τη μέρα τρώγαμε ο ήλιος όσο ανάβει
άφθονο κρέας, και κρασί μοσχάτο στα ποτήρια
γιατί είχε ακόμα κόκκινο καθένας στο καράβι
άσωτο , και περίσσευε πολύ μες στα κροντήρια

σαν των Κικόνων πήραμε την ιερή την πόλη.
Και βλέπαμε αντικρυστά στων Κύκλωπων τη χώρα
καπνούς, κι ακούγαμε φωνές γιδοπροβάτων όλοι.
Σαν ’χάθη ο ήλιος κι έφτασε του σκοταδιού η ώρα,

στου ύπνου, δίπλα στο γιαλό, χαθήκαμε τους κόρφους.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή της νύχτας κόρη                        170
τότε συγκάλεσα βουλή, και είπα στους συντρόφους:
«Να ’χετε ομόνοια σύντροφοι, είναι οι δικοί μου όροι

Εγώ με το καράβι μου και τους δικούς μου ανθρώπους
θα δω σε αυτού ποιοι μένουνε του τόπου τη γωνία
άγριοι νάν’ κι ασέβαστοι για αλλωνών τους κόπους
ή αγαπάνε τους θεούς και τη φιλοξενία.

Στο πλοίο πάνω ανέβηκα και είπα να κινούσαν
στο πλοίο  να ’μπουν, τα σκοινιά να λύσουν με τα χέρια
κι αυτοί στους πάγκους κάθισαν αράδα και χτυπούσαν
με τα κουπιά, της θάλασσας τ’ αφράτα τ’ απονέρια.                         180

Γοργά στον τόπο φτάσαμε με σύντομο ταξίδι
κι είδαμε απόμακρη σπηλιά, όχι απ’ το κύμα αλάργα
ψηλή και δαφνοσκέπαστη με άπειρο αρνί και γίδι
να ξενυχτάνε σε αυλή, ζωσμένη με λιθάρια.

Βαθιά χωμένος μες στη γη, να είναι ο κάθε βράχος
πεύκα παντού, βελανιδιές, να ’χουν κορμούς μεγάλους.
Άντρας θεόρατος εκεί καθότανε μονάχος
κι έβοσκε τα κοπάδια του απόμακρος από άλλους,

το μίσος μα και το κακό άλλων να λογαριάζει,
άντρα δεν έμοιαζε αλλουνού μα τέρας σου θυμίζει                                  190
σαν δεντροσκέπαστου βουνού μεγάλος λόφος μοιάζει
που σ’ άλλους λόφους γύρω του μονάχος ξεχωρίζει.............Συνεχίζεται


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 08/03/10, 22:34
                         Ι
Στους άλλους τότε σύντροφους αγαπητούς μου λέγω,
πιστοί στο πλοίο φύλακες να μείνουν εκεί κάτω
και δώδεκα τους πιο καλούς απ’ όλους τους, διαλέγω,
κι έφυγα. Πήραμε κι ασκί τραγιού, κρασί γεμάτο

γλυκόπιοτο που μου ’δωσε ο Μύρωνας ,του Ευάνθη
ο γόνος, που ήταν ιερεύς προστάτης της Ισμάρου
και από σέβας μου έδωσε, που εσώθη, και το αισθάνθη,
αυτός, ο γιος του, κι η κυρά απ’ η λαβή του χάρου.                                 200

Στου Φοίβου τα άλση έστησε το σπιτικό τσαντήρι,
κι εφτά κομμάτια τάλαντα, με ασήμι μου χαρίζει,
μαλαματένιο μου ’δωσε, για χάρη μου κροντήρι
και στάμνες δώδεκα κρασί γλυκό, μου τις γεμίζει

τόσο γλυκόπιοτο ήτανε με θεϊκή τη χάρη
για όλους τους δούλους μυστικό, και άγνωστο μαντάτο
το ’ξερε αυτός, το ταίρι του, και κόρη απ’ το κελάρι.
Κι όταν να πιούνε θέλανε το μοσχομυρωδάτο

νερού ποτήρι σε είκοσι μέτρα αν είχες ρίξει,
θεία ευωδιά ανέβαινε από άφθαστο μοσχάτο                                           210
ποιος να μη πιει, κρατιότανε, ποιος πεθυμιά να πνίξει.
Μεγάλο ασκί απ’ το κρασί αυτό πήρα, γεμάτο

Κι ένα ταγάρι με τροφές, που μες στο νου μου απλώθει
πως θα ’βρω άντρα δυνατό, άγριο δίχως μπέσα,
που ούτε ποιο είναι το σωστό, ούτε το νόμο νοιώθει.
Γρήγορα πάμε στη σπηλιά, μα αυτός δεν ήταν μέσα

μα τα κοπάδια τα παχιά βοσκούσε στο λιβάδι
Μπαίνοντας είδαμε σπηλιά γεμάτη και πανώρια.
Οι μάντρες να στοιβάζονται, γεμάτοι οι τυροκάδοι,
δω τα κατσίκια , κει τ’ αρνιά, και μαντρισμένα χώρια                       220


αλλού μεσαία ή όψιμα, αλλού και τα μεγάλα
κι από τυρόγαλο ήτανε όλα τ’ αγγειά γεμάτα
σκάφες γεμάτες, που άρμεγε μέσα σ’ αυτές το γάλα.
Με παρακάλι οι σύντροφοι, μου λέγανε σταράτα:

Λίγο τυρί να πάρουμε απ’ τις μεγάλες μάντρες
κι όσα μικρά ξεκόβαμε κατσίκια και μανάρια
στο γρήγορο καράβι μας, γοργά να πάμε οι άντρες
σε πέλαγα να βγαίναμε με κύματα ανάρια

Μα δυστυχώς δεν άκουσα εγώ αυτή τη γνώμη
Θέλοντας δώρα αφού τον δω με μια μου ικεσία                               230
όμως κακά μας φέρθηκε και άγρια ακόμη.
Και σαν ανάψαμε φωτιά και κάναμε θυσία

τυριά μεγάλα κόψαμε και φάγαμε νογώντας
το γυρισμό του στη σπηλιά, τι άραγε θα πράξει,
 κι ήρθε αυτός απ’ τη βοσκή, φόρτωμα κουβαλώντας
τρομαχτικό, ξύλα φωτιάς, το φαγητό να φτιάξει

Τα ’ριξε, κι ένα βουητό το σπήλαιο ταράζει
κι εμείς στο βάθος πήγαμε στων φόβων μας τη δίνη.
Τότε μες στη βαθιά σπηλιά τις προβατίνες βάζει
όσες αρμέγει στη σειρά, και μπρος στη πόρτα αφήνει                  240

τ’ ανήμπορα τ’ αρσενικά, από τη φύση ανάξια
να αρμεχτούν, και σήκωσε θυρόπετρα μεγάλη
τόσο βαριά που εικοσιδυό δεν θα ’φταναν αμάξια
τεράκυκλα και δυνατά να την κινήσουν πάλι

τέτοιο λιθάρι ασήκωτο μπροστά στη πόρτα βάζει.
Κάθισε εκεί , τα πρόβατα, τις γίδες του αρμέγει
και το αρνί της κάθε μιας το ’βαλε να θηλάζει.
Το άσπρο γάλα το μισό, σαν έπηξε διαλέγει

και στα καλάθια τα πλεχτά, πηγμένο το αφήνει,
το άλλο μισό μέσα στ’ αγγειά, να πίνει το φυλάει.                       250
Κι αφού τελειώνει τις δουλειές που κάνει με βιασύνη,
φωτιά στο τζάκι ανάβοντας θωρώντας μας, μιλάει:.............Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 14/03/10, 08:16
                                      Ι

«Ξένοι ποιοι είστε, και γιατί στους πελαγίσιους δρόμους
γυρνάτε. Τάχα οι   δουλειές σας φέρανε μαζί τους
ή κλέφτες  μες στα πέλαγα που σπέρνετε τους τρόμους
και σ’ άλλους τόπους συμφορές παίζοντας τη ζωή τους»

Είπε και κόπηκε η καρδιά όλων μας μες στα στήθια
απ’ το βαρύ του μουγκρητό την όψη την χαμένη.
Και με δυό λόγια μου ευθύς του απάντησα στ’ αλήθεια:
«Από την Τροία, Αχαιοί, ερχόμαστε πνιγμένοι                                     260

του αγέρα έτσι θέλοντας, της θάλασσας οι νόμοι,
πατρίδα ψάχνοντας, μα αλλού δρόμοι μας έχουν φέρει.
Τέτοια του Δία ήτανε η θέληση κι η γνώμη.
Στου Αγαμέμνονα εμείς ανήκουμε το ασκέρι

που ’χει στις άκριες της γης η δόξα ανηφορίσει
παίρνοντας κάστρο άπαρτο, μα και μεγάλη χώρα.
Κι εμείς που βγήκαμε εδώ, η γνώμη σου αν θελήσει,
φιλόξενα θα μας δεχτείς με τ’ άξιά σου δώρα

όπως για ξένους  πάντοτε ο κόσμος το παλεύει.
Δείξε με τις θεότητες του σεβασμού τα βάρη.                                      270
Ο Δίας, πάντοτε όπου πάν’ τους ξένους προστατεύει,
κι είναι σιμά και πλάϊ τους πάντα η δική του χάρη»

Είπα κι εκείνος με άσπλαχνη κακιά φωνή με κόβει:
«Τρελός θα είσαι σύντροφε αφού ήρθες και δεν είδες,
πως λέγοντας για ουράνιους, δεν μου ’ρχονται οι φόβοι.
Δεν τον ’ψηφούν οι Κύκλωπες, τον Δία που ’χει ασπίδες,

κι ούτε θεούς, ανώτερους μας έπλασε η φύση,
μήτε του Δία το φόβητρο ’σένα και τους συντρόφους
θα σώσει, αν η γνώμη μου, δεν πει να σας αφήσει
μα πες μου σε ποιας θάλασσας το άραξες τους κόρφους                       280

το πλοίο, τάχα εδώ κοντά ή το ’χεις αλαργέψει;»
Να με γελάσει πήγαινε, μα απάντηση θα λάβει
με δυό μου λόγια πονηρά, διαβάζοντας τη σκέψη:
«Του πάνω κόσμου ο Σαλευτής, το μαύρο μου καράβι

σε μια γωνιά, στης χώρας σου το χτύπησε τα βράχια,
αφού το ξεμονάχιασε, πως κύματα ν’ αντέξει,
κι εγώ , με αυτούς, ξεφύγαμε του χάρου τη μονάχια »
Του τα ’πα μα ο λιοντόκαρδος δεν έβγαλε ούτε λέξη

μα δυό συντρόφους άρπαξε με χέρια που απλωθήκαν,
σαν τα σκυλιά τους τίναξε κάτω να τους τσακίσει,                           290
κι αφού μουσκέψαν   τα μυαλά  το χώμα, σαν χυθήκαν,
τους πήρε, τους κομμάτιασε, κι έκατσε να δειπνήσει,

σαν το λιοντάρι τ’  ορεινό, μηριά που δεν αφήνει,
σάρκες και σπλάχνα αχόρταγα, κόκαλο μεδουλάτο.
Στον Δία χέρια απλώναμε στου φόβου μας τη δίνη
νοιώθωντας να ’φερναν αυτά, τον κόσμο άνω-κάτω.

Αφού η τεράστια κοιλιά, του Κύκλωπα γεμίζει
κρέας ανθρώπου τρώγοντας, πίνοντας άσπρο γάλα,
καταμεσίς στα πρόβατα να κοιμηθεί γυρίζει.
Τότε να πάω δίπλα του, σκέφτηκα μέσα στ’ άλλα                        300

απ’ το μηρό να τράβαγα το τρομερό μαχαίρι
να το ’μπηγα στα στήθια του, εκεί που το συκώτι
τα σπλάχνα το τυλίγανε, ψάχνοντας με το χέρι.
Μα άλλη σκέψη έκανα, κι ήταν καλή διότι

μαζί του θα χανόμασταν. Που να βρισκόταν τόση
ορμή να πάει η θυρόπορτα, στην άκρη με το ζόρι
και βαριαναστενάζαμε, μεχρι να ξημερώσει.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή, της νύχτας κόρη

ανάβει πάλι τη φωτιά, τις μάνες τις θηλάζει
και το αρνί της κάθε μιάς της βάζει αγάλι-αγάλι.                        310
Καθώς τελειώνει τις δουλειές, που βιαστικά τις βγάζει
άρπαξε δύο σύντροφους για πρωϊνό του πάλι.    .............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 20/03/10, 08:53
                           Ι

Σαν το κοπάδι απ’ τη σπηλιά παίρνει, που του ανήκει,
τον βράχο τον ασήκωτο από την πόρτα βγάζει
τον ξαναβάζει αργότερα, σαν βούλωμα σε θήκη
και στο βουνό σφυρίζοντας τ’ αρνιά του ανεβάζει.

Μέσα στο νου μου γύριζε κι ο θάνατος του ακόμη,
να εκδικηθώ, αν μου ’δινε η Αθηνά τη χάρη.
Μα φάνηκε πιο συνετή, στο νου πως είχα γνώμη.
Μες στη σπηλιά, ελίτικο, χοντρό είχε κοντάρι                              320

χλωρό, να το ’χει για ραβδί, σαν γίνει ξεραμένο
όμως εμάς τα μάτια μας κι η γνώμη ,το ορίζουν,
πλεούμενου επτάκουπου, κατάρτι στιλβωμένο
από μεγάλα  φορτηγά, που τα πελάγη σκίζουν.

Τόσο μεγάλο φαίνονταν, στα πάχη και στα μάκρη
κι αφού τους κόβω μια οργιά ,σιμά τους θα τ’ αφήσω.
Το πήραν για πελέκημα οι σύντροφοι στην άκρη
και το ’ξυσαν με προσοχή αφού το ’κάναν ίσο.

Για να πυρώσει το ’βαλα σε θράκα αναμμένη
κι είπα βαθιά σε κοπριά, το ξύλο να το ρίξουν                              330
που ήταν σωροί μες στη σπηλιά, ολόγυρα χυμένη.
Τότε λαχνό, τους σύντροφους πρόσταξα να τραβήξουν

να δούμε ποιοι θα τύχαιναν στου παλουκιού να ’ρθούνε
το μπήξιμο, στον ύπνο του, το μάτι να του βγάλει.
Τύχανε αυτοί που ήθελα κι εγώ να κληρωθούνε,
πέμπτος ήμουνα εγώ, και τέσσερις οι άλλοι.

Κατσίκια, αρνιά, ομορφόμαλα σαν έφτασε το βράδυ
φτάσανε, και μες στη σπηλιά καθ’ ένα εσταυλίστη
κι ούτ’ ένα στην μεγάλη αυλή, έμεινε απ’ το κοπάδι,
λες και του τα ’πε ο θεός ή κάτι αυτός μυρίστη .                           340

Στην πόρτα τότε έβαλε την πέτρα τη μεγάλη
κι από τα γιδοπρόβατα, γάλα σαν κατεβάσει
της κάθε μάνας στη σειρά το αρνί της θα της βάλει.
Και στην σπηλιά του τις δουλειές σαν τέλειωσε με βιάση,

για δείπνο δύο σύντροφους αρπάζει από κάτω.
Τότε κοντά στον Κύκλωπα ο λόγος μου κυλάει
μ’ ένα κροντήρι να κρατώ , μαύρο κρασί γεμάτο
«Κύκλωπα, μαύρο πιες κρασί, που ανθρώπους έχεις φάει.

και το ’χα μες στο πλοίο μου για σένα φυλαγμένο
αν η καρδιά συμπόναε και μένα σπλαχνιζόταν                            350
για κατευώδιο, μα εγώ σε βλέπω θεριεμένο.
Άσπλαχνε ποιος άλλος θνητός, εδώ θα ξαναρχόταν

που άνομα κάνεις; Δίπλα σου ποιος να ζητήσει θέση;
 Είπα, κι εκείνος με όρεξη το άδειασε μες στο στόμα,
το ’πιε, και άλλο ζήτησε  δείχνοντας να τ’ αρέσει
«Τ’ όνομα πες μου πρόθυμα, και δος μου  λίγο ακόμα,

δώρο να πάρεις, η καρδιά εσένανε θα στέρξει,
δίνει κι η γη των Κύκλωπων των σταφυλιών τον πλούτο,
κρασί γεμάτα κι άφθαστα, ο Δίας αν τα βρέξει.
Μα από αμβροσία φαίνεται, και νέκταρ να ’ναι ετούτο »           360

Αυτά είπε, κι απ’ το φλογερό κρασί του δίνω πάλι.
Τρεις τον εκέρασα φορές , και τρεις φορές το πίνει.
Κι όταν η ζάλη έπεσε βαριά μες στο κεφάλι
του μίλησα απαλά πολύ, στου μεθυσιού τη δίνη:

«Κύκλωπα, τ’ όνομά μου θες; στο λέω πως λεν εμένα
μα δωσ’ το δώρο που ’ταξες, χαρά να ’χω μεγάλη
Κανένας ονομάζομαι, με ξέρουνε Κανένα
κι η μάνα μου κι ο κύρης μου, κι οι σύντροφοι μου οι άλλοι..............Συνεχίζεται


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 25/03/10, 22:23
                        Ι

Έτσι είπα και μου απάντησε με ύφος αιμοβόρο:
«Θα ’σαι Κανένα μου στερνός, να φάω πεινασμένος,                          370
όμως αυτούς πρωτύτερα . Να τι σου κάνω δώρο.»
Αυτά είπε και ξαπλώθηκε ανάσκελα πεσμένος,

στο πλάϊ ο σβέρκος, στον βαθύ τον ύπνο του δοσμένος
τον δαμαστή, κι απ’ το λαιμό απλώνανε χυμένα
κομμάτια ανθρώπου, και κρασί , που ξέρναε μεθυσμένος.
Έχωσα τότε το ραβδί, σε κάρβουνα αναμμένα

να πυρωθεί, και γκάρδιωνα με λόγια που ’χαν λάμψη
 τους σύντροφους, μη φοβηθεί κανένας και λακίσει
Κι όταν το λιόραβδο έπιανε σιγά σιγά ν’ ανάψει
πανέτοιμο μες στη φωτιά, ν’ αναψοκοκκινήσει                                  380

το πήρα, και οι σύντροφοι στα στήθια είχαν πλέρια
ψυχή, σαν να δινε ο θεός μιά δύναμη υπεράνω.
Πήραν λοιπόν το σουβλερό το λιόραβδο στα χέρια
και το ’μπηξαν στο μάτι του. Κι εγώ τότε από πάνω

το στριφογύριζα, καθώς τεχνίτης με τρυπάνι
τρυπάει δοκάρι καραβιού, και από κάτω οι άλλοι
στις δύο άκρες το λουρί, τραβάνε μάνι-μάνι,
κι αυτό γυρίζει αέναα, με δύναμη μεγάλη,

το πυρωμένο λιόραβδο, κι εμείς γυρνούσαμε ίδια
στο μάτι, κι εμπηγότανε στο βάθος κι επροχώρει ,                             390
και γύρω-γύρω του ματιού ματόκλαδα και φρύδια,
του τα καψάλιζε η φωτιά, και του ’καψε την κόρη

κι έτσι τις ρίζες του ματιού κάνει η φωτιά να τρίζουν.
  Πως το σκεπάρνι, ή τον μπαλτά, ο σιδεράς θα βάλει
στο κρύο νερό για να βαφτούν, και άγρια τσιρίζουν,
γιατί έτσι γίνεται σκληρό και δυνατό το ατσάλι,

έτσι έτριζε το μάτι του τριγύρω από τον πείρο.
Ούρλιαζε κι αντιλάλησαν οι βράχοι και το ρέμα,
κι απ’ την τρομάρα όλοι μας σκορπίσαμε τριγύρω.
Τότε το λιόραβδο έβγαλε βαμμένο μες στο αίμα                           400

πετώντας το απ’ το μάτι του , και σαν τρελός φωνάζει
από τον πόνο, οι Κύκλωπες να ’ρθούνε αγάλι – αγάλι
απ’ τα βουνά και τις σπηλιές καθένας που φωλιάζει,
και τρέχουν κάποιοι από αλλού, κι από αλλού οι άλλοι,

και στην σπηλιά στεκόντουσαν καθένας να ρωτήσει:
«Πολύφημε, τι έπαθες στα ξαφνικά το βράδυ
και έχεις βάλει τις φωνές, ύπνος να μας αφήσει;
κανένας με ξετσιπωσιά σου κλέβει το κοπάδι;

ή σε σκοτώνει, παίζοντας της πονηριάς το ρόλο;».
Κι εκείνος μέσ’ απ’ τη σπηλιά φωνάζει πονεμένα:                      410
«Είναι ο Κανένας σύντροφοι, που μ’ έφαγε με δόλο».
Κι αυτοί του απολογήθηκαν με λόγια φτερωμένα:

«Κανένας αν δεν σ’ άγγιξε, και μόνος στον αγώνα
αν είσαι, ποιος απ’ το κακό του Δία να σε σώσει;
Κάνε στον κύρη σου ευχή, στον μέγα Ποσειδώνα».
Του είπανε και φύγανε, κι η περισσή μου γνώση

μ’ έκανε και χαιρόμουνα, που τ’ όνομα είχε χάρη
να γελαστούν. Κι ο Κύκλωπας με στεναγμό απ’ τον πόνο
στην πόρτα πήγε ψάχνοντας, βγάζοντας το λιθάρι
και καθισμένος άπλωνε τα δυό του χέρια μόνο                           420

καταμεσίς του κοπαδιού, συντρόφους μου ν’ αρπάξει.
Τόσο πολύ αστόχαστο με είχαν τα μυαλά του.
Όμως εγώ το πάλευα μες στο μυαλό με τάξη
τον γλυτωμό ψαχούλευα  όλων,  κακού θανάτου...............Συνεχίζεται



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 02/04/10, 10:44


                       Ι
Δολοπλοκίες έφιαχνα μες στο μυαλό μου ακόμη
γιατί ήταν δίπλα συμφορές, πυκνές και όχι ανάρια
κι αυτή μου η σκέψη φάνηκε καλύτερη σαν γνώμη.
Είχε στην στάνη παχουλά πυκνόμαλλα κριάρια,

που ’χανε όμορφες προβιές με μελανό το χρώμα
και με στριμμένες λυγαριές- τριάδες τα ’χα δέσει-                     430
από αυτές που ο Κύκλωπας χρησίμευε για στρώμα
ο δυνατός, και το αρνί που ήτανε στη μέση

σήκωνε κι ένα σύντροφο, στην άκρη τα δυό άλλα
πηγαίνανε τους άντρες μου στου γλυτωμού τη χάρη.
Έναν πηγαίναν σύντροφο, και τρία αυτά μεγάλα.
Κι απ’ τη σπηλιά  το πιο λαμπρό αρπάζω εγώ  κριάρι

στην μαλλιαρή του την κοιλιά, πιο κάτω απ’ το λαιμό του
με τα δυό χέρια μαζευτός θα ρίξω όλο το βάρος,
στα φουντωμένα του μαλλιά, κοντά στο πρόσωπό του
σφιχτοκρατιόμουνα γερά με υπομονή και θάρρος.                              440

Έτσι προσμέναμε βαριά να λήξει το σκοτάδι.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή η νυχτοθρεμένη
για τη βοσκή ξεκίνησε το αρσενικό κοπάδι
κι ανάρμεγο το θηλυκό, στις μάντρες μέσα μένει

με τα μαστάρια του σκαστά, κι αυτός τυρανισμένος
από τον πόνο, ψάχνοντας τις ράχες τους στ’ αλήθεια
ορθός καθώς στεκότανε, πώς να ’ταν γνωμισμένος,
να ’ξερε πως κρυβόμαστε στα δασωμένα στήθεια.

Kαι πιο στερνό κατέφθασε στην πόρτα το κριάρι
που στην κοιλιά του σήκωνε εμένανε τον άντρα.                              450
Χαϊδευοντάς το του μιλά, στης πίκρας του τα βάρη:
«Γιατί κριάρι μου καλό βγαίνεις στερνό απ’ τη μάντρα

εσύ που δεν ξανάμεινες στερνό μες στο κοπάδι,
που πρώτο μα και βιαστικό τα πάντα δρασκελούσες
βάζοντας πάντα στη βοσκή, την χλωρασιά σημάδι,
και πρώτο μες στις ρεματιές γοργά μου τριγυρνούσες,

πρώτο και στην επιστροφή. Τώρα στερνό από τόπους
μένεις. Θα κλαις του αφεντικού, το μάτι που ’χει χύσει,
κριάρι μου ένας άπονος, με άθλιους ανθρώπους,
καθώς με όμορφο κρασί, το νου μου ’χε ζαλίσει                             460

αχ! ο Κανένας, κι όρκο μου θα κάνω στην πληγή μου
να μη γλιτώσει. Αν μπόραγες να μίλαγες σε μένα,
να μου ’λεγες που κρύφτηκε μακριά απ’ την οργή μου,
θα ’βλεπες τότε τα μυαλά μες στη σπηλιά χυμένα

σκόρπια στη γη, άλλα από ’δώ, άλλα στην άλλη άκρη
καθώς θα τον ετίναζα , και της καρδιάς τα βάρη
που ο Κανένας μου άναψε, θα γλύκαιναν το δάκρυ».
Είπε  αυτά κι αμόλυσε να φύγει το κριάρι................Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 13/04/10, 22:07
                                              Ι


Σαν βγήκαμε έξω απ’ τη σπηλιά, κι από την πόρτ’ ανάρια,
λύθηκα, λύνοντας κι αυτούς, απ’ των αρνιών τους κόρφους                    470
και λιγνοπόδαρα αρνιά παίρνοντας και κριάρια
στα πλοία τα οδηγήσαμε, στους ποθητούς συντρόφους.

Καθώς μας είδαν τρέξανε να μας χαροκοπήσουν
κι είδα γι αυτούς που χάθηκαν, το κλάμα τους ν’ ανάβει.
Τότε τους πρόσταξα ευθύς τα κλάματα ν’ αφήσουν
και τρέχοντας γοργά-γοργά ν’ ανέβουν στο καράβι


κατσίκια βάζοντας κι αρνιά στα βάθη ν’ ανοιχτούνε.
Μπήκαν στους πάγκους κάθισαν και γίναν οδηγοί μας,
με τα κουπιά τη θάλασσα αράδα τη χτυπούνε.
Σε μάκρος όταν βγήκαμε, ως που έφτανε η φωνή μας,                          480

ειρωνικά του Κύκλωπα του μίλησα  με κόπο:
«Δειλού ανθρώπου σύντροφους δεν ήτανε γραφτό σου,
Κύκλωπα μέσα στη σπηλιά να φας μ’ άγριο τρόπο
μα ήταν γραφτό να πληρωθείς το σφάλμα το δικό σου,

που ξένους δεν σεβάστηκες άθεε δίχως πίστη
κι έφαγες μες στο σπίτι σου, μα ο Δίας σε πληρώνει»
Λέγοντας τούτα η καρδιά στα στήθια του κλονίστη
και μέγα βράχο απ’ του βουνού τη ράχη ξεκαρφώνει,

στο μαύρο πλοίο δυνατά με μίσος  τον τινάζει
δεν μας χτυπάει, μα ξυστά στην πλώρη μας περνάει.                             490
Αφήνιασε η θάλασσα, αφρούς το κύμα βγάζει
η ρότα αλλάζει, στην στεριά το πλοίο μας πετάει,

κει που κινήσαμε. Μα εγώ στα χέρια μου αδράχνω
μακρύ κοντάρι, λάμνονταςνα φύγω απ’ τ’ ακρογιάλι
ν’ αγωνιώ, τους σύντροφους με λόγια μου να φιάχνω
γνέφοντας, ν’αποφύγουμε του Χάρου την κραιπάλη.

στο λαμνοκόπι πέφτοντας ,έξω απ’ αραξοβόλι.
Κι όταν διπλό αλάργεμα σημάδια μου ορίσουν
πάλι έκραζα τον Κύκλωπα, μα οι σύντροφοί μου όλοι
λέγανε λόγια μαλακά για να με συνετίσουν .                                             500

«Τι το ερεθίζεις το θεριό καημένε μου και πάλι,
που τώρα βράχο  πέταξε στης θάλασσας τα βάθη
γυρνώντας πάλι στης στεριάς, το πλοίο, τ’ ακρογιάλι,
 και μου ’λεγαν το τέλος μας, αν μας ακούσει, θα ’ρθει

ή μια κουβέντα κάποιου μας, το στόμα του αν βγάλει
του πλοίου τ’ άρμενα σκληρά, μαζί με τα κεφάλια
θα σπάσει, πέτρα ρίχνοντας, θεόρατη, μεγάλη»
Μου ’λεγαν μα δεν μ’ έπειθαν με τόσα παρακάλια.

Και με φωνή απ’ τα σπλάχνα μου του φώναξα και πάλι:
«Άμα θνητός απ’ το νησί Κύκλωπα φτάσει μόνος                              510
και σε ρωτήσει για το ποιος, το μάτι σου ’χει βγάλει,
ο κουρσευτής, μου το ’βγαλε, πες, του Λαέρτη ο γόνος,

ο Οδυσσέας ο τρανός, που στην Ιθάκη μένει».
Ακούγοντάς με το θεριό, έτσι θα μου απαντήσει:
«Αχ! ότι ήτανε γραφτό της μοίρας, τώρα βγαίνει,
παλιά προφήτης ήταν δω που χρόνια είχε ζήσει

με φήμη, του Εύρυμου ο γιος ο Τήλεμος ο μάντης
που στων Κυκλώπων το νησί μου ’στειλε τα χαμπέρια
και τα ’πε πως θα γίνουνε αυτά ο ιεροφάντης
ότι θα χάσω εγώ το φως απ’ του Οδυσσέα τα χέρια                           520

μα εγώ εδώ περίμενα λεβέντη, δραγουμάνο,
να ’ρθεί με όπλα, και ψυχή με δύναμη γεμάτη,
μα βλέπω ένα ξίπασμα, λιμοκοντόρο, νάνο
που με κρασί με γέλασε και μου ’χυσε το μάτι.................Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 22/04/10, 21:48
                  Ι

Αλλά έλα Οδυσσέα μου και σίμωσε εμπρός μου
στον Κοσμοσείστη μια ευχή να κάνω μάνι-μάνι
γιατί είμαι αυτουνού παιδί, αυτός είναι ο γονιός μου
κι αυτός έχει τη δύναμη απ’ άλλους να με γιάνει

ούτε θεός ούτε θνητός άλλος θα το μπορέσει».
Αυτά μου λέει, κι απαντώ χωρίς να χάσω ώρα:                                 530
«Αν τη ζωή σου μπόραγα, και ήμουνα σε θέση
να στη στερήσω, στα βαθιά σκοτάδια θα ’σουν τώρα

να μη μπορεί ο Σαλευτής το μάτι να σ’ ανοίξει».
   Αυτά σαν είπα,  ευχήθηκε στον μέγα κοσμοσείστη
τα ουράνια με τα χέρια του θέλοντας να τυλίξει:
«Άκου με μαυρομάλλη μου πατέρα μου και σείστη

αν γιος σου είμαι, και γονιός εσύ, εγώ έχω ντέρτι
εμπόδιστον ,το σπίτι του ποτέ μην αντικρύσει
τον Οδυσσέα τον κουρσευτή, και γόνο του Λαέρτη.
Κι αν στην Ιθάκη  η μοίρα  του, γράφει πως θα   γυρίσει,                  540

πατρίδα μα και τους δικούς να δουν τα δυό του μάτια
με χρόνια, μόνος του ας βγει, δίχως της τύχης αύρα,
με ξένο πλοίο κι ας τον βρουν δεινά μες στα παλάτια».
Λέει κι ακούει ο θεός με τα μαλλιά τα μαύρα.

Κι ένα βαρύτερο άρπαξε αργότερα λιθάρι
αφού το στριφτογύρισε το πέταξε στα μάκρη
πίσω απ’ το πλοίο, που έλειψε για λίγο να μπατάρει
ξυστά περνώντας και κοντά στου τιμονιού την άκρη.

Στην θάλασσα έπεσε αυτό, με αφρό θα την γεμίσει
και το καράβι οδηγεί προς της στεριάς τους κόρφους.                          550
Και στο νησί σαν φτάσαμε, που είχαμε αφήσει
τα καλοκάμωτα σκαριά, μαζί με τους συντρόφους

που ’χανε λύπη στην καρδιά και έννοιες στο κεφάλι
που περιμέναν,  σύραμε το πλοίο ως την άμμο
κι αφού πηδήσαμε γοργά κι εμείς στο περιγιάλι,
του Κύκλωπα τα ρίξαμε απ’ το καράβι χάμω

τ’ αρνιά και τα μοιράσαμε ίσα ο καθείς να πάρει.
Μονάχα εμένα οι σύντροφοι διαλέξανε, του μόνου,
να μου χαρίσουν προς τιμή, δικό μου το κριάρι,
κι εγώ στον μελανόνεφο τον Δία, γιο του Κρόνου,                        560

τον βασιλιά του σύμπαντος το έσφαξα στην άμμο
προσφέροντάς του τα μηριά. Μα του θεού οι δόλοι
ρίχναν το μάτι του αλλού, δεν κοίταζε εκεί χάμω,
μα πως τα πλοία  θα χαθούν, κι οι σύντροφοι μου όλοι.

Εκεί όλη μέρα τρώγαμε φαϊ ως να βραδιάσει
πλούσιο κρέας και κρασί μοσχάτο εκεί χάμω
κι όταν ο ήλιος βούτηξε και πάει να σκοτεινιάσει
όλοι για ύπνο πήγαμε στης θάλασσας την άμμο.

Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη η Αυγή η νυχτοθρεμμένη
με διαταγή μου οι σύντροφοι στο πλοίο ανεβαίνουν               570
τα παλαμάρια να λυθούν. Κι εκείνοι ξαναμμένοι
με μιας δεν χάνουνε καιρό στους πάγκους πάνω μπαίνουν,

σειρά, νερά της θάλασσας, και κύματα αφρισμένα
με τα κουπιά των σύντροφων ,αράδα χτυπηθήκαν.
Πλέαμε με βαριά καρδιά και σπλάχνα ματωμένα,
παρ’ ότι εμείς σωθήκαμε, για εκείνους που χαθήκαν.                 576

             ΤΕΛΟΣ Ι ΡΑΨΩΔΙΑΣ


 

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 26/04/10, 22:14
                   ΡΑΨΩΔΙΑ   Κ


Στης Αιολίας το νησί που πλέει σαν το άστρο,
του Αιόλου , που με τους θεούς έχει πολλές φιλίες
φτάσαμε. Τείχος χάλκινο, κι απάτητο έχει κάστρο,
κι οι πέτρες του ανεβαίνουνε απότομες και λείες.

Δώδεκα απόχτησε παιδιά μέσα στ’ αρχοντικό του
έξι κοπέλες κι έξι γιους και όταν ήρθε η ώρα
την κάθε κόρη πάντρεψε με κάθε ένα γιο του
κι όλοι αντάμα ζούσανε κι άφθονα είχαν δώρα,

με τους γονείς αχώριστοι πάντοτε χέρι-χέρι.
Τραγούδια πάντα αντιλαλούν στα βάθη στα παλάτια               10
τσίκνες τριγύρω, τις νυχτιές το κάθε ένα ταίρι,
πάει για ύπνο σε χαλιά και σκαλιστά κρεβάτια.

Φτάσαμε εδώ στα μέγαρα που είχε αυτή η φατρία.
Και μας φιλοξενήσανε περίπου ένα μήνα
ρωτούσαν για τους Αχαιούς, τι έγινε στην Τροία
κι εγώ τους διηγιόμουνα τα πάθια μας εκείνα.

Ζήτησα για το γυρισμό βοήθεια δική του
όχι δεν είπε, και καλό ετοίμασε ταξίδι
έγδαρε βόδι εννιάχρονο, και μου ’δωσε το ασκί του
που ανέμων είχε την ορμή κλεισμένη μέσα ήδη,                        20

ο γιος του Κρόνου του έδωσε ανέμους να φυλάει
άλλοτε να φυσούν πολλοί, άλλοτε να ’ναι λίγοι.
Μέσα στο πλοίο ολάργυρο γαϊτάνι το κρατάει
δεμένο έτσι ώστε πνοή ποτέ να μη ξεφύγει

όμως του Ζέφυρου άφησε τις αύρες να φυσάνε
να ’χουνε τα καράβια μας αρμένισμα στο κύμα,
μ’ αλί γραφτό δεν ήτανε καλό το τέλος να ’ναι
γιατί εμείς χαθήκαμε από δικό μας κρίμα.

Μέρες εννιά ταξίδεμα αράδα νύχτα-μέρα,
την δέκατη, τη χώρα μας την πήραμε χαμπάρι,                        30
απ’τιςφωτιές που φαίνονταν να καίνε από πέρα.
Μα δεν αργεί απ’ την κούραση ο ύπνος να με πάρει

γιατί δεν άφηνα άλλονε να πιάσει το τιμόνι,
γρήγορα να γυρίσουμε μην πάνε όλα στράφι.
Μα λόγια οι ναύτες ξεκινούν, κι άλλος τα συμπληρώνει,
μήπως στο σπίτι πήγαινα, ασήμι και χρυσάφι


δοσμένα απ’ τον Αίολο τον γόνο του Ιππότη.
Κι έτσι ο καθένας έλεγε στον διπλανό για δώρα:
«Πως τάχα, ποιο αγαπητός είναι από εμάς, καθ’ ότι
όλοι εκείνονε τιμούν, σ’ όποια κι αν βγούμε χώρα,                       40
 
κι ενώ απ’ την Τροία έφυγε με δώρα φορτωμένος,
μαζί του δίπλα του κι εμείς , κανείς μη τον αφήσει,
άδειοι γυρνάμε σπίτι μας, ο κόπος μας χαμένος.
Να τώρα και ο Αίολος δώρα θα του χαρίσει.
 
Μα ας δούμε τι να σκέφτηκε για να τονε φιλέψει
στο ασκί ποιο τάχα μάλαμα κι ασήμι μέσα να ’ναι».
Αυτή ήταν η ολέθρια των σύντροφων η σκέψη.
Λύσαν το ασκί κι οι άνεμοι σαν σίφουνας χυμάνε.........Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Nady στις 27/04/10, 03:35
πλακα κανεις!φιλε εισαι απιστευτος!ειμαι φιλολογια στο απθ κι εχω τις ραψωδιες ι, κ και μ για τις εξετασεις του ιουνιου και χω γανιασει για να μαθω τις μεταφρασεις και ολο το λεξιλογιο! και συ καθεσαι τις γραφεις και τις ποσταρεις? ε εσαι οντως απιστευτος! μπραβο σου! ;)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 28/04/10, 20:15
καλή μου nady
ένα μεγάλο ευχαριστώ για την επίσκεψη και το σχόλιό σου
και άλλοι φοιτητές φιλολογικών σχολών έχουν μιλήσει πολύ κολακευτικά για
την απόδοση της Οδύσσειας
Οφείλω όμως να παραπέμψω στην αρχική μου δήλωση:
 
(φίλοι μου
Μετά από ένα  τρίχρονο κονταροχτύπημα με το αρχαίο κείμενο της ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
συνεπικουρούμενος από Ομηρικό λεξικό…πλήθος μεταφράσεων με προεξάρχουσες αυτές των : Σίδερη…Εφταλιώτη….Καζαντζάκη-Κακριδή….,)
 
Δηλαδή άλλο το πως,με τι εφόδια, και με τι στόχο έφτιαξα όλη την Οδύσσεια σε τετράστιχο,
και άλλο ο τρόπος που ζητούν οι δάσκαλοί σας την προσέγγισή της....
Θα ήθελα να κριθεί ο τρόπος της δικής μου προσέγγισης καθαρά με κριτήρια τεχνικής του στίχου
-φυσικά χωρίς να αρνούμαι και τον αγώνα για επακριβώς απόδοση από το αρχαίο κείμενο-
Όπως και να έχει σου οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ
Να 'σαι πάντα καλά!!!!
 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 04/05/10, 19:27
                              Κ

 
Και στα πελάγη ο συρφετός μακριά θα μας πετάξει
απ’ την πατρίδα απέραντα, ενώ είμαστε ένα βήμα.                     50
Ξύπνησα κι είπα με το νου καλή ποια θα ’ταν πράξη.
Να πέσω μέσα να πνιγώ στο αφρισμένο κύμα,

ή όλα να τα καταπιώ, σκέψεις κακές ν’ αφήσω.
Βάστηξα πάλι ο άμοιρος, δεν τα ’κανα μαντάρα
παρ’ ότι μας ξανάβγαλε στου Αίολου τη νήσο
μέσα απ’ το θρήνο των πιστών της θάλασσας η αντάρα

βγήκαμε τότε για νερό κι οι σύντροφοι με βιάση
το φαγητό ετοιμάσανε στα πλοία πάρα έξω
κι από πιοτό κι από κρασί σαν είχαμε χορτάσει
έναν καλό μου σύντροφο και κράχτη θα διαλέξω                          60

στο ξακουστό του Αίολου παλάτι για να ’ρθούμε.
Τον βρήκα στο τραπέζι του με όλους, να ’χει φάει
στους παραστάτες στην αυλή όρθιοι θα σταθούμε
κι όπως μας βλέπουν άξαφνα, καθένας, μας ρωτάει:

«Πάλι Οδυσσέα, ποια πικρή μοίρα σ’ έχει χτυπήσει
και γύρισες αφού εμείς πίσω στην παινεμένη
πατρίδα σου σε στείλαμε όπως το’ χες ζητήσει;».
Τότε κι εγώ απάντησα με την καρδιά θλιμμένη:

«Ναύτες μου φταιν’ που δεν μπορώ, κι ο ύπνος, να γλιτώσω,
μα ελάτε σώστε με εσείς απ’ του χαμού το τέρας».                      70
Τα ’πα με λόγια τρυφερά για να τους μαλακώσω.
Άφωνοι όλοι μείνανε κι απάντησε ο πατέρας: .........Συνεχίζεται
                               


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 09/05/10, 00:26
Κ

« Τσακίσου από τα μάτια μου, κι απ’ του νησιού τη μάντρα,
άσχημο να καλοδεχτώ ξανά, και ποιον να πείσω
για τα καλά του, που οι θεοί τον κυνηγούν τον άντρα.
Τσακίσου που οργή θεών σ’ έστειλε πάλι πίσω».

Τέτοιες κουβέντες μ’ έδιωξαν μακριά απ’ το παλάτι
ταξίδευαν οι σύντροφοι μα εγώ θάρρος δεν είδα
και τα κουπιά  χτυπούσανε με γυαλισμένο μάτι,
γιατί δεν αχνοφαίνονταν στο βάθος η ελπίδα                                     80

Έξι λαμνοκοπούσαμε μερόνυχτα εκεί χάμω,
στο έβδομο σαν φτάσαμε στο κάστρο που ’χαν χτίσει                     
στων Λαιστρυγόνων τη γωνιά, Τυλέπυλο, τον Λάμο,
κει που ο βοσκός σαν έρχεται τ’ αρνιά του να παχνίσει,

άλλονε συναντά βοσκό  που τ’ απαντάει ίδια.
Δύο μισθούς κερδίζει εκεί αν κάποιος αγρυπνήσει
τη μία βόδια βόσκωντας, την άλλη αρνιά και γίδια
γιατί είναι εκεί πολύ κοντά η Ανατολή κι η Δύση.

Σαν φτάσαμε στο όμορφο λιμάνι, που οι βράχοι     
ολόγυρα το ζώνουνε κλειστά στο φυσομάνι,                                    90
κι οι πέτρες στο ξαγνάντι τους η μια την άλλη να ’χει
έτσι που το στενεύουνε το στόμιο στο λιμάνι,                                 

εκεί τα πλοία τα ψηλά δέσαμε πρίμα-πρίμα,
το ένα στο άλλο αραδιαστά κοντά να έχουν μείνει,
φουρτούνα δεν το ζύγωνε δεν το ’πιανε το κύμα
ούτε μεγάλο ούτε μικρό μα πάντα είχε γαλήνη.

Μονάχα εγώ το μελανό πλοίο μου θα βαστήξω
με παλαμάρι να δεθεί πιο έξω απ’ το λιμάνι
και μια ματιά ανέβηκα σε ύψωμα να ρίξω.
Μα ανθρώπου ίχνος και βοδιού εμένα δεν μου ’φάνη                    100

όμως καπνό που ανέβαινε, πήραμε εμείς χαμπάρι.
Σύντροφους έστειλα να βρουν τον άγνωστο το μίτο,                   
ποιοι άνθρωποι το κατοικούν που τρέφονται με στάρι,
απ’ όλους δυό αφού διάλεξα, και κράχτη έναν τρίτο.

Αυτοί το δρόμο πήρανε τον ίδιο, που τους φέρνει
τα ξύλα ,που ζεσταίνονται απ’ τα ψηλά τα όρη,                                 
κι είδαν νερό να κουβαλά, απ’ την πηγή να παίρνει,
του Λαιστρυγόνα η όμορφη του Αντιφάτη η κόρη
  στης Αρτακίας το νερό το δροσερό της βρύσης
που από κει κουβάλαγαν και ξεδιψούσε η χώρα                        110
ζυγώσανε την κοπελιά και ’κάναν ερωτήσεις
ποιον είχε ο τόπος βασιλιά ποιος βασιλεύει τώρα                     

κι αυτή μη χάνοντας καιρό, το σπίτι της τους δείχνει.
Μπαίνοντας μέσα τι να δουν, δεν πίστευε το μάτι
γυναίκα σαν βουνοραχιά, νοιώθουνε φόβου ίχνη.
Φωνάζει απ’ την αγορά αυτή τον Αντιφάτη,

που φθόνο έβαλε στο νου κι εύκολη βρήκε λεία.
Σαν έφτασε, για γεύμα του, τον ένανε θ’ αρπάξει,
οι άλλοι δυό χαθήκανε και φτάσανε στα πλοία.                                           
Τότε αυτός με δύναμη στη χώρα θα φωνάξει                            120

και φτάσαν σαν τον άκουσαν χιλιάδες Λαιστρυγόνες.
Γίγαντες όλοι με άνθρωπο κανένας τους δεν μοιάζει.             
Τινάζανε ασήκωτες απ’ το βουνό κοτρώνες
στα πλοία, και το πέταγμα αχό μεγάλο βγάζει

από άντρες που σκοτώνονται και σπάσιμο από πλοία.
Σαν ψάρια τους καμάκιαζε, για φαγητό το ασκέρι
τους σύντροφους, που ήτανε γι αυτούς εύκολη λεία.
Απ’ το μηρό μου τράβηξα το φοβερό μαχαίρι

και τα πρυμόσκοινα έκοψα στο μαύρο μου καράβι
λέγοντας στους συντρόφους μου γοργά και με λαχτάρα          130
να πιάσουν όλοι τα κουπιά πριν χάρος μας προλάβει
κι αυτοί στο κύμα τα κουπιά βαρούσαν με τρομάρα. .........Συνεχίζεται
             

 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 14/05/10, 17:02
                                  Κ
 
Το πλοίο απ’ τους κρεμαστούς τους βράχους θα ξεφύγει
μα στα πελάγη τα βαθιά, τα υπόλοιπα χαθήκαν.
Ξανά ταξίδι , μα πολύ στενόκαρδοι και λίγοι
με θρήνους οδυρόμαστε γι αυτούς που δεν σωθήκαν.

Στης Αίας πάμε το νησί που ’χε η θεά το σπίτι
η Κίρκη η ωριοπλέξουδη η τρανοθυγατέρα
που ήταν όμορφη αδερφή του δολοπλόκου Αιήτη
κι είχαν τον κοσμοφωτιστή τον Ήλιο για πατέρα.                   140

Την Πέρση, του Ωκεανού την κόρη είχαν μάνα.
Με το καράβι πιάσαμε αργά έν’ ακρογιάλι,                               
ένας θεός μας έδειχνε των δρόμων την αλάνα.
Δύο μερόνυχτα κι εκεί αράξαμε και πάλι

τα μέλη μας η κούραση τα είχε συνεπάρει.
Κι όταν η ροδαλή Αυγή φέγγει την τρίτη μέρα
παίρνω το κοφτερό σπαθί και το μακρύ κοντάρι
κι απ’ το καράβι ανέβηκα ψηλά τη ράχη ως πέρα

μήπως λαλιά ανθρώπινη ή γη δω οργωμένη
Ανέβηκα σε ύψωμα κι όπως κοιτά το μάτι                              150
από την απλωμένη γη είδα καπνό να βγαίνει
στον τόπο τον βαθύσκιωτο, της Κίρκης το παλάτι                 

Συλλογισμός μου ήτανε μα και βαθιά μου σκέψη
να μάθω τον θολό καπνό, ποιο τζάκι έχει βγάλει
Κι αυτό μου φάνηκε καλό κι ότι θα με βολέψει,
να τρέξω στο καράβι μου που ήτανε στ’ ακρογιάλι

να φάνε και να παν να δουν η μοίρα μας τι γράφει.
Καθώς το κοντοζύγωνα το πλοίο το γερμένο
κάποιος καλόβολος θεός μου στέλνει ένα ελάφι
με όρθια τα κέρατα. Παχύ καλοθρεμμένο                                160

τελειώνοντας απ’τη βοσκή, στο ρέμα απ’ τη φωλιά του
ερχόταν γιατί η κάψα του το είχε συνεπάρει.                         
Σαν πρόβαλε το χτύπησα στη ραχοκοκαλιά του
και πέρασε απέναντι το χάλκινο κοντάρι,

με βογκητά ξεψύχησε, αυτό ήταν το γραμμένο
κι αφού το πάτησα γερά, τράβηξα το κοντάρι
απ’ τη πληγή αφήνοντας το ελάφι ξαπλωμένο,
με βούρλα φιάχνοντας σκοινί, και λυγαριάς κλωνάρι

μία οργιά το πάλεψα, στης τεχνικής τη μάχη.
Του ζώου τα πόδια έδεσα πριν κάτω με μπατάρει,                170
όλα μαζί, και φορτωμή το έβαλα στην ράχη
γυρίζοντας στο πλοίο μου, βαστώντας το κοντάρι               

γιατί δεν ήταν μπορετό το χέρι ν’ αναλάβει
τέτοιο θεριό ασήκωτο στον ώμο να σηκώσω.
Στους σύντροφους σαν έφτασα, με λόγια στο καράβι
Το ηθικό τους πάλεψα γερά να ανυψώσω:

«Αδέρφια δεν θα κάνουμε το Χάρο νοικοκύρη
αφού τα μύρια μας κακά η μοίρα μας τα φέρνει,
σιμώστε τώρα που έχουμε φαϊ στο τρεχαντήρι
να φάμε να ξεχάσουμε τη πείνα που μας δέρνει» .........Συνεχίζεται
                                   180


 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 18/05/10, 22:55
              κ
 
Αυτά είπα και τα λόγια μου τ’ ακούσανε και πάλι
ξεσκεπαστήκαν για να δουν τι να ’ταν η πραμάτεια               
κι είδαν θεόρατο θεριό ριγμένο στο ακρογιάλι
έτσι που δεν το χόρταιναν να το κοιτούν τα μάτια.

Νίφτηκαν , το τραπέζι μας το στρώσανε γεμάτο,
και τρώγαμε ολημερίς μέχρι να ’ρθεί το βράδυ
κρέας, κρασί πανέμορφο και μοσχομυρωδάτο.
Καθώς ο ήλιος έγειρε κι έπεσε το σκοτάδι

γείραμε να ξαπλώσουμε στο ακρογιάλι το ίσο.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή η νυχτοθρεμμένη                      190
τους κάλεσα σε σύναξη, σταράτα να μιλήσω:
«Συντροφοί μου ακούστε με κι ας είστε λυπημένοι                   

που είναι η Αυγή δεν ξέρουμε ούτε που πέφτει η Δύση,
που βγαίνει και που χάνεται ήλιος εγώ δεν βλέπω
μα ελάτε αν κανένας σας γνωρίζει ας μιλήσει
ίσως να ξέρει μάντεμα που εγώ δεν το προβλέπω

βραχόσπαρτη αντίκρισα νεροστεφανωμένη
ακρογιαλιά ατέλειωτη νησιού να είναι η βάση
όχι ψηλόβουνου, καπνό στη μέση ν’ ανεβαίνει
απ’ τις βαθύσκιωτες πλαγιές και τα πυκνά τα δάση»                  200

σαν τα ’πα λυπηθήκανε και φτύνανε τους κόρφους
καθώς ο νους τους πήγαινε στα αίσχη του Αντιφάτη               
και τις δουλειές του Κύκλωπα που ’ φαγε τους συντρόφους
και δάκρυα χύνανε πικρά και βούρκωνε το μάτι

όμως με κλάμα κι οδυρμό τι να ’βγαινε ακόμα
γι αυτό και τους συντρόφους μου στα δύο θα τους βάλω
και δύο όρισα αρχηγούς έναν για κάθε σώμα
στο ένα ο Ευρύλοχος, εγώ ήμουν στο άλλο.

Τότε σε κράνος χάλκινο κλήρος για δύο μπαίνει
και βγήκε του Ευρύλοχου, της κλήρωσης το δράμα.                    210
Εικοσιδυό ξεκίνησαν συντρόφοι λυπημένοι
και μας ξοπίσω αφήσανε με λύπη και με κλάμα                   

Της Κίρκης, μες στις λαγκαδιές, τους πλούσιους βρήκαν οίκους
χτισμένους όλο μάρμαρο στου δάσους τα λιβάδια.
Λιοντάρια είχε ολόγυρα και μερωμένους λύκους
με μάγια και με βότανα, η Κίρκη στα λαγκάδια
 
πάνω τους δεν ορμήσανε, μα τις ουρές σαν φίλοι
κουνούσαν κι ορθοστάθηκαν. Σαν να ’χε η ώρα λήξει
στο φαγητό του αφέντη τους, και γύρω του οι σκύλοι
χοροπηδούσαν θέλοντας γλυκάδια να τους ρίξει,                        220

έτσι τα νυχιατσάλινα λιοντάρια και οι λύκοι
τους καλοδέχτηκαν. Μα αυτοί μ’ αυτά είχαν τρομάξει.
Στις πόρτες όμως άκουσαν φωνή ουρανομήκη
της Κίρκης την γλυκολαλιά σαν μέλι να ’χει στάξει


με άφθαστη τέχνη η θεά να υφαίνει το πανί της
όπως τα έργα των θεών που ’ναι χαριτωμένα.
Τότε τον λόγο ο αρχηγός τον παίρνει ο Πολίτης
που ήταν απ’ όλους κολλητός, φίλος πιστός σε μένα:


« Σύντροφοι, κάποια μέσα εκεί, στων αργαλειών την τάξη
υφαίνει ,γλυκοτραγουδά, την τέχνη της να δείξει                      230
γυναίκα είναι ή θεά, κάποιος ας της φωνάξει».
Αυτά τους λέει και αυτοί της φώναξαν ν’ ανοίξει.

Αμέσως βγήκε τότε αυτή στην πόρτα τη μεγάλη
και τους καλεί στα δώματα, με δόλο που ζαλίζει,
δεν μπήκε ο Ευρύλοχος, μπήκανε όλοι οι άλλοι.
Σαν μπήκανε  μες στα θρονιά τους σύντροφους καθίζει,

αλεύρι παίρνει και τυριά, ξανθό αναδεύει μέλι,
πραμνιώτικο να πιουν κρασί και βότανα τους δίνει
με τέτοιο τρόπο που η θεά φάνηκε σαν να θέλει
πατρίδα να ξεχάσουνε στης πείνας τους τη δίνη.             240......Συνεχίζεται
             

 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 23/05/10, 13:47
                         Κ

Μ’ ένα ραβδί τους χτύπησε σαν ήπιαν , και στη μάντρα
τους έκλεισε. Όμως φωνές και τρίχες είχαν πάλι
αλοιώτικες, και στο κορμί για τον καθ’ ένα άντρα
του χοίρου έδωσε μορφή. Μα ο νους μες στο κεφάλι.

Κλαίγαν στις μάντρες, και φαϊ μπροστά τους θα προστάξει
αυτά που οι χοίροι αναμασούν , ακράνια και βελάνια
Κι ο Ευρύλοχος φτάνει γοργά στο πλοίο να φωνάξει
για νέα πάθη που έμελλε των σύντροφων η ορφάνια,

μα ο πόνος ήτανε βαρύς και τσιμουδιά δεν βγάζει
ανήμπορος κάτι να πει λίγο να μας μιλήσει                              250
με δάκρυα και την καρδιά στον πόνο να σπαράζει,
εμεíς τονε ρωτούσαμε γιατ’ είχαμε σαστίσει
 
Mα θα σε σώσω ,  που η κακιά η ώρα σε στριμώχνει.
Κράτα στο χέρι και μ’ αυτό πήγαινε το βοτάνι                 290   
στην Κίρκη, κάθε τι κακό και μαγικό να διώχνει
να μάθεις τα τεχνάσματα τα ύπουλα που κάνει.

Χυλό με βότανα αυτή για φαγητό θα κάνει
μα εσένα δεν θα πιάνουνε τα μάγια τα δικά της
εμπόδιο στα σχέδια της θα είναι το βοτάνι
και θα σου πω τα υπόλοιπα από τα μαγικά της

Αν έρθει η Κίρκη με μακρύ ραβδί να σε χτυπήσει
απ’ το μηρό σου το σπαθί το φοβερό να πιάσεις
κι όρμα της σαν να ήθελε ο Χάρος να τη σβήσει,
θα φοβηθεί, και θα σου πει μαζί της να πλαγιάσεις . 300......Συνεχίζεται
       

   
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 27/05/10, 10:55
                                 Κ

Μην αρνηθεί το σώμα σου μαζί της να ξαπλώσει,
τον λυτρωμό των σύντροφων ο νους μέσα να έχει,
δέσε την, πρώτα των θεών ,τον όρκο να σου δώσει,
πως στο μυαλό της, συμφορά για σένανε, δεν τρέχει,

μήπως σου πάρει σαν γδυθείς κι αντρεία μα και  ρώμη»
Τα είπε ο φτεροπόδαρος και κόβει απ’ τα μεγάλα
βοτάνια κάτω από τη γη και μου ’ δειξε ακόμη
που είχαν ρίζα μελανή και λούλουδα σαν γάλα

Σπλόμο το λεν οι αθάνατοι και δύσκολα στην πράξη
το ξεριζώνουν άνθρωποι, θεοί το ’χουν νικήσει.              310
Τότε ο γοργόφτερος Ερμής στα ουράνια θα πετάξει
κι εγώ στης Κίρκης βάδιζα μέσα το δεντρονήσι

το νου μου αγαντάροντας και την υπομονή μου.
   Της σγουρομάλλας της θεάς την πόρτα έχω αγγίξει,
σαν φώναξα την άκουσε η Κίρκη τη φωνή μου
κι αμέσως βγήκε στις λαμπρές τις θύρες να μ’ ανοίξει

καλώντας με. Και πήγαινα με την ψυχή ως τον πάτο
σαν μπήκα αυτή με κάθισε όπως το νοικοκύρη
σ’ ένα θρονί αργυρόκαρφο που ’χε σκαμνί από κάτω
και μου ετοίμασε χυλό σ’ ένα χρυσό ποτήρι.                       320

Τα μάγια αργά η δολερή, τα ’ριξε αγάλι –αγάλι.
Σαν ήπια και δεν μ’ έπιασαν αμέσως πήρε φόρα
Κι είπε χτυπώντας με γερά με ράβδο στο κεφάλι:
«Τράβα με τους συντρόφους σου στο χοιρομάντρι τώρα»

Είπε αυτά και τράβηξα το φοβερό μαχαίρι
ορμώντας, τάχα το λαιμό με μίσος πως της κόβω,
στα γόνατα μου έπεσε, τι να την συνεφέρει
και με ρωτά με δάκρυα, με τρόμο και με φόβο

«Ποιος είσαι; Πούθε έρχεσαι; Ποια των γονιών η χώρα
που δε σε πιάνουν βότανα εσένανε , καθ’ ότου ,                           330
θνητός κανείς δεν άντεξε τα μάγια μου ως τώρα,
μάγια ,που δόντια πέρασαν κι έφτασαν στο λαιμό του.

Μάγια δε δέχεται η ψυχή βαθιά σου μες στα στήθια.
Ο Οδυσσέας θα ’σαι εσύ , που  ο νους μου ψάχνει να ’βρω
γιατί ο χρυσοράβδινος Ερμής  μου’λεγε αλήθεια,
πως απ’ την Τροία θα ’φτανες μ’ ένα καράβι μαύρο.

Ας το σπαθί το κοφτερό στη θήκη του να μείνει
τα δυό κορμιά ν’ απλώσουμε στου κρεβατιού τη στράτα
η αγκαλιά και το φιλί εμπιστοσύνη δίνει».
Είπε, και της απάντησα με λόγια μου σταράτα:                         340

«Ω Κίρκη τι φιλιά ζητάς, εγώ καλό δεν είδα,
που τους συντρόφους μου έκανες γουρούνια στο παλάτι
κι εμένα εδώ που με βαστάς, ποιος ξέρει τι παγίδα
στήνεις, καθώς ζητάς μαζί να πάμε στο κρεβάτι

και κλέψεις την αντρεία μου τα ρούχα μου σαν βγάλω.
Μαζί γι’ αγκαλοφίλημα δεν πέφτω σε κρεβάτι
άμα θεά δεν ορκιστείς τον όρκο το μεγάλο
ότι για μένανε κακό δεν σκέφτεσαι κι απάτη».......Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 03/06/10, 08:47
                K
 
Είπα, και λόγια δυνατά του όρκου επικαλέστει
κι έπειτα σαν τα τέλειωσε δείχνοντας να μην παίζει,                 350
μαζί της πήγα ξάπλωσα στου κρεβατιού τη ζέστη.
  Τέσσερις σκλάβες όμορφες ετοίμαζαν τραπέζι

πιστές της, ανοιχτόκαρδες μες στο παλάτι βάγιες
κόρες ωραίων ποταμών, της έδωσε η μοίρα,
που στ’ ακρογιάλι χύνονταν απ’ τις πηγές τις άγιες.
Έστρωνε η μιά για τα θρονιά, χαλιά όλο πορφύρα

βάζοντας κατωσέντονα με τα γλυκά της χέρια.
Η δεύτερη ετοίμαζε τραπέζι αργυρένιο
βάζοντας από πάνω του πλεχτόχρυσα πανέρια.
Μες στο  κροντήρι έφερνε η τρίτη το ασημένιο                             360

κρασί, και στα ολόχρυσα ποτήρια το   μοιράζει
Η τέταρτη για το νερό του καζανιού θα βάλει
φωτιά  κάτω απ’τον πάτο του, και στο λουτρό με βάζει
με το νερό το χλιαρό να λούσει το κεφάλι

που παίρνει από τον τρίποδα, και στο κορμί σαν χάδι
μια ευρωστιά απλώθηκε, που σαν κι αυτή δεν είδα
Μ’ έλουσε και με άλειψε με μυρωδάτο λάδι
και με χιτώνα μ’ έντυσε και μ’ όμορφη χλαμύδα

Σαν μπήκα μέσα όμορφα, γλυκά και δίχως ζόρι
σ’ ένα θρονί που ’χε σκαμνί να κάτσω με αφήνει                          370
Μ’ ένα λαγήνι ολόχρυσο ,νερό μια παρακόρη
σε μια λεκάνη ολόχρυση για να νιφτώ μου χύνει

Τραπέζι φέρνει σκαλιστό μπροστά μου για να στρώσει
και δούλα της ετοίμασε δείπνο καλό και λάβρο
όλο προσφάγια, και ψωμιά κι άλλα καλά θα δώσει.
Να φάω μου ’λεγε η θεά, μα όρεξη που νά ’βρω

αφού είχα αρχίσει μες στο νου, τ’ άσχημα να ζυμώνω.
Κοιτάζοντας με μ’ έβλεπε σαν κάτι να μου λείπει
και στο φαϊ το χέρι μου με δισταγμό ν’ απλώνω,
δίπλα μου ήρθε κι έκατσε και μου ’πε όλο λύπη:                         380

«Τι Οδυσσέα σε βαστά, και φαίνεσαι σαν να ’σαι
διστακτικός για το φαϊ, το πιώμα , όλο μαράζι,
τέχνασμα κι άλλο σκέφτεσαι; Δεν πρέπει να φοβάσαι
που μέγα όρκο έδωσα, τι τάχα ποια σε νοιάζει»

Είπε κι εγώ της απαντώ με λέξη μου μεγάλη:
«Κίρκη με ποιο φιλότιμο στου κόσμου την πραμάτεια
κάποιος κρασί ή και φαϊ , στο στόμα του θα βάλει
προτού τους σύντροφους λυτούς δούνε τα δυό του μάτια.

Όμως αυτό αν το εννοείς απ’ της καρδιάς τα βάθη
άνθρωπους κάνε τους ξανά η πίκρα τους να λήξει».                 390
Είπα κι αυτή στις ξώθυρες του παλατιού της ’χάθη
μ’ ένα ραβδί στο χέρι της τις μάντρες της ν’ ανοίξει.

Τους βγάζει όλους κι έμοιαζαν θρεφτάρια ένα ένα
εννιά χρονών  ολόγυρα, κι η Κίρκη απέναντί τους.
Μ’ ένα καινούργιο μαγικό άλειφε τον καθένα
κι οι φυτρωμένες τρίχες τους πέφταν απ’ το κορμί τους

που η μάγισσα τους φύτρωσε με το κακό χορτάρι.
Ανθρώπου νέου κι όμορφου ξανά η μορφή τους φέρει                   
απ’ ότι ήταν εξ’ αρχής με ποιο μεγάλη χάρη
κι ευθύς αυτοί με γνώρισαν και μου σφιγγαν το χέρι.          400.......συνεχίζεται
   
 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 08/06/10, 12:32
                              Κ

Αχολογούσε απ’ της χαράς το κλάμα, το παλάτι
παντού τριγύρω, κι η θεά με κέφι κι όχι ντέρτι
σιμά μου κοντοζύγωσε, να ψιθυρίσει κάτι:
«Έλα Οδυσσέα θεϊκέ, και γόνε του Λαέρτη

κίνα, το πλοίο σου να βρεις που είναι στ’ ακρογιάλι
τα’ άρμενα κόψε, στη στεριά βγάλτο, να ’ναι η βουλή σου
κρύψ’ στις σπηλιές τα πράγματα και γύρνα πίσω πάλι
φέρνοντας τους αγαπητούς συντρόφους σου μαζί σου»                       

μου ’πε αυτά και την καρδιά κατάφερε να πείσει
να με οδηγήσει στο γιαλό, στο γρήγορο καράβι.                          410
Τους βρήκα τους αγαπητούς συντρόφους που ’χα αφήσει
που η μοναξιά τους, έκανε το θρήνο τους ν’ ανάβει.

Σαν τα μοσχάρια στο μαντρί, στις μάνες τους που δείχνουν
τόσες ορμές, όταν αυτές γυρνούν απ’ το γρασίδι
που από τα χοροπηδητά τις μάντρες τους τις ρίχνουν
κι αυτές είναι ανήμπορες να τα κρατήσουν ήδη,

έτσι κι αυτοί με κλάματα επάνω μου ορμήσαν
μέσα στο νου τους φάνηκε, και στης καρδιάς τις μάντρες                   
πως της Ιθάκης τη στεριά τα πόδια τους πατήσαν
εκεί που μεγαλώσανε εκεί που γίναν άντρες                               420

Λόγια μου λεν, και δάκρυα  στα βλέφαρά τους είδα:
«Όταν σε είδαμε αρχηγέ μες της καρδιάς τα βάθη
νοιώσαμε όπως θα νοιώσουμε, σαν πάμε στην πατρίδα,
όμως σ’ εμάς ’ξιστόρησε των σύντροφων τα πάθη

Αυτά μου λεν , και μαλακά δυό λόγια μου τους είπα:
«Το πλοίο έξω στη στεριά και τα πανιά του βγάλτε
τα πράγματα να κρύψωμε μες στης σπηλιάς την τρύπα
κι ετοιμαστείτε σύντροφοι όλοι μαζί μου ελάτε                                 

στην Κίρκη για να μάθουμε κάθε δικό τους νέο
που τρωγοπίναν άφθονα λίγο πριν τους αφήσω»                      430
Όλοι τους υπακούσανε σε τούτα που τους λέω
μονάχα τον Ευρύλοχο δεν μπόρεσα να πείσω

που αντιγυρνά στους σύντροφους με λόγια φτερωμένα:
«Στης Κίρκης πάμε ω δύστυχοι τους στοιχειωμένους οίκους
να βρούμε εμείς το Χάρο μας; Μην τα ’χεται χαμένα;
γουρούνια θα μας κάνει αυτή, λιοντάρια κι ίσως λύκους

φύλακες στο παλάτι της, μπορεί και κάτι άλλο
όπως κι εκεί στον Κύκλωπα, που οι σύντροφοι βρεθήκαν,                     
του Οδυσσέα αστοχασιά, και σφάλμα του μεγάλο
γιατί με αυτό το πάθος του οι σύντροφοι χαθήκαν          440......συνεχίζεται                             
 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 15/06/10, 10:25
                                      Κ  Κι εμένα ο νους ανάδευε αφού έτσι θα μιλήσει
να τράβαγα απ’ το μηρί το φοβερό σπαθί μου
να φάει μια κι η κεφαλή στο χώμα να κυλήσει
έστω κι αν ήταν συγγενής. Μα θα με συνεφέρει

με δυό κουβέντες μαλακές των σύντροφων το πλήθος:
«Ας τον αφήσουμε αυτόν , ξέχασε το γινάτι,
σαν φύλακα στο πλοίο μας δειξ’ το δικό σου ήθος
κι οδήγησέ μας αρχηγέ στης Κίρκης το παλάτι»                                   

έτσι είπαν και ανέβηκαν μαζί μου απ’ τ’ ακρογιάλι,
μαζί τους κι Ευρύλοχος, ποια είπε να ’χω μπέσα                                  450
μετά τον τρομερό θυμό, που ανέβει στο κεφάλι.
Κι  η Κίρκη τους συντρόφους μας στ’ ανάκτορά της μέσα

θα λούσει κι αρωματικό λάδι θα τους αλείψει.
Χαρίζει στον καθένα τους χιτώνα και χλαμύδα.
Τους ταϊσε στο ανάκτορο τίποτα μη τους λείψει
Κι ύστερα απ’ τη  συνάντηση όλο χαρά τους είδα

Κι από το κλάμα της χαράς βουϊζε το παλάτι.
«Αχ Οδυσσέα θεϊκέ- έρχεται και μου λέει-                                             
γιε του Λαέρτη  πάνσοφε , το δακρυσμένο μάτι
αφήστε το είναι άχρηστο. Το ξέρω πως θα κλαίει                                  460

όποιος περάσει όσα εσείς, στα βάθη  στα πελάγη
τότε που κύμα στης στεριάς σας πέταξε την άκρη
μα περιμένει το πιοτό και τ’όμορφο πρασφάγι
να ’ρθεί η καρδιά στη θέση της, γλυκό να ’ναι το δάκρυ

σαν πάτε στην Ιθάκη σας που αφήσατε μονάχη.
Τώρα στο κλάμα φέρνει ο νους βάσανα, κι είναι κρίμα.                       
Χαρές κι ομορφοτράγουδα πόσα η καρδιά σας να ’χει
με τόσα που περάσατε μες της ζωής το κύμα
 
Μας άρεσε κι ήταν μεστή αυτή η απάντησή της
και μια ολάκερη χρονιά εκεί σαν τους κηφήνες                          470
άφθονο κρέας τρώγαμε, πίναμε το κρασί της.
Κι όταν ο χρόνος τέλειωσε και φτάσανε οι μήνες,

που οι εποχές γυρίζουνε κι οι μέρες μεγαλώνουν
με φώναξαν σε μια γωνιά και μου είπανε οι φίλοι:
«Βαθιά στο νου σου αρχηγέ οι έννοιες να σε ζώνουν
αν γράφει η μοίρα σου να ’ρθείς  στου αρχοντικού την πύλη


κι η αφεντιά σου κάποτε  σπίτι να επιστρέψει».
Τα λόγια τούτα είπανε μες στη καρδιά μου κάτι.
Τότε όλη μέρα τρώγαμε μέχρι να βασιλέψει
κρέας και άφθονο κρασί που είχε στο παλάτι .           480.......συνεχίζεται
   

                                       
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Λύδια στις 16/06/10, 22:33
ivikos, το ποιήμα σου διαμάντι
στων ματιών την άκρη
και βάλσαμο το θάρρος
να μεταφράσεις Όμηρο..
Μακάρι να 'ν' κολλητικό,
σ' αυτόν τον δύσκολο καιρό
όσα στερεί ο χάρος
να βρίσκουν λύση στ' όνειρο..
 
Απλά σε ευχαριστώ που αναζοπυρώνεις ένα όνειρό μου:
ήθελα να διαβάσω την Ιλιάδα και την Οδύσσεια αλλά
η "βαριά γραφή" της (με την καλή έννοια το βαριά)
με απέτρεπε επειδή δεν είμαι φιλόλογος για να καταλαβαίνω
εύκολα τα ρήματα και τις έννοιες της διαλέκτου του Ομήρου.
Και οι μεταφράσεις, όλες αξιόλογες, μου φάνταζαν σαν στείρα αφήγηση
που με βούλιαζαν σε περιγραφές και ραψωδίες.
Σαν μέθυσος ένιωσα όταν πριν λίγες μέρες ξεκίνησα την πρώτη σελίδα των αναρτήσεών σου..
Να 'σαι καλά φίλε, να με μεθάς με την δροσιά της όμορφης απόδοσής σου..
Καλή δύναμη!
 
Υ.Γ.: Φίλοι καλώς σας βρήκα όλους, καλή συνέχεια να έχουμε.
 
 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 17/06/10, 10:25
Καλή μου Λύδια
Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την επίσκεψη
και τον όμορφο για μένα σχολιασμό σου….
Ακόμα και ένας μόνο αναγνώστης να δηλώσει
ότι του αρέσει το εγχείρημά μου για την απόδοση
αυτού του  τιτάνιου έπους(ΟΔΥΣΣΕΙΑ), για μένα αποτελεί τίτλο τιμής…
Μακάρι να με αξιώσει ο χρόνος να καταφέρω να τελειώσω και την ΙΛΙΑΔΑ …
Και πάλι ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Λύδια στις 18/06/10, 06:47
Άσε τα καλοπιάσματα,
κάτσε να μεταφράσεις!
Μ' "Ευχαριστώ" κεράσματα
δεν θα μας ξεγελάσεις.
 
Οδύσσεια θέλω να δω,
θέλω και Ιλιάδα
και μια συγνώμη σου ζητώ,
στου forum την ζαλάδα,
αν έφερα την αφορμή
ρήματα να χαθούνε
κι ο άγιος στίχος να σταθεί
κόντρα σ' όσους κοιτούνε..
 
Κέρνα μας με χαμόγελα
να σε διαβάζουμ' όλοι
γιατί δεν είν' ανώφελα.
Τ' ωραίο το περιβόλι
μοσχοβολά μες τις ψυχές
όταν ανθίζει η πλάση.
 
Οι Ιθάκες σου είναι προσευχές,
οι Τροίες εικονοστάσι!!
 
Υ.Γ.: Καλή συνέχεια και καλή έμπνευση σε όλα!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 21/06/10, 13:07
                  Κ
 
Βασίλεψε και η νυχτιά έπεσε στο παλάτι
κι όταν οι σύντροφοι αργά για ύπνο πήγαν πάλι
στης Κίρκης το υπέρλαμπρο ανέβηκα κρεβάτι
αγκάλιασα τα πόδια της κι άρχισα παρακάλι

για να μ’ ακούσει η θεά, με λόγια φτερωμένα:
«Κίρκη , το τάμα σου ζητώ, δος μου τη λευτεριά μου
στείλε με στη πατρίδα μου. Ζητά η ψυχή μου εμένα
κι οι σύντροφοί μου το ζητούν, και καίγεται η καρδιά μου,

που κλαίνε και οδύρονται την ώρα εσύ που λείπεις».
Είπα κι ευθύς ακούστηκαν τα λόγια της κι οι όροι:                     490
«Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πάνσοφε ,λόγια λύπης
άκουσα Οδυσσέα μου, δεν σας κρατώ με ζόρι


όμως της μοίρας το γραφτό μιλάει για ταξίδι:
Της Περσεφόνης της σκληρής, τον Άδη ν’ ανταμώσεις,
κι από τον μάντη τον τυφλό τον Τειρεσία ήδη
να πάρετε κάποιο χρησμό, που ο νους του έχει γνώσεις

Η Περσεφόνη έκανε αυτόν τον μάντη μύστη
και δεν γυρνάει σαν σκιά έχοντας γνώση ακόμα»
Αυτά μου είπε κι η καρδιά στα στήθια μου κλονίστη
κι έκλαιγα μ’ αναφιλητά γονατιστός στο στρώμα                        500

αδυνατώντας η ψυχή, ζωή και φως ν’ αντέξει.
Κι αφού χτυπήθηκα πολύ κι είχε το κλάμα λήξει
γυρνώ και λέω στη θεά με απελπισμένη λέξη:
«Κίρκη για το ταξίδι αυτό το δρόμο ποιος θα δείξει

αφού καράβι ξέρω εγώ, στον Άδη πως δεν βγαίνει».
Είπα κι ευθύς μου απαντά χωρίς μεγάλη σκέψη:
«Γιέ του Λαέρτη θεϊκέ, πάνσοφε μη σε νοιάζει
αν Οδυσσέα, με οδηγό το πλοίο ταξιδέψει,

στήστο κατάρτι και λευκά πανιά το χέρι ας βάλει,
και κάτσε. Μιά πνοή βοριά σιγά θα σε περάσει                          510
σαν τον Ωκεανό διαβείς, σ’ ένα μικρό ακρογιάλι
που έχουν φουντώσει γύρω του της Περσεφόνης δάση

με ακαρποφόρητες ιτιές, λεύκες που ’χουν ψηλώσει
στην άκρη του Ωκεανού που ’ναι βαθύς του ο πάτος
να δέσεις το καράβι σου, πάρε απ’ τον Άδη γνώση
εκεί που στον Αχέροντα τρέχει ο Πυριφλογάτος

κι ο Κωκυτός, που απ’ τα νερά της Στύγας δεν περνάει,
τα δυό  ποτάμια σμίγουνε στο μέρος που ναι οι βράχοι
Εκεί ήρωά μου δυνατέ αφού θα έχεις πάει
λάκκο να σκάψεις, μια οργιά, φάρδος και μήκος να ’χει            520

γύρω του για όλους τους νεκρούς χύσε και πίστεψε το
μέλι και γάλα, κι ύστερα, γλυκό κρασί να στάξεις
τρίτο, νερό, κι ολόλευκο αλεύρι άλειψε το.
και στων νεκρών τις κεφαλές θυσίες να τους τάξεις,

σαν στης Ιθάκης το νησί πατήσει το ποδάρι
στέρφα δαμάλα, κι όμορφα δώρα η φωτιά σου να ’χει.
Στον Τειρεσία χωριστά να σφάξεις το κριάρι
τ’ όμορφο και το πιο καλό, που το κοπάδι θα ’χει.              .......συνεχίζεται

 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 25/06/10, 09:05
                               Κ

Και σε κοπάδια σεβαστών , νεκρών κάνε δεήσεις
μ’ ένα κριάρι για σφαχτό και προβατίνα μαύρη                         530
αφού το μαύρο του λαιμό, στο σκότος του γυρίσεις,
και στρέψε αλλού το βλέμμα σου, το ρέμα τούτο να ’βρει

το αίμα τότε άπειρες ψυχές εκεί θα φέρει.
Πρόσταξε τους συντρόφους σου εκεί φωτιές ν’ ανάψουν
κι όλα τα’ αρνιά που ’ναι στη γη σφαγμένα με μαχαίρι
άμα τα γδάρουν, στης φωτιάς τις φλόγες να τα κάψουν

και τάξε στους ανίκητους, Άδη και Περσεφόνη.
Τράβα το φοβερό σπαθί και κάτσε δίπλα ακόμη
άζωη κάρα από νεκρούς στο αίμα μη ζυγώνει
πριν άγια έρθει συμβουλή του Τειρεσία η γνώμη                       540

Τότε η ψυχή για να σου πει, θα έρθει του προφήτη,
του ταξιδιού η διαδρομή πόσο θα ’ναι μεγάλη,
κι απ’ τα πελάγη πως θα πας στο ποθητό σου σπίτι».
Έτσι είπε κι η χρυσόθρονη Αυγούλα θα προβάλει.

Χλαμύδα και χιτώνα αυτή σε μένα θα φορέσει,
κι εκείνη ένα φόρεμα ολόλευκο θα βάλει
αραχνοϋφαντο, ψιλό, και πάνω της στη μέση
ζώνη φαρδιά,ολόχρυση, και μπόλια στο κεφάλι

και τότε μες στα δώματα γυρνούσα στο παλάτι
κουβέντες λέγοντας γλυκές καθένας να ξυπνήσει:                      550
«Ξυπνήστε, έφτασε η στιγμή ν’ ανοίξετε το μάτι,
να πάμε. Για όλα η θεά μ’ έχει καθοδηγήσει.


Τους πείθω και απόφαση η συντροφιά θα πάρει
να πάμε, μα  λιγότερους φίλους θα πάρω ακόμη,
κάποιον Ελπήνορα είχα εκεί, νέο και παλικάρι
αδύνατο στον πόλεμο, μα λίγος και στην γνώμη,

που για να βρει λίγη δροσιά απ’ το πολύ μεθύσι
κι απ’ τους συντρόφους χωριστά ως τη σκεπή θ’ ανέβει
μα απ’ τον αχό και θέλοντας κάτω να ροβολήσει
πετάχτη ορθός μα ξέχασε την σκάλα να κατέβει,

κι έτσι γκρεμοτσακίστηκε στο φοβερό σκοτάδι,
τσακίστηκε ο σβέρκος του έτσι όπως είχε πέσει                   560
και η ψυχή κατέβηκε μες στους βυθούς του Άδη.
Κι αφού ήρθαν όλοι να τους πω ,στήθηκα μες στη μέση:

«Θα λέτε η επιστροφή σπίτι μας πως ζυγώνει,
όμως η Κίρκη όρισε να φτάσουμε ξαγνάντι
στον Άδη, να κατέβουμε στην μαύρη Περσεφόνη
του Τειρεσία το χρησμό να πάρουμε του μάντη»

Αυτά τους είπα κι η καρδιές μαράθηκαν στα στήθια
και τα μαλλιά τραβούσανε και κλαίγανε στην άκρη.
Όμως με θρήνο κι οδυρμό πως να βρεθεί η αλήθεια
Και φτάσαμε στα πλοία μας με στεναγμό και δάκρυ             570


και η θεά αόρατη ήρθε μ’ ένα κριάρι,
και με προβάτα ολόμαυρη,  στο πλοίο να τα δέσει.
Ποιος, αν δεν θέλει ο θεός, χαμπάρι θα τον πάρει,
έτσι τρελά που τριγυρνά κι όλο αλλάζει θέση;                      574

           ΤΕΛΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Κ
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 07/07/10, 13:05
                 ΡΑΨΩΔΙΑ  Λ
                 (Νέκυια)
 
Σαν επιστρέψαμε ύστερα, στης αμμουδιάς το χάρτη
στον κυματόθραυστο γιαλό σύραμε το καράβι
και τα πανιά αφού δέσαμε επάνω στο κατάρτι
τ’ αρνιά μας βάλαμε σ’ αυτό, με τη καρδιά ν’ ανάβει

χύνοντας μαύρα δάκρυα, πονώντας και θλιμμένοι.
Και πίσω από το μελανό καράβι βήμα-βήμα
η θνητολάλα η θεά, η ωριομαλλιοβαμένη
στέλνει αγεράκι ανάλαφρο για να μας πάει πρίμα.

Mε φουσκωμένα τα πανιά, το πλοίο αρμενίζει
με οδηγό τον άνεμο κι άξιο κυβερνήτη.                                      10
Ολημερίς ταξίδευε ωσότου αυτό αγγίζει
του ηλιοβασιλέματος το σκοτεινό το σπίτι,

στου τρίσβαθου ωκεανού το τέρμα αυτό θα φτάσει
εκεί που των Κιμμεριωτών είναι ο λαός κι η χώρα
που σύννεφα και καταχνιά έχουν αυτούς σκεπάσει
κι αχτίνες του ήλιου   του λαμπρού, δεν βλέπουν ούτε ώρα,

μήτε ως τ’ αστερόσπαρτα, σαν ανεβαίνει ουράνια,
μήτε και στο κατέβασμα στον ουρανό τον λείο,
μα πάντα τους σκεπάζει αυτούς της νύχτας η ορφάνια.
Βγάλαμε εκεί σαν φτάσαμε τ’ αρνιά από το πλοίο,                   20

στο ρέμα του Ωκεανού, βήμα μας αργοφέρνει
μέχρι να φτάσουμε ως εκεί, που η Κίρκη είχε δείξει.
Αφού σφαχτά ο Ευρύλοχος, κι ο Περιμήδης φέρνει
το ξίφος μου απ’ τον μηρό, το χέρι θα τραβήξει

και σκάβω λάκκο μιάν οργιά στα φάρδη και στα μάκρη,
κι ολόγυρά του έσταξα για κάθε πεθαμένο
πρώτα μελόνερο, ύστερα γλυκό κρασί στην άκρη,
ξανά νερό, και όλο αυτό το κάνω αλευρωμένο,

για ευχές,  σ’ όλα τ’ αδύνατα κεφάλια θα μιλήσω,
αν στην Ιθάκη μου βρεθώ, την πιο καλή δαμάλα                    30
να σφάξω, μα και την φωτιά γι αυτούς θα την στολίσω,
στον Τειρεσία το τραγί, το πιο καλό απ’ τ’ άλλα,

κι αφού δεήθηκα μ’ ευχές στους πεθαμένους του Άδη
στον λάκκο, με το ξίφος μου, όλα τ’ αρνιά σφαχτήκαν
το αίμα πότισε τη γη. Μα μέσα απ’ το σκοτάδι
των πεθαμένων οι ψυχές τριγύρω συναχτήκαν..............Συνεχίζεται

 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 23/08/10, 13:32
                                     Λ  Γέροι που τυραννίστηκαν, νέες και παλικάρια,
κόρες παρθένες όμορφες στις λύπες κάποιου ανέμου
άντρες που με τα χάλκινα τους σκότωσαν κοντάρια
με άρματα αιματόβρεχτα, θύματα του πολέμου .                       40

Φτάσανε αναρίθμητες χωρίς στιγμή να πάψουν
να φωνασκούν, και μ’ έπιασε του φόβου μου το δράμα
Και διέταξα τους φίλους μου να γδάρουν και να κάψουν
τ’ αρνιά που κάτω κείτονταν σφαγμένα από την κάμα,

στην Περσεφόνη δέηση να κάνουν και στον Άδη.
Έπειτα βγάζω απ’ το μηρό το ξίφος να καθίσω,
οι άζωες οι κεφαλές μην έρθουν στο σκοτάδι
κοντά στο αίμα των αρνιών, για να τις εμποδίσω,

του Τειρεσία, πριν σ’ εμέ, δεν μου δοθεί η  γνώμη.
Πρώτη του Ελπήνορα η ψυχή ήρθε εκεί τρεχάτη                     50
γιατί είχε ασκέπαστο κορμί, από το χώμα ακόμη
που του το αφήσαμε εμείς, στης Κίρκης το παλάτι

χωρίς ταφή , και άκλαυτο που ’χαμε ανάγκη άλλη.
Τον είδα, δάκρυσε η καρδιά, κι ένοιωσα τόσο άδεια.
Με λόγια μου τον ρώτησα κι η πίκρα μου μεγάλη:
«Πως έφτασες Ελπήνορα πεζός μες στα σκοτάδια

πρώτος ερχόμενος εδώ παρ’ ότι είχα καράβι»
του είπα, και απάντηση με κλάμα τούτου πήρα:
«Γιε του Λαέρτη θεϊκέ που η τέχνη σου σε ανάβει
κρασί με τύφλωσε άθλια κακού θεού η μοίρα                            60

πεσμένος όπως ήμουνα δεν σκέφτηκα τη σκάλα,
στην Κίρκη που με κέρναγαν γλυκό κρασί οι φίλοι
κι αντί καλό κατέβασμα έπεσα κουτρουβάλα,
το σβέρκο μου άθλια σπάζοντας φανήκαν οι σφονδύλοι,

και την ψυχή μου ο θάνατος την έφερε εδώ πέρα
στον Άδη. Σε ξορκίζω εγώ κάνε καλή τη σκέψη
το ταίρι σου να το χαρείς, το γέρο σου πατέρα,
που όταν ήσουνα μικρός εκείνος σε είχε θρέψει

και τον Τηλέμαχό σου, νιό που είχες παρατήσει.
-γιατί απ’ τον Άδη τον σκληρό αφέντη μου γνωρίζω                  70
πάλι στης Κίρκης το νησί το πλοίο θα γυρίσει-
τότε λοιπόν θυμήσου με κι εμένα, σε ξορκίζω,


άκλαυτο μη μ’ αφήσετε, πριν φύγεις, να με θάψεις,
μήπως στοιχειώσω απ’ τους θεούς, για σένα κι είναι κρίμα,
τ’ άρματα , και το πτώμα μου αργότερα να κάψεις
κι ένα μνημούρι χτίσε μου στης θάλασσας το κύμα,

θύμηση να έχουν οι ύστεροι σε τούτη εδώ την άκρη
στον τάφο στήσε αργότερα ένα κουπί για μένα,
που τα πελάγη χτύπαγα με σύντροφους στα μάκρη».
Του απάντησα σαν μου είπε αυτά, με λόγια μου θλιμμένα:        80..............Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 15/09/10, 11:52
                             Λ
 
«Όλα όσα είπες θα γινούν μες στης ζωής το ρέμα».
Τέτοιες κουβέντες λέγαμε στου Άδη τα κατώγια
κρατώντας το μαχαίρι μου επάνω από το αίμα,
τέτοια πικρά λυπητερά και της σκιάς τα λόγια.

    Να της Αντίκλειας η ψυχή, της μάνας μου, την βρήκα,
που ήταν αυτή του  Αυτόλυκου, του παινεμένου κόρη,
και ζωντανή την άφησα όταν στην Τροία βγήκα,
κι όταν την είδα δάκρυσα απ’ της καρδιάς το ζόρι,

παρόλα τούτα το σπαθί δεν θα ’μπει σε πλεκτάνη,
πριν Τειρεσίας να φανεί, έστω η ψυχή ας κλαίει.                                90
Σαν του Θηβαίου η ψυχή του Τειρεσία φτάνει
κρατούσε σκήπτρο ολόχρυσο, με γνώρισε και λέει:

«Αχ Οδυσσέα θεϊκέ σοφέ Λαερτιάδη
πως ήρθες δω αφήνοντας τον ήλιο και την μέρα
τι να τους κάνεις τους νεκρούς του αραχνιασμένου Άδη
μα από το λάκκο το σπαθί τράβα το λίγο πέρα

αίμα να πιω και να σου πω αλήθεια κι όχι ψέμα».
Είπε και αποτράβηξα το ξίφος στη μεριά μου
με τ’ ασημένια τα καρφιά. Κι αφού ήπιε μαύρο αίμα
να λέει ο μάντης κίνησε για τα μελλούμενα μου:                                 100

«Αχ Οδυσσέα μου η καρδιά τον γυρισμό ζητάει
μα μες στο νου ενός θεού δεν είσαι αγαπημένος
γιατί ο Κοσμοσαλευτής γνωρίζω δεν  ξεχνάει
πως το παιδί του τύφλωσες και σου κρατάει μένος.

Παρ’ όλα αυτά η επιστροφή θα ’ρθεί  σαν είν’ οι πράξεις
καλές, όσες θα κάνουνε φίλοι σου αγαπημένοι
όταν το ομορφόδετο καράβι σου τ’ αράξεις
στης Θρινακίας το νησί, απ’ το κακό σωμένοι
  του μενεξόχρωμου γιαλού κι εκεί βρείτε γελάδια
του Ήλιου να βόσκουν, που ψηλά τα πάντα γύρω βλέπει.                110
Αν τώρα δεν τ’ αγγίξετε τα παχουλά κοπάδια
και στην πατρίδα σου ποθείς να φτάσεις όπως πρέπει,

θα φτάσεις στην Ιθάκη σου παρ’ όλα σου τα πάθη,
μα αν τα πειράξετε αυτά προβλέπω λύπης ρίγη
των φίλων και του καραβιού, κι αν μόνος σου στα βάθη
κερδίσεις την επιστροφή, οι φίλοι θα ’χουν φύγει

και πάθια σπίτι σου θα βρεις, σαν πας μ’ άλλο καράβι,
να τρων το βιος σου άνοοι, και στο γλυκό σου ταίρι
προίκα να τάζουν, σύντροφο  κάποιον αυτή να πάρει.
Όμως αυτοί θα πληρωθούν με δίκοπο μαχαίρι .                   120..............Συνεχίζεται






   
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 19/09/10, 14:04
                                                     Λ
  Και τους μνηστήρες τους κακούς όταν εσύ ξεκάνεις
στο αρχοντικό το σπίτι σου, στα ίσια ή με δόλο
με ομορφοτάξιδο κουπί ταξίδι εσύ να κάνεις
σε κόσμο που δεν ξέρουνε πέλαγα ούτε μώλο,

καράβια δεν γνωρίζουνε δεν τρέφονται με αλάτι,
δεν ξέρουν κοκινόπλωρα, κουπιά δεν έχουν μάθει
που ’ναι των καραβιών φτερά, μα θα σου μάθω κάτι
ένα σημάδι αλάθευτο για να μη κάνεις λάθη.

Όταν στο δρόμο τους θα πας, διαβάτης σ’ ανταμώσει
κι αυτό που ’χεις στον ώμο σου, στο λέει λιχνιστήρι ,                       130
το χέρι, τ’ όμορφο κουπί στη γη μέσα να χώσει
τον Ποσειδώνα ηρέμησε, κάνε του το χατήρι,

κάπρο, των χοίρων δαμαστή, και ταύρο και κριάρι
σφάχτου και στην πατρίδα σου σαν φτάσεις, στον βωμό σου
θυσίες κάνε αρχοντικές για των θεών τη χάρη
κι από πελάγη αλαργευτά θα ’ρθεί ο θάνατός σου

μες στα βαθιά γεράματα να σ’ εύρει στο παλάτι,
δίπλα σου θα ’χεις το λαό να έχει ευτυχήσει,
είναι Οδυσσέα η αλήθεια αυτή, δεν ξέρω άλλο κάτι».
Είπε και με δυό λόγια μου η γλώσσα θ’ απαντήσει:                             140

« Έχουν ορίσει ουράνιοι τη μοίρα μου έτσι ω μάντη,
μα έλα πες μου πως κι αυτό δεν φαίνεται για ψέμα,
πως τη ψυχή της μάνας μου τη βλέπω στο ξαγνάντι
να καμαρώνει άφωνη στο γιο της και στο αίμα
  κι ούτε το  βλέφαρο γλυκά σηκώνει να ρωτήσει,
για να γνωρίσει εμένανε πες μου πώς να της γνέψω;».
Με δυό κουβέντες του αυτός έτσι θα μου απαντήσει:
«Εύκολο αυτό που με ρωτάς και θα σε συμβουλέψω:

Σε όποιον επέτρεψες νεκρό στο αίμα να ζυγώσει
όλα όσα ξέρει θα στα πει, και δεν θα σε γελάσει ,                         150
κι όποιου αρνηθείς φεύγει ευθύς κι ούτε θα σ’ ανταμώσει».
Του μάντη τότε η ψυχή στον Άδη θα περάσει

καθώς μου είπε τα γραφτά που η μοίρα είχε ορίσει.
  Ακίνητος περίμενα μέχρι να ’ρθεί σε μένα
κι αφού ήπιε αίμα σκοτεινό τότε θα με γνωρίσει
και κλαίγοντας με ρώτησε με λόγια λυπημένα:..............Συνεχίζεται
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 29/09/10, 10:23
                                 Λ

«Γιε μου πως ήρθες ζωντανός στα σκοτεινά θολάμια
δύσκολο είναι ζωντανοί εδώ να έχουν φτάσει
γιατί έχει ρέματα βαθιά κι απέραντα ποτάμια
στη μέση πρώτα Ωκεανός, πεζός ποιος να περάσει                   160

αν το καράβι αλλουνού στα κύματα πετάει;
Τώρα απ’ τη Τροία με καλούς συντρόφους το αυλάκι
πέρασες παραδέρνοντας με πλοίο; Έχεις πάει
σπίτι σου ακόμα; Την κυρά την είδες στην Ιθάκη;».

Της απαντώ με λόγια μου που ήταν στο λογισμό μου:
«Στον Άδη μάνα μ’ έφερε κάποιας ανάγκης ξόδι,
του Τειρεσία η φωνή να δώσει τον χρησμό μου.
Στην χώρα την Ελληνική δεν πάτησε το πόδι,

ούτε σε Ιθάκη μπόρεσα το πόδι να πατήσω,
σαν με του Αγαμέμνονα, κατέφθασα τ’ ασκέρι                        170
στην Τροία την φαρδύδρομη Τρώες να πολεμήσω.
Μ’ αλήθεια πες μου μάνα μου όσα ο νους σου ξέρει:

Ποια μοίρα μάνα σ’ έστειλε στου θάνατου τις ήττες,
Μήπως αρρώστια τραγική; ή σ’ έφτασε εδώ πέρα
η σαϊτεύτρα η Άρτεμη με τις πυκνές σαϊτες;
Τι κάνει ο μοναχογιός, πες μου για τον πατέρα

αν το ’χουν το βασίλειο και το κρατούν ακόμη
ή άλλος τους το άρπαξε και μ’ έχουν ξεγραμμένο;
Πες, της γυναίκας η καρδιά, τι λέει , και η γνώμη,
αν κυβερνά, αν το παιδί το έχει βολεμένο,                                   180
   ή κάποιος απ’ τους Αχαιούς άρχοντας το ’χει αρπάξει;».
Είπα κι η μάνα μου απαντά με τούτα της τα λόγια:
« Στο αρχοντικό, το ταίρι σου, την πίστη κάνει πράξη
μερόνυχτα μαραίνεται στου παλατιού τ’ ανώγεια
 
 
τ’ όμορφο το βασίλειο κανένας δεν στο παίρνει
και στον Τηλέμαχο περνά κάθε σου περιβόλι
κάθεται ομοτράπεζος σε όποιονε του φέρνει
πρόσκληση, και προσέρχεται γιατί τον θέλουν όλοι.:..............Συνεχίζεται



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 14/10/10, 19:13
                              Λ

Όσο για τον πατέρα σου, για χρόνια έχει μείνει
στο αγροτικό, δεν έρχεται στην πόλη να πλαγιάσει,                  190
δίχως σεντόνια αστραφτερά, κουβέρτες, δίχως κλινη
με δούλους πέφτει καταγής σαν βαρυχειμωνιάσει

δίπλα στο τζάκι στη φωτιά με φτωχικά κουρέλια,
κι όταν το θέρος έρχεται και ο καιρός απλώνει
στα χτήματα τα καρπερά που ’ ναι γεμάτα αμπέλια
φύλλα μαζεύει που ’πεσαν, κι επάνω τους ξαπλώνει,

οι λύπες και οι στεναγμοί τον άμοιρο τον ζώσαν
για τον δικό σου γυρισμό, βαριά τον έχουν πλήξει
μα και βαθιά γεράματα για κείνονε πλακώσαν,
ο ίδιος καημός κι εμένανε στον τάφο μ’ έχει ρίξει                    200

η σαϊτεύτρα η θεά δεν μπόρεσε στ’ αλήθεια
με τα πυκνά τα βέλη της να πάρει τη ζωή μου
ούτε η καρδιά να νεκρωθεί με αρρώστια μες στα στήθια
Μα Οδυσσέα ο πόθος μου λάβωσε την ψυχή μου

για σένα με τον τόσο νου που  ’μελλε να σε χάσω»
Αυτά μου είπε κι έκαιγε μες στης καρδιάς τα βάθη
λαχτάρα να ’ρθω δίπλα της και να την αγκαλιάσω.
Τρεις το προσπάθησα φορές, και τρεις φορές εχάθη

σαν ίσκιος και σαν όνειρο πετάχτηκε στην άκρη
κι ο πόνος την καρδούλα μου την είχε βαλαντώσει.                  210
Τότε με λόγια απάντησα που στάζαν πίκρας δάκρυ:
«Μάνα μου πως δεν κάθεσαι που ’χω λαχτάρα τόση

στην αγκαλιά σου να βρεθώ, στον Άδη οι δυό μας μόνοι
με θρήνους απ’ τα μάτια μας το δάκρυ να κυλήσει;
Μην είσαι κάποιο φάντασμα που στέλνει η Περσεφόνη
τους οδυρμούς τους πόνους μας κι άλλο να τ’ αυγατήσει;
  Έτσι είπα και η σεβαστή μάνα μου θ’ απαντήσει:
«Γιε μου πιο δύστυχε αλλονών στου κόσμου την πλημμύρα
του Δία η κόρη, μη ρωτάς δεν σ’ έχει απατήσει
η Περσεφόνη. Μα οι θνητοί τέτοια έχουνε μοίρα                             220
 
κόκαλα, σάρκες ποιου νεκρού το νεύρο να κρατήσει
που απ’ της φωτιάς τη δύναμη λιωμένα έχουν στάξει
σαν τα λευκά του τα οστά έχει η ζωή αφήσει,
και η ψυχή σαν όνειρο γυρίζει όταν πετάξει,
 
μάθε τα αυτά και κίνησε τον ήλιο να ζυγώνεις
για να τα λες στο ταίρι σου απ’ της καρδιάς τα βάθη»
τέτοιες κουβέντες είπαμε κι ήρθαν της Περσεφόνης
σταλμένο πλήθος γυναικών κάτι κι αυτό να μάθει
 
κόρες ηρώων μυθικών, αρχόντων ταίρια πλήθος,
δεν είχαν απ’ το μελανό το αίμα αλαργέψει                                  230
σκεφτόμουνα την κάθε μιά να την ρωτήσω με ήθος,
κι αυτή η ιδέα φάνηκε καλύτερη σαν σκέψη
 
τράβηξα το μαχαίρι μου απ’ τον παχύ μηρό μου
κι εμπόδιζα όλες μαζί το αίμα να ρουφήξουν
η κάθε μια με την σειρά ερχόταν στο πλευρό μου
και κάθε μιά τους ρώταγα, το γένος τους να δείξουν................Συνεχίζεται


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: .......... στις 14/10/10, 20:09
................Συνεχίζεται
!!!
 
Το έχω παρακάνει σχολιάζοντας μερικά ποιήματα που καταθέτετε, αγαπητοί φίλοι,
αλλά θα είμαι πάντα παρούσα με τον καλό λόγο, όταν με συγκινεί η Ψυχή σας, διότι
Να είσαι θεός...
Να πάρεις μια χούφτα λάσπη...
Να της δώσεις σχήμα αγαπημένο...
Να την εμφυσήσεις με την πνοή σου..
Και να στολίσεις την Γη,
είναι Δημιουργία.
Να είσαι άνθρωπος...
Να πάρεις μια χούφτα όνειρο...
Να της δώσεις συναίσθημα υπεράνθρωπο...
Να την βαπτίσεις με τις λέξεις σου...
Και να στολίσεις τον Χρόνο,
είναι Ποίηση.
 
Λοιπόν,
Νόμισες πως θα γλύτωνες απ΄το ποιηματάκι;
Τέτοιo ταλέντο,  ivikos μας, που γίνεται μεράκι,
να δίνεις νέα Οδύσσεια και όνειρο να σώσεις,
θαρρώ του Χρόνου τ' άχραντα εσύ θα τα λυτρώσεις!
 
Χίλια Μπράβο σου Ποιητή!!!
(και λίγα είπα)
 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 15/10/10, 17:33
Να είσαι θεός...
Να πάρεις μια χούφτα λάσπη...
Να της δώσεις σχήμα αγαπημένο...
Να την εμφυσήσεις με την πνοή σου..
Και να στολίσεις την Γη,
είναι Δημιουργία.
Να είσαι άνθρωπος...
Να πάρεις μια χούφτα όνειρο...
Να της δώσεις συναίσθημα υπεράνθρωπο...
Να την βαπτίσεις με τις λέξεις σου...
Και να στολίσεις τον Χρόνο,
είναι Ποίηση.
 
Μα αυτό ολάκερο όπως το γράφεις είναι ποίηση!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Ευχαριστώ σε...............
 
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 25/10/10, 09:30
                              Λ
 
Πρώτη μπροστά μου η Τυρώ στη νύχτα αυτή του δόλου
που ’ λεγε πως πατέρα της είχε τον Σαλμωνέα
ταίρι της είχε τον Κρηθιά όμορφο γιο του Αιόλου
μα ποταμό αγάπησε, τον θείο Ενιπέα                                          240

που ’ταν ο ομορφότερος στον κόσμο αυτό, καθ’ ότου
συχνάζοντας ολημερίς στων εκβολών τ’ αλώνι
ο Κοσμοσείστης του ντουνιά πήρε το πρόσωπό του
και στα νερά τα δροσερά μαζί της ζευγαρώνει,

και μέγα κύμα πορφυρό σαν του βουνού υμένας
κάλυμμα γύρω απ’ τη θνητή και τον θεό θ’ απλώσει
κι όπως κοιμόταν έλυσε τη ζώνη της παρθένας
κι αφού οι ερωτικοί σπασμοί έχουν γι αυτούς τελειώσει

χαϊδεύοντας την τρυφερά της λέει δυό κουβέντες:
«χαρά για σένα που έζησες του έρωτα την δίνη                        250
όταν θα’ρθεί η ώρα σου θα κάνεις δυό λεβέντες
γιατί η αγάπη των θεών πάντοτε σπόρο δίνει

Χάδια χαρές ανατροφή γι αυτά να ’ναι ο αγώνας
σπίτι να πας και πρόσεχε το στόμα μην ανοίξει
εσύ μονάχα μάθε το πως είμαι ο Ποσειδώνας»
της είπε αυτά κι ακάθεκτος στο κύμα θα βουτήξει.

Στην ώρα της αυτή γεννά Πελία και Νηλέα
και βασιλιάδες γίνανε που ’χαν τον Δία φίλο
και ο Πελίας κάθισε στου Βόλου την αλέα
που ’χε αρνιά. Κι ο ύστερος στην αμμουδιά στην Πύλο            260

Με τον Κρηθέα γέννησε παιδιά στο μεθοκόπι
και άλλα, σαν τον Αίσονα, τον Αμυθέα, τον Φέρη
κι εφάνη η κόρη του Ασωπού, η όμορφη Αντιόπη
που ερωτικά  του Δία αυτή, τη χαϊδεψε, το χέρι

Μαζί του τον Αμφίωνα γένησε και τον Ζήθο
που την Επτάπυλη έχτισαν στις εποχές του λίβα
χτίζοντας κάστρο ολόγυρα σύμφωνα με τον μύθο
τειχίζοντας την δυνατά, την απλωμένη Θήβα

που δεν θα ήταν φρόνιμο ατείχιστη να μείνει.
Του Αμφιτρύωνα άφησα για να με πλησιάσει                           270
το ταίρι, η μάνα του Ηρακλή, η όμορφη Αλκμήνη
που με τον Δία γέννησε, όταν θα την πλαγιάσει

Του Κρέοντα είδα στα στερνά την κόρη, την Μεγάρη
που του Αμφιτρύωνα το γιο είχε για σύζυγό της
Τη μάνα του Οιδίποδα, με της ψυχής τα βάρη
την Επικάστη που έκανε για ταίρι της το γιο της

κι αυτός με μίσος τον γονιό ήρθε να τον κλαδέψει
και τούτο ο Δίας στους θνητούς θα τους το φανερώσει
Με πίκρες και με βάσανα αυτός θα βασιλέψει
στην Θήβα, τρισκατάρατος με των θεών τη γνώση                   280


Κι εκείνη για το αγύριστο ξεκίνησε ταξίδι
αφού κρεμάστηκε ψηλά απ’ τη θηλιά, συντρίμμια
απ’ τη σκεπή του πύργου της, και πίσω της αφήνει
πάθη, όσα φέρνει άφθονα της μάνας η βλαστήμια................Συνεχίζεται



 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 03/11/10, 14:02
                         Λ
  Και του Νηλέα αντίκρισα την όμορφη τη Χλώρη
που πλούσια δώρα δίνοντας την είχε σαγηνέψει
του Αμφίωνα την πιο στερνή, του γιου του Ιάσου κόρη
που είχε στον Ορχομενό, με δόξα βασιλέψει
 
Με τον Νηλέα βασιλιά εκείνη θα γεννήσει
τον Νέστορα, τον Χρόμιο, και τον Πολυκλυμένη                     290
και την Πηρώ την όμορφη που είχαν πεθυμήσει
για ταίρι τους οι άρχοντες σ’ όλη την οικουμένη

Μα ο Νηλέας θα ’δινε την κόρη του στο αντράκι
που τα φαρδυδοκούτελα στριφτόποδα θ’ αρπάξει
του Ίφικλου τ’ αμέρωτα τα βόδια απ’ τη Φυλάκη
κι ένας προφήτης μοναχά ετούτο θα του τάξει

Όμως κι αυτόν μοίρα σκληρή τον χτύπησε σαν βέλος
και ακατάλυτοι δεσμοί, και άγριοι βουκόλοι
σαν μέρες, μήνες πέρναγαν, και φτάνανε στο τέλος
Έκλεινε ο χρόνος κι η εποχή γύριζε πίσω όλη                             300

Τότε τον Ίφικλο εγώ να τονε λύνει είδα,
το ριζικό του να ρωτά, τον Δία εσεβάστη.
Του Τύνδαρου ύστερα έφτασε και πρόβαλε η Λήδα
που δυο λεβέντες γέννησε, τον αλογοδαμάστη

τον Κάστορα, και τον πολύ τον  μέγα γροθοφόρο
τον Πολυδεύκη, στην ζωή που ήταν παινεμένοι
κι ο Δίας στου Άδη έκανε,  στου σκοταδιού το χώρο
άλλοτε να ’ναι ζωντανοί κι άλλοτε πεθαμένοι,

μ’ εναλλαγή κι ισόθεα καθένας  ετιμήθη
Είδα την Ιφιμέδεια, του Αλωέα το ταίρι                                     310
που με τον Κοσμοσαλευτή έλεγε πως κοιμήθη
και δυό παιδιά, της έβγαλε στου κόσμου το φανέρι,

τον Εφιάλτη τον λαμπρό, ισόθεο τον Ώτο
που ήταν οι ψηλότεροι απ’όσους θρέφει η πλάση
ωραίοι με τον Ωρίωνα στα κάλλη πάντα πρώτο
κι εννιά χρονών , πήχες εννιά, το πλάτος τους θα φτάσει,

εννιά οργιές το ύψος τους, κι ανώτερα σαλεύει
και φοβερίσαν τους θεούς βγάζοντας άγρια γλώσσα,
πως του πολέμου ο αχός στον ουρανό θ’ ανέβει.
Να βάλουν βουληθήκανε τον Όλυμπο στην Όσσα                 320

και πάνω τους το Πήλιο, όλα μαζί παρέα
κι αν ζούσαν λίγο πιο πολύ θα το ’χαν κατορθώσει.
Μα ο γιος του Δία που η Λητώ τον γέννησε η ωραία
τους πήρε πριν το χνούδι τους στους κρόταφους φουντώσει

και πριν στο μάγουλό τους βγει, σγουρό το γένι ακόμη.
Είδα την Φαίδρα, κι ύστερα την Πρόκρη, και την κόρη
του Μίνωα του βασιλιά με την κακή τη γνώμη,
τη Αριάδνη, που ο Θησεύς από της Κρήτης τα όρη

θέλησε στην Ακρόπολη των Αθηνών να φέρει
μα η Άρτεμη την έστειλε του Άδη να βρει την πύλη                    330
σαν έτρεξε ο Διόνυσος να της το μεταφέρει.
Με την Κλυμένη φάνηκε ή Μαίρα κι η Εριφύλη

που πρόδωσε τον άντρα της η άτιμη για χρήμα
Μα όλες να τις θυμηθώ, να σας τις λέω τώρα
κι όσες γυναίκες μα και νιες είδα σ’ αυτό το βήμα
η νύχτα δεν θα έφτανε . Μα είναι του ύπνου ώρα

ή εδώ ή με τους ναύτες μου στο γρήγορο καράβι
κι εσείς για το ταξίδι μου φροντίστε κάντε κάτι».
Έτσι είπε κι όλοι απόμεναν με την καρδιά ν’ ανάβει
κι όλοι τους μαγευτήκανε στον ίσκιο στο παλάτι                        340

κι η λευκοχέρα να,μιλά ξεκίνησε η Αρήτη:
«Φαίακες πως σας φαίνεται αυτός ο αντρειωμένος
στο ανάστημα, στην ομορφιά, και στου μιαλού την κοίτη
δικός μου ο ξένος κι η τιμή μα και δικός σας ξένος................Συνεχίζεται




 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 09/11/10, 22:27
                                   Λ

Γι αυτό λοιπόν μη βιάζεστε, και δώρα όπως φίλοι
δίνουνε, δώστε και σ’ αυτόν, να τα ’χει κατά μέρος
δόξα να έχουν οι θεοί, πολλά μας έχουν στείλει».
Και τότε ο Εχένηος τον λόγο παίρνει ο γέρος

που ήταν ο γεροντότερος στων Φαίακων τα πλήθη:
«Τα λόγια της βασίλισσας είν’ η σωστή η λύση                       350
γι αυτό και πρέπει ν’ ακουστεί, μα όπως λεν’ τα ήθη
θα πρέπει ο Αλκίνοος, κι εκείνος να μιλήσει».

Και απαντά ο Αλκίνοος με τούτες δω τις λέξεις:
«Όσο στους Φαίακες θα ζω και της ζωής παγίδα
κακή για μένα δεν στηθεί-και πώς να την αντέξεις-
ο ξένος όσο κι αν ποθεί, θα φτάσει στην πατρίδα

με υπομονή, τα δώρα του για να μαζέψω αρχίζω,
κι όσο για την επιστροφή ο κόσμος θα φροντίσει
όλοι, κι εγώ πρώτ’ απ’ αυτούς στον τόπο που ορίζω».
Κι ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα του απαντήσει:                       360
  «Αφέντη μου Αλκίνοε, και πρώτε βασιλιά μου
και χρόνο να με θέλατε εγώ θα είχα μείνει
κι αργότερα θα πήγαινα σπίτι μου, στη δουλειά μου,
άλλο απ’ αυτό δεν θα ’θελα , αυτό θα είχε γίνει

να ’φτανα με τα χέρια μου, στη χώρα μου, γεμάτα
με πιο τιμή θα ’ρχότανε κανείς να μ’ ανταμώσει
σαν στης Ιθάκης μ’ έβγαζε του γυρισμού η στράτα».
Και τότε ο Αλκίνοος απάντηση θα δώσει:

«Αν Οδυσσέα στο πρόσωπο κανένας σε κοιτάξει
ψεύτη και κουτοπόνηρο η φάτσα σου δεν δείχνει                  370
όπως μυριάδες την ψευτιά την έχουν κάνει πράξη,
που λεν χιλιάδες ψέματα και δεν αφήνουν ίχνη

μα εσύ έχεις τρόπους που μιλάς κι ευγένεια και χάρη
σαν ραψωδός τραγούδησες γλυκά μες απ’ τα στήθια
τις πίκρες και τα βάσανα, των Αχαιών τα βάρη
Μα εξήγησέ μου τούτο εδώ και πες μου την αλήθεια

Αν σύντροφο συνάντησες από της Τροίας τη χώρα
δικούς σου συμπολεμιστές που βρήκανε το Χάρο.
Η νύχτα είναι ατέλειωτη κι ούτε ήρθε ακόμα η ώρα
να πάμε στο κρεβάτι μας. Μα βόηθα με να πάρω                 380

γνώση γι αυτές σου τις δουλειές, ο ύπνος θα μ’ αφήσει
άμα τα βάσανά σου λες ετούτα ως να φέξει»
Τότε ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα τ’ απαντήσει
«Αφέντη μου Αλκίνοε που ’χεις σοφή τη λέξη

όλα θα’ ρθούν στην ώρα τους κι ο ύπνος κι οι κουβέντες
κι αν θέλεις βάσανα πολλά ν’ ακούσεις άμα λάχει
μπορώ να στα διηγηθώ τι πάθανε λεβέντες
όσοι στην Τροία γλίτωσαν το σφαγιασμό στη μάχη

μα ταίρια τους κλαδέψανε πρόστυχα δίχως πίστη».
  Σαν τις γυναίκες σκόρπισε η θεία Περσεφόνη,                    390
του Αγαμέμνονα η ψυχή θλιμμένη εμφανίστη
κι άλλων ηρώων οι ψυχές χωρίς να είναι η μόνη

όσες χαθήκαν στου Αίγισθου το ξακουστό το σπίτι
Αφού με γνώρισε έσκυψε μαύρο αίμα να ρουφήξει
Δάκρυα τότε κύλισαν απ’ των ματιών τη κοίτη
και άπλωσε τα χέρια του θέλοντας να μ’ αγγίξει.  ................Συνεχίζεται



 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 17/11/10, 11:27
                                 Λ
Όμως με νεύρα ασταθή τι δύναμη να νοιώσει
Τα μέλη στέκαν άνευρα στην κάθε τους την άκρη
κι όπως τον είδα η καρδιά κόντευε να ματώσει
και με δυό λόγια φτερωτά του ’πα γεμάτος δάκρυ:      400

«Του Ατρέα Αγαμέμνονα, πως κάθισε ο αγώνας,
μοίρα κακή σου έστειλε του θάνατου την ώρα;
Μην σ’ έπνιξε με τα γοργά καράβια ο Ποσειδώνας
στέλνοντας άγριους άνεμους κι ανίκητη την μπόρα

μήπως σε φάγανε εχθροί, στη γη, κάτω απ’ τ’ άστρα
που ’κλεβες ζώα και αρνιά στου κόσμου τ’ ανηφόρια
ή να τους πάρεις πάλευες και σύζυγους και κάστρα;».
Έτσι είπα και μ’ απάντησε αμέσως με δυό λόγια.

«Αχ Οδυσσέα θεϊκέ και γόνε του Λαέρτη
δεν μ’ έπνιξε με γρήγορα καράβια ο Ποσειδώνας                 410
μπόρες σηκώνοντας κακές με του άνεμου το ντέρτι
Ούτε με χάλασε άδοξα κάποιων εχθρών ο αγώνας.

Ο Αίγισθος τον Χάροντα, κι η σκύλα μου ετοιμάζει,
-το ταίρι μου- .Με φώναξε στο σπίτι για να φάω
και μ’ έσφαξε όπως σε παχνί κανείς  το βόδι σφάζει.
Με τέτοιο άθλιο θάνατο στον Άδη εγώ θα πάω

κι ήρθαν σφαγμένοι δίπλα μου κι οι φίλοι μου οι άλλοι
σφαχτά γουρούνια ασπρόδοντα στων ευγενών τους τόπους
που σφάζουν για τραπέζωμα και για γιορτή μεγάλη
Θα έτυχες σε χαλασμό που σκότωσαν ανθρώπους                   420
                                                                                                 
κι είδες σε μάχες φοβερές κάθε ζωή να παίζει.
Όμως αν τούτο αντίκρυζες θα σου φαινόταν ψέμα
που στα κροντήρια ολόγυρα και στο βαρύ τραπέζι
μας έριξαν κατάχαμα κι άχνιζε η γη από αίμα

Και η Κασσάντρα ούρλιαξε, του Πρίαμου η κόρη
που η Κλυταιμνήστρα έστειλε σε κόσμο άθλιο μαύρο
αν και προσπάθησα κι εγώ να πιάσω με το ζόρι
την κάμα απ’ το χέρι της, μα δύναμη που να ’βρω

κι η σκύλα με παράτησε δεν θέλησε κλεισμένο
το στόμα και τα μάτια μου στον θάνατο ν’ αφήσει,                 430   
από γυναίκα δεν θα βρεις θεριό πιο λυσσασμένο
αν το κακό ψάχνει η ψυχή, κι αυτό νομίζει λύση
  Άτιμο πράγμα σκέφτηκε, στραβό και όχι ίσο
τον άντρα της η μέγαιρα να τον Δολοφονήσει
κι εγώ καλοδεχούμενος νόμιζα θα γυρίσω
στο σπίτι μου και στα παιδιά. Μα είχε κανονίσει

η ίδια να πάρει τις ντροπές, μα ήταν στα γραμμένα
και κάθε φρόνιμη κυρά ντροπής να πάρει μένος»
Είπε κι εγώ του απαντώ με λόγια λυπημένα:
«Του Ατρέα,  ο Δίας κυνηγά εξ απαρχής το γένος                   440

για γυναικεία φερσίματα, θυμήσου την Ελένη
τα πάθη που περάσαμε ποιος να τ’ απαριθμήσει
της Κλυταιμνήστρας το κακό σ’ αυτή την οικουμένη»
Είπα κι ευθύς με φτερωτά λόγια θα μ’ απαντήσει:................Συνεχίζεται


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 27/11/10, 10:09
                                   Λ

«Γυναίκα μην εμπιστευτείς μέσα στους ουρανούς σου
το μυστικό σου μη της πεις όσα καλός και να ’σαι
πάντοτε άλλα να της λες, κι άλλα να κάνει ο νους σου
Μα από γυναίκα σφάξιμο Οδυσσέα δεν φοβάσαι

γιατ’ είναι τόσο γνωστική και σου ’χει και λατρεία
η Πηνελόπη η φρόνιμη του Ικάριου η κόρη                            450
νιόνυφη την αφήσαμε σαν βγήκαμε στην Τροία
κι αυτή το γιο σου βύζαινε, των δυό σας το αγόρι

όμως θα ξεπετάχτηκε θα είναι παλικάρι
καλότυχος ο κύρης του που θα τον αγκαλιάσει
κι εκείνος τον πατέρα του στην αγκαλιά θα πάρει.
Μα η δική μου φρόντισε ’μενα να κομματιάσει

και να μην είναι μπορετό να το χαρώ λιγάκι.
Και κάτι άλλο θα σου πω που το μυαλό σκαρφίστη
πολύ κρυφά κι αντίκρυφα ν’ αράξει στην Ιθάκη
το πλοίο. Οι γυναίκες πια καμιά δεν έχουν πίστη                    460

Μα πες μου αλήθεια σαν κι αυτή, που θα ’λεγες του φίλου:
Που μεγαλώνει ο γιόκας μου, σε ποιας γωνιάς το χάρτη;
Αν είναι στον Ορχομενό ή στην δροσιά της Πύλου
ή στον Μενέλαο κοντά στην απλωμένη Σπάρτη;

Γιατί ο  Ορέστης μου στη γη δεν φαίνεται χωμένος»
Έτσι είπε και του απαντώ κι εγώ με δυό μου λέξεις :
«Τι με ρωτάς του Ατρέα γιε αν είναι πεθαμένος;
κι ούτε το βλέπω εγώ σωστό με τούτα εδώ να παίξεις»
  Τέτοιες κουβέντες λέγαμε στο Άδη την αλέα
με δάκρυα λυπητερά και της καρδιάς τα ώχου.                  470
Κι ύστερα ήρθε η ψυχή του ατρόμητου Αχιλλέα
μαζί του Πάτροκλου η ψυχή, και δίπλα του Αντιλόχου

κι ύστερα ήρθε του Αίαντα , που στης μορφής τη θέα
του Αχιλλέα ύστερος, πρώτος απ’ τον καθ’ ένα.
Όμως με γνώρισε η ψυχή αμέσως του Αχιλλέα
και μες στο θρήνο μου έλεγε με λόγια φτερωμένα:

«Αχ Οδυσσέα Διόγεννε σοφέ Λαερτιάδη
τι άλλα πια σοφίστηκες, στο νου σου τι περνάνε,
πως τόλμησες να κατεβείς στον στοιχειωμένο Άδη
που άδεια νεκρά φαντάσματα θνητών εδώ γυρνάνε;».       480

Και με δυό λόγια φτερωτά έτσι θα τ’ απαντήσω:
«Φίλε μου του Πηλέα γιε, και των Ελλήνων πρώτε
τον Τειρεσία έφτασα εδώ για να ρωτήσω
πως στην Ιθάκη μου θα βγω που έφυγα από τότε

μ’ ακόμα την βραχόσπαρτη τη γη της να πατήσω
κι όλο καημούς είν’ η καρδιά μέχρι να το πετύχει.
Μα εγώ θνητό δεν μπόρεσα να ξανασυναντήσω
φίλε Αχιλλέα σαν κι εσέ κι ούτε ποτέ θα τύχει

γιατί ήσουν πάντα σα θεός για όλους τους Αργίτες
κι εδώ βλέπω σου φέρονται σεμνά και τιμημένα.          490
Έτσι λοιπόν μη χολοσκάς για τούτες σου τις ήττες».
Είπα κι αυτός μου απάντησε με λόγια λυπημένα:................Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 06/12/10, 12:22
                           Λ

«Δεν θέλω για τον θάνατο Οδυσσέα παρηγόρια
θα ’θελα να ’μια ζωντανός στη γη και να δουλεύω
σε άνθρωπο με λίγο βιος, δεν θα ’χα στενοχώρια
παρά στου Άδη τους νεκρούς εδώ να βασιλεύω

Για τον λεβέντη μου να πεις τι έκανε εκεί πέρα
έστεκε πίσω ή ήταν μπρος, στης μάχης τους αγώνες
κι αν ξέρεις για τον ξακουστό το γέρο μου πατέρα
αν βασιλεύει δυνατά μέσα στους Μυρμιδόνες               500

ή στην Ελλάδα τον μισούν, τον αψηφούν στην Φθία
που τον βαραίνουν γηρατειά ασήκωτα στους ώμους;
Αχ και βοηθός του να ’μουνα στου ήλιου την ευθεία
όπως στην Τροία κάποτε με τους φαρδείς τους δρόμους

που παλικάρια σκότωνα βοηθώντας τους Αργίτες.
Αχ κάποτε να έφτανα στον σπιτικό μου ήλιο
όλοι τους θα με τρέμανε, θα γνώριζαν τις ήττες
όσοι ζητούν με πονηριά να κλέψουν το βασίλειο»

Είπε κι εγώ του απάντησα με δύο μου κουβέντες:
«Για τον Πηλέα τίποτα δεν κρύβω μες στα στήθια              510
μα για τον Νεοπτόλεμο που ανήκει στους λεβέντες
όπως εσύ το ζήτησες θα μάθεις την αλήθεια

από την Σκύρο λάμνωντας τον φέρνω κάποια ώρα
ο ίδιος, προς τους Αχαιούς που ’χαν πολέμου έξη
κι όταν στης Τροίας, σύνοδος, γινότανε τη χώρα
πρώτος μιλούσε κι ήτανε σωστή κάθε του λέξη

καλύτεροί του ο Νέστορας κι εγώ, είμαστε μονάχοι
κι όταν τα όπλα αστράφτανε στης Τροίας την πεδιάδα
πίσω δεν έστεκε ποτέ έμπαινε με στη μάχη
με την ορμή του άφθαστη δόξαζε την Ελλάδα                      520

θάνατο χάριζε σ’ εχθρούς, τους έστελνε στις ήττες
δύσκολο να λογαριαστούν και να τους μάθω μόνο
αυτούς που ο γιος σου σκότωσε, βοηθώντας τους Αργίτες
όπως και τον Ευρύπυλο του Τήλεφου τον γόνο

που με σπαθί τον κάρφωσε, καθώς Κητιώτες κι άλλους
που γράφτηκαν στο τάγμα του για γυναικεία κάλλη
Αυτόν μετά απ’ τον Μέμνονα δεν είδα πιο μεγάλους
λεβέντες. Κι όταν μπήκαμε οι Αργίτες οι μεγάλοι

στο άλογο που ο Επειός με τέχνη είχε φτιάσει
-κι εγώ στην πόρτα του φρουρός να μην ανοιγοκλείνει-   530
τους αρχηγούς των Δαναών ο φόβος είχε πιάσει
τα μάτια τους σφουγγίζανε στου τρόμου τους τη δίνη.

Κίτρινο χρώμα η όψη του δεν είδα να ’χει πάρει
ήτανε ροδοκόκκινη, δάκρυ δεν θα σφουγγίσει
κι απ’ το άλογο να πεταχτεί μου ζήταγε σαν χάρη,
τους Τρώες περισσότερο ακόμα ν’ αφανίσει,

και του σπαθιού του τη λαβή ζητούσε ν’ αναλάβει.
Κι όταν το κάστρο πήραμε του Πρίαμου στ’ αλήθεια
αλάβωτος πίσω γυρνά στο μελανό καράβι
με δόξα και με λάφυρα, χωρίς πληγή στα στήθια               540
 
από κοντάρι που ζητά να πάρει τη ζωή του
καθώς στον πόλεμο αν πας παίζεις και με τον Άδη»
Ο Αχιλλέας τ’ άκουσε κι ανάσανε  η ψυχή του
και πήδαγε το ασφόδελο, με δρασκελιές λιβάδι

για την παλικαριά του γιου, όλο χαρά γεμάτη.
Κι άλλες στεκόντουσαν ψυχές στου Άδη τον χειμώνα
γεμάτες λύπη φτάνανε κι όλο ρωτούσαν κάτι.
Μόνο του Αία η ψυχή του γιου του Τελαμώνα

στεκότανε παράμερα κι η θλίψη του μεγάλη
που πήρα πολεμώντας τον, του νικητή την δάδα                  550
για του Αχιλλέα τ’ άρματα που η Θέτις είχε βάλει
κι οι Τρωαδίτες έκριναν μαζί με την Παλλάδα.:................Συνεχίζεται


 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 12/12/10, 08:44
                         Λ
  Όμως αγώνας σαν κι αυτόν στην ήττα ας κυλούσε
γιατί για κείνα χάθηκε από της γης τη θέα
ο Αίας που στη λεβεντιά και στο σπαθί περνούσε
όλους τους άλλους Αχαιούς εκτός του Αχιλλέα

Μα η καρδιά ,με μαλακά λόγια θα του μιλήσει:
«Αίαντα λεοντόκαρδε παιδί του Τελαμώνα
νεκρός, κι ακόμα δεν ξεχνάς τα πάθη και τα μίση
για τα ρημάδια τ’ άρματα που ’χασες τον αγώνα                560

για συμφορά μας τα ’ριξαν οι ουράνιοι στη μέση
και χάνοντας τον πύργο μας αρχίσαμε τον θρήνο
για Αχιλλέα και για εσέ που ’κανε  ο Άδης θέση
όμως το μέγα φταίξιμο στον Δία εγώ το δίνω

που τον στρατό των Αργιτών τον είχε κατατρέξει
και μες στο χώμα σ’ έβαλε. Μα στην καρδιά σου κέντα
το πάθος κι έλα μίλησε όσο και να ’χω φταίξει».
Είπα μα μες στη σκοτεινιά δεν έβγαλε κουβέντα

και στις ψυχές άλλων νεκρών ευθύς θα ροβολήσει
θα μίλαγε ας είχε αυτός όψη των θυμωμένων,            570
μα ήταν η λαχτάρα μου κι είχε η καρδιά θελήσει
να δει τριγύρω τις ψυχές των άλλων πεθαμένων.

Κι είδα τον Μίνωα, τον γιο του Δία, που κρατούσε
σκήπτρο χρυσό και έκρινε μες στο βαθύ σκοτάδι
νεκρούς, και γύρω απ’ τον κριτή καθένας τους, ζητούσε
δίκιο, ορθοί ή καθιστοί μες στον πλατύπυλο Άδη

Είδα και τον πελώριο Ωρίωνα να τρέχει
μες στο λιβάδι που ήτανε γεμάτο ασφοδείλια
θεριά που σκότωσε αυτός να σαλαγά και να έχει
στα χέρια χάλκινο ραβδί μ’ αράγιστα τα χείλια.                      580

Τον Τιτυό τον γιο της γης είδα εκεί καθ’ ότι
πεσμένος και κατάχαμα εννιά στρέμματα πιάνει
και δύο γύπες να του τρων δίπλα του το συκώτι
ψάχνοντας μες στα σωθικά μα ποιος να τονε γιάνει

γιατί στου Δία τη σύγκλινη Λητώ είχε χυμήξει
για την  Πυθώ όταν πήγαινε, μεσ’ απ’ τον Πανοπέα.
Τον Τάνταλο είδα που κι αυτόν η πίκρα είχε πνίξει
στην λίμνη ορθό, τα γένια του; ως του νερού τη θέα

που η δίψα τούτον έκαιγε κι ούτε να πιει μπορούσε
σαν έσκυβε ο γέροντας μία σταγόνα να ’βρει                         590 
έφευγε αμέσως το νερό, στη γη υποχωρούσε
κι η γη στα πόδια φαίνονταν κατάξερη και μαύρη..:................Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: Ο Νέος Κιθαρωδός στις 12/12/10, 11:10
Γλυκό Μαρτύριο Σε Μεγάλες Δόσεις!

Έτσι βλέπω την δημοσίευση των αποσπασμάτων της Οδύσσειας. Το έχω πει και το ξαναλέω, ivikos, υποκλίνομαι, δεν βρίσκω λόγια να σου πω μπράβο!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 12/12/10, 14:36
φίλε μου Κιθαρωδέ
μπορεί μαρτύριο...
αλλά αν είναι γλυκό όπως λες, και ταυτόγχρονα σε μεγάλες δόσεις,
με ικανοποιεί.......
 
Τώρα οι δόσεις δεν μπορούν να είναι λιγότερες, γιατί είναι τεράστιο το αντικείμενο
και σιγά-σιγά μέχρι να το αντιγράψω...να το διορθώσω ορθογραφικά, και συντακτικά(όσο
γίνεται βέβαια)...να κάνω επαλήθευση...κλπ.  ο χρόνος τρέχει...
Αν με το καλό φτάσει στο τέλος του και υπάρχει η δυνατότητα από το kithara,
μακάρι να δινόταν αυτούσιο,ολοκληρωμένο,  και απαλλαγμένο από σχόλια, και παρεμβάσεις..
 
Πάντως οφείλω ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!
για το σχόλιό σου...
 
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ε? στις 16/12/10, 12:14
συνεχισε ivikos....
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 16/12/10, 12:24
αυτό θα κάνω rakenditos
 
Σ'ευχαριστώ!!!!!!!!
 
(κάνε και καμμιά καταχώρηση  όμως...ξεχάστηκες;)
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 16/12/10, 12:32
                                    Λ
 
Δέντρα ψηλά από πάνω του με τον καρπό, γερμένα
ροδιές , δροσάτες αχλαδιές, μήλα που ’χουν μελώσει
συκιές γλυκές ολόγιομες, λιόδεντρα φορτωμένα,
κι όταν ο γέρος έκανε τα χέρια του ν’ απλώσει

μες στις σκιές των σύννεφων τα ψήλωναν τ’ αγέρια
Εκεί είδα τον Σίσυφο να προσπαθεί με βιάση
πέτρα μεγάλη να κρατά στα δύο του τα χέρια,
πόδια και χέρια στήλωνε τον βράχο ν’ ανεβάσει                    600

ως την κορφή, κι ότι έφτανε στην άκρη ν’ ακουμπήσει
ο βράχος μ’ άγρια ορμή γυρνούσε πίσω πάλι
στο ίσωμα που από κει είχε αρχικά κινήσει,
κι αυτού ξανά ξεκίναγε ο αγώνας του κι η πάλη

κι ίδρώτας τρέχει, κι άγγιζε στο χώμα η κεφαλή του.
Και την σκιά του Ηρακλή κανένας δεν μου κρύβει
γιατί αυτός με τους θεούς περνάει τη ζωή του,
αφού έχει ήδη παντρευτεί την λευκοπόδαρη Ήβη

που ο Δίας την εγέννησε κι η χρυσοπέδιλη Ήρα
Γύρω οι νεκροί, σαν τα πουλιά στου τρόμου τους τις ήττες         610
κι αυτός γυρνά καμαρωτός στου σκοταδιού τη γύρα
κρατώντας το δοξάρι του γεμάτο με σαϊτες
  Άγρια κοιτά  σαν να ’θελε αυτές να αμολύσει,
στα στήθια φόραγε λουρί που ’χε την πλέξη ανάρια
και πάνω είχαν ζωγραφιές παράξενες κεντήσει
αρκούδες, αγριογούρουνα, αγριόματα λιοντάρια
 
πόλεμοι, μάχες, σκοτωμοί φόνοι άγριοι μεγάλοι
άλλο λουρί όπως αυτό δεν θα ξανακεντήσει
όποιος την τέχνη την τρανή σε τούτο είχε βάλει
Κι ως έστριψε τα μάτια του αυτός θα με γνωρίσει             620
 
και με το δάκρυ θα μου πει τα λόγια τα θλιμμένα:
«Αχ Οδυσσέα θεϊκέ σοφέ Λαερτιάδη
τη μοίρα σου ακολουθείς κι εσύ, που αυτή κι εμένα
με έφερε η άπονη στην σκοτεινιά του Άδη
 
Ας ήμουνα του Δία γιος, πολλά βάσανε είδα
δούλευα σε κατώτερο αφέντη, κι όχι φίλο
αγώνες μου έβαζε άγριους που ήτανε παγίδα,
ως μέχρι εδώ με έφτασε για να του πάω το σκύλο
 
γιατί δεν βρήκε πιο βαρύ αγώνα με σκληράδα.
Μα εγώ κι εκεί δε δείλιασα τον έβγαλα απ’ τον Άδη             630
καθώς με βόηθησε ο Ερμής κι η Αθηνά η Παλλάδα ».
Αυτά μου είπε κι έφυγε μες στο βαθύ σκοτάδι
 
κι ασάλευτος στης σκοτεινιάς  την άκρη καρτερούσα
άλλον κανένανε νεκρό, και ήρωα από μύθο.
Τους πιο παλιούς θα έβλεπα ήρωες που ποθούσα
των αθανάτων δύο γιους ,Θησέα και Περίθο
 
Αλλά χιλιάδες οι νεκροί συνάχτηκαν και πάλι
μ’ αλαλαγμούς και ένοιωσα φόβο να με παγώνει
φοβούμενος πως της Γοργώς το φοβερό κεφάλι
μες απ’ τα μαύρα Τάρταρα μου στείλει η Περσεφόνη.           640
 
Χάθηκα προς το πλοίο μου με την καρδιά ν’ ανάβει
κι είπα στους ναύτες τα κουπιά να πιάσουνε στο χέρι.
 Στα κύματα του Ωκεανού γλιστρούσε το καράβι
αρχή-αρχή με τα κουπιά, κι ύστερα με τ’ αγέρι                         644
   ΤΕΛΟΣ  Λ!  ΡΑΨΩΔΙΑΣ   
 


 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 28/12/10, 09:09
                               ΡΑΨΩΔΙΑ  Μ

Το πλοίο μας σαν άφησε του Ωκεανού την μύτη
γλίστρησε μες στα κύματα, στου πέλαου τη νεφέλη,
ήρθε στης Αίας το νησί που ’χει χορό και σπίτι
η όμορφη η Χαραυγή, κι ο Ήλιος ανατέλλει,

σύραμε το καράβι μας στην άμμο ακουμπώντας
πηδήξαμε κι αράξαμε στην αμμουδιά γερμένοι
και λίγο κοιμηθήκαμε να φέξει προσδοκώντας.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη η Αυγή η καλοθρεμμένη

στης Κίρκης πήγαν σύντροφοι, τ’ ανάκτορα, στα μάκρη
του Ελπήνορα να φέρουνε το λείψανο το λάβρο                          10
κι αφού κλαδιά μαζέψανε στης θάλασσας την άκρη
τον θάψαμε περίλυποι χύνοντας  δάκρυ μαύρο.

Όταν εκάηκε ο νεκρός με την αρματωσιά του
μνήμα του στήσαμε εκεί, κι υψώσαμε μια στήλη
ίσιο κουπί του στήσαμε στο μνήμα του θανάτου.
Έτσι τελειώσαν οι δουλειές. Μα η Κίρκη, απ’ την πύλη

του Άδη, μ’ έξυπνη ματιά είδε πως φτάσαμε ήδη
κι ήρθε ντυμένη, τρέχοντας με βλέμμα αετίσιο
κι οι δούλες φέραν κάνοντας μικρό ως εκεί ταξίδι
ψωμί, και κόκκινο κρασί, κρέας καλό περίσσιο.                          20

Στην μέση η σεβαστή θεά στέκεται και τους κρένει:
«Κακόβουλοι που βρήκατε στον Άδη για να πάτε
δύο φορές, ενώ ο καθείς μία φορά πηγαίνει,
μα ελάτε τώρα ολημερίς να πιείτε και να φάτε

κι αν φτάσει το ξημέρωμα φεύγετε για ταξίδι.
Τον δρόμο θα σας δείξω εγώ με το δικό μου χέρι
μήπως σε κάποια δύσκολη παγίδα πέσετε ήδη
στην θάλασσα ή στην στεριά και βάσανα σας φέρει

Αυτά είπε και κατάφερε νου και ψυχή να πείσει.
Τότε όλη μέρα τρώγαμε στο αμμουδερό λιβάδι                         30
κρέας και κόκκινο κρασί μέχρι να έρθει η δύση
Κι ο ήλιος σαν βασίλεψε κι έπεσε το σκοτάδι

όλοι αποκοιμήθηκαν μες στων σκοινιών τα βάθη
κι αυτή γλυκά μ’ αλάργεψε κρατώντας με απ’ το χέρι
και ξαπλωμένη δίπλα μου ρωτούσε για να μάθει
κι όλα της τα ’πα στη σειρά, η Κίρκη  να τα ξέρει...:................Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 03/01/11, 08:02
                            Μ
  Τ’ άκουσε όλα η θεά κι έτσι θα μ’ απαντήσει:
«Τέλειωσαν όλα πια αυτά και πόνοι και οδύνες
μ’ άκου με, θα ’ρθει κι ο θεός γι αυτά να σε φωτίσει.
Στον δρόμο τώρα που θα βγεις, θα φτάσεις στις Σειρήνες               40

που τους θνητούς μαγεύουνε αν δίπλα τους περάσουν
με το γλυκό τραγούδι τους που έχουν τραγουδήσει.
Το ταίρι αυτοί δεν χαίρονται, κι αυτόν θα τον ξεχάσουν
τα τέκνα, κι ούτε σπίτι του ποτέ του θα γυρίσει

γιατί οι Σειρήνες έχουνε με το άσμα τους μαγέψει
όσους περνούν, και καθιστές βρίσκονται στο λιβάδι,
γύρω τους σάρκες, κόκαλα, σωρό έχουν μαζέψει
σαπίζοντας εδώ κι εκεί. Προσπέραστες τροχάδη.

Μα των συντρόφων σου τ’ αυτιά φράξε με βουλοκέρι
τ’ άσματα να μην ακουστούν γιατί θα τους αρέσουν                         50
εσύ άκουσέ τα τ’ άσματα. .Όμως να πεις στ’ ασκέρι
στου καταρτιού σου τα σκοινιά ολόρθο να σε δέσουν

τα παλαμάρια πιο σφιχτά πάνω σου να τανύσουν
των Σειρηνών τα άσματα να είναι χάρισμά σου
κι αν σκούζεις και παρακαλάς συντρόφους να σε λύσουν
εκείνοι ακόμα πιο γερά να σφίγγουν τα δεσμά σου.

Σαν τις Σειρήνες δυνατά περάσει το καράβι
ποιο δρόμο πάρεις από εμέ δεν θα το βρεις δοσμένο
σκέψου ποιο μέρος θα διαβείς ο  νους θα καταλάβει.
Το ’να έχει πέτρες κρεμαστές, το κύμα το αφρισμένο                         60

της Αμφιτρίτης το χτυπά, χειμώνες – καλοκαίρια,
Πλαγκτές ετούτες οι θεοί τις ονομάζουν ήδη.
Μα ούτε πουλιά πετούν εκεί ούτε άγρια περιστέρια
που αμβροσία φέρνουνε στον Δία τον Κρονίδη....:................Συνεχίζεται

Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 08/01/11, 10:27
                             Μ
  Κι η πέτρα βλέπει όποιο πετά, το αρπάζει  ένα-ένα,
μα ο Δίας τούτο αναπληρεί να ξαναμείνουν ίδια,
θνητών καράβι από κει δεν πέρασε κανένα,
κουφάρια άψυχα ναυτών και καραβοσανίδια

τα σέρνουν άγρια κύματα στης θάλασσας την κοίτη,
μόνο ένα πλοίο έσωσε η πελαγίσια η μοίρα                                         70
την ξακουσμένη την Αργώ σαν ήρθε απ’ τον Αιήτη,
κι αυτή θα την κομμάτιαζαν οι πέτρες, αν η Ήρα
  για χάρη του Ιάσονα δεν έσωνε το πλοίο.
Δυό βράχια στου άλλου υψώνονται το ουράνιο καμίνι,
το πρώτο-πρώτο φαίνεται απότομο και λείο
και συννεφιά κατάμαυρη στη κορυφή έχει μείνει

ξάστερο τούτο δεν θα δεις χειμώνες- καλοκαίρια.
Ούτε άνθρωπο  θα έβλεπες σε τούτο ν’ ανεβαίνει,
με είκοσι πόδια χάρισμα και άλλα τόσα χέρια
γιατί είναι λεία η πέτρα του μα και πελεκημένη ,                            80

καταμεσίς έχει σπηλιά στραμμένη προς τη δύση
στο Έρεβος, κι αν  ως εκεί το πλοίο μπει με τάξη
προβλέπω Οδυσσέα μου λεβέντη, να γυρίσει.
Κι αν με δοξάρι σαϊτιά κάποιος εκεί πετάξει

όση κι αν βάλει δύναμη στο βάθος δεν την βγάζει.
Η Σκύλλα μέσα κάθεται και φοβερά γαβγίζει
κι αν με κουτάβι νιόγεννο, το αλύχτισμα της μοιάζει
είν’ ένα τέρας τρομερό για όποιον την αντικρίζει

που ούτε θεός δεν θα ’θελε να συναντήσει πάλι.
Πόδια που γύρω στρέφονται, έχει μια δωδεκάδα                           90
έξι λαιμούς που πάνω τους, καθείς, έχει κεφάλι,
και δόντια αποτρόπαια σε τρεις σειρές αράδα,

πυκνά - πυκνά που θάνατος, από εκεί πηγάζει.
Μέχρι τη μέση στη σπηλιά κάθεται κι ενεδρεύει
κι έξω απ’ το μαύρο βάραθρο τις κεφαλές της βγάζει
από τον βράχο ψάχνοντας τριγύρω, και ψαρεύει

δελφίνια και σκυλόψαρα κι ότι άλλο βρει να πιάσει,
κήτος χοντρό που η θάλασσα το τρέφει η μεγάλη
και ναύτες δεν παινεύτηκαν πως έχουνε περάσει
άβλαβοι απ’ το πλαϊ της, μα κάθε της κεφάλι                                 100

από το μελανόπλωρο ναύτη ένανε θ’ αρπάξει.
Τον άλλο βράχο πιο κοντό θα δει εκεί να μένει
τόσο κοντά που θα ’φτανε σαϊτα σου αν πετάξει.
Συκιά μεγάλη εκεί θα βρεις με φύλλα φουντωμένη

κι η Χάρυβδη στη ρίζα της ρουφά τα κύματά της.
Τρεις την ημέρα τα ρουφά και τρεις θα τα ξεράσει,
όμως την ώρα που ρουφά να μη βρεθείς μπροστά της
ούτε απ’ το Χάροντα μπορεί Δίας να σ’ αποσπάσει....:................Συνεχίζεται


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 13/01/11, 10:12
                  Μ

Γι αυτό και το καράβι σου στης Σκύλλας να σιμώσει
το βράχο, θα ’ναι πιο καλά μου φαίνεται εμένα                       110
καλύτερα έξι να χαθούν παρά να είναι τόσοι»
Αυτά μου είπε κι απαντώ με λόγια φτερωμένα:

«Πες μου θεά μου αν μπορεί, κι εύκολο τούτο μοιάζει
την ώρα που την Χάρυβδη θα έχω πίσω αφήσει
στην Σκύλλα να επιτεθώ που ναύτες θα μου αρπάζει»
Είπα κι αμέσως η θεά έτσι θα μου απαντήσει:

«Βάσανα πάλι προσδοκάς; Μα πως θα βγεις εις πέρας
θέλεις και τους αθάνατους καημένε να προκάνεις.                   120
Δεν είναι και καμιά θνητή, αθάνατο είναι τέρας
φριχτό θεριό ανήμερο. Παλικαριές μη κάνεις

γρήγορα φύγε μακριά. Αυτή θα σε τυλίξει,
γιατί όταν θα κοντοσταθείς στ’ άρματα να ’σαι εντάξει,
φοβάμαι πάλι επάνω σου πως θα ξαναχυμήξει
και όσες έχει κεφαλές, συντρόφους σου θ’ αρπάξει.

Στην Κραταιά να ευχηθείς στρίβοντας τ’ ακρογιάλι,
μάνα της Σκύλλας, που  αυτή στον κόσμο είν’ η πληγή της,
κι εμπόδιο θα μπει σ’ αυτή να δευτερώσει πάλι.
  Στης Θρινακίας το νησί θα φτάσεις που η γη της                130

του Ήλιου θρέφει με στοργή γλυκά και τα προσέχει
κοπάδια, βόδια και αρνιά , επτά απ’ το καθένα,
κάθε κοπάδι απ’ αυτά, πενήντα ζώα έχει.
Ποτέ δεν λιγοστεύουνε μα ούτε κι έχουν γέννα.

Φαέθουσα και Λαμπετώ τα βόσκουν με τις ώρες
που έχουν για πατέρα τους τον Υπερίωνα Ήλιο
κι αυτές, η θεογέννητη Νεαίρα έχει κόρες
που αφού πια μεγαλώσανε τις στέλνει στο βασίλειο

της Θρινακίας, στο νησί, τα βόδια να βοσκήσουν,
τα πατρικά τα πρόβατα στων λιβαδιών τα βάθη.                    140
Μα αν θέλουν την Ιθάκη σου, τα μάτια ν’ αντικρίσουν,
μη τα πειράξεις, θα την βρεις, παρ’ όλα σας τα λάθη.....:................Συνεχίζεται



 
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 23/01/11, 14:12
Μ

  Αν όμως απερίσκεπτα τα ζώα τα χαλάσεις
βλέπω χαμό για όλους σας. Κι αν συ γλιτώσεις μόνο
δίχως συντρόφους και αργά κακήν-κακώς θα φτάσεις».
Τα ’πε και φάνηκε η Αυγή μες στο χρυσό της θρόνο
  Τότε η θεά μες του νησιού ’χάθη την ομορφιά του.
Κι εγώ στο πλοίο το γοργό σαν πήγα στο ακρογιάλι
πάνω τους είπα ν’ ανεβούν να λύσουν τα πανιά του.
κι αυτοί επάνω ανέβηκαν πλάϊ κι αγάλι- αγάλι                           150

και τα κουπιά χτυπούσανε στην θάλασσα αράδα.
Πίσω απ’ το μελανόπλωρο, αγέρας πρίμος, μπάτης
που φούσκωνε όλα τα πανιά σαν να ’ταν σοροκάδα
στέλνει η θνητόλαλη θεά με τα λαμπρά μαλλιά της.

Σαν χαλαροί καθίσαμε με τ’ άρματα δεμένα
κι ο κυβερνήτης ο άξιος με αγέρι κυβερνούσε
γύρισα στους συντρόφους μου με λόγια μαραμένα:
«Παιδιά ούτ’ ένας ούτε δυό φτάνουν, και δεν μπορούσε

να ξέρουνε για το γραφτό, εγώ δεν θα την πάρω
τέτοια απόφαση ποτέ. Όμως ζυγώστε λίγο                                 160
κι ακούστε για την μοίρα μας , αν πέσουμε στο Χάρο
ή του ξεφύγουμε. Μα εγώ θα πρέπει ν’ αποφύγω

καθώς η Κίρκη τα ’λεγε το άσμα των Σειρήνων.
Μονάχα τα δικά μου αυτιά  για το άσμα τους θ’ ανοίξουν
Και στο κατάρτι να δεθώ για το τραγούδι εκείνων
να μη μπορώ να κινηθώ τις άκρες να μου σφίξουν.

Κι αν τα δεσμά να λύσετε θερμά σας ικετεύω
σφίξτε τα ακόμα πιο πολύ, το σώμα μου ν’ ανάβει».
Μ’ αυτά τα λόγια τα σωστά τους φίλους μου ορμηνεύω
Και στων Σειρήνων το νησί έφτασε το καράβι                           170

το ομορφόδετο , γοργά ,με τα φτερά του αγέρα.
Μα ο αγέρας έκοψε νωρίς, κύματα δεν σαλεύουν
λες και κοιμήθηκαν κι αυτά από θεό πατέρα.
Κι οι ναύτες σηκωθήκανε και τα πανιά μαζεύουν

στου πλοίου το βαθούλωμα τα βάζουνε με τάξη
και τα κουπιά τα ελάτινα κρατώντας τα στο χέρι
χτυπούν αράδα το νερό το κύμα να ταράξει.
Και μία φέτα από κερί έκοψα με μαχαίρι

κομματιασμένο στων χεριών την άφθαστη σκληράδα
ζυμώθει και μαλ**ωσε κι έγινε σαν την κόλλα                        180
απ’ το πολύ το ζύμωμα, και του Ήλιου την πυράδα
μ’ αυτό τ’ αυτιά των σύντροφων θα τα σκεπάσω όλα......:................Συνεχίζεται



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: indiespyllak στις 27/01/11, 21:20
Έχω σαστίσει!!!!!!!!!!!!  :o
Φυσικά και δεν γίνεται να ειπωθεί κάτι γι αυτό το εκπληκτικό δημιούργημα!
Τα λόγια είναι περιττά!! Πραγματικά τέλειο! Μακάρι να ήταν έτσι και οι μεταφράσεις του Ομήρου στο σχολείο...
Θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσες....
Περιμένω με ανυπομονησία τη συνέχεια! :) :) :)
Μπράβο και πάλι μπράβο!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 30/01/11, 08:13
Καλέ μου φίλε
Μόνο και μόνο ένα μπράβο, όπως το δικό σου
μου δίνει απεριόριστη δύναμη να συνεχίσω, τις προσπάθειές μου
και για την απόδοση της Ιλιάδας, που ήδη έχω ξεκινήσει, αλλά και άλλων μου προσπαθειών με απόδοση  αρχαίων κειμένων στην νεοελληνική, με μέτρο και ρίμα......
Τι άλλο να πω από ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ…
Να είσαι πάντα καλά!!!!!!!!!!!!!!
Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 30/01/11, 08:20
                                       Μ

Και στο κατάρτι δυνατά οι φίλοι θα με δέσουν
σε χέρια πόδια το σκοινί γερά έχουν περάσει.
Το κύμα αφρίζει και χτυπά και στα κουπιά θα πέσουν.
Λαμνοκοπώντας γρήγορα, κι αφού είχαμε φτάσει

όσο που ακούγεται η φωνή, μας είδαν οι Σειρήνες
καθώς ορμή το φτερωτό καράβι είχε πάρει
κι αρχίσαν τ’ ομορφάκουστο τραγούδι τους εκείνες :
« Έλα Οδυσσέα ξακουστέ των Αχαιών καμάρι ,                      190

ας το καράβι, τραγουδιού αγέρι να σε λούσει.
Δίπλα μας με τα πλοία τους περάσαν τόσοι άλλοι
όμως κανείς δεν πέρασε χωρίς να μας ακούσει
και με χαρά μας άκουγαν και γνώση είχαν μεγάλη.

Γιατι όσα γίναν ξέρουμε στης Τροίας τ’ άγια νέφη
που πάθαν Τρώες κι Αχαιοί με θεϊκή κατάρα
και ξέρουμε τι γίνεται στην γη που κόσμο θρέφει.
Αυτά είπαν και τραγούδαγαν κι είχε η καρδιά λαχτάρα

ν’ ακούσει το τραγούδι τους. Που ’μοιαζε ουράνια μπάντα
κι έγνεφα να με λύσουνε, μα εκείνοι συναχτήκαν                          200 
λαμνοκοπώντας στα κουπιά. Κι ο Περιμήδης πάντα
με τον λεβέντη Ευρύλοχο επάνω πεταχτήκαν

κι άλλα σκοινιά μου σφίξανε κανείς να μη με λύσει.
Αφού λοιπόν περάσαμε κι ο απόηχος δεν μένει
και των Σειρήνων η φωνή είχε κι αυτή σιγήσει
βγάλαν αμέσως το κερί οι φίλοι οι αγαπημένοι

που σφάλιζε όλα τα αυτιά και λύσαν τα δεσμά μας.
Καθώς τη νήσο οι σύντροφοι ξοπίσω τους αφήσαν
καπνός και κύμα ήταν μπροστά , και χτύπος στ’ άκουσμά μας.
Τρόμαξαν όλοι. Τα κουπιά τη θάλασσα χτυπήσαν                         210

και πέσαν απ’ τα χέρια τους. Στάθηκε το καράβι
που ήταν τα φτερωτόφιαχτα κουπιά μαρμαρωμένα.
Με λόγια προσπαθούσα εγώ ώστε η καρδιά ν’ ανάβει
ζυγώνοντας τους κι έλεγα με λόγια στον καθένα:

« Δεν είμαστε πρωτόβγαλτοι αδέρφια μου στα πάθη
κι ούτε είναι τούτη η στιγμή χειρότερη από άλλη
σαν τότε που μας κράταγε μες στης σπηλιάς τα βάθη
ο ανίκητος ο Κύκλωπας, με απόγνωση μεγάλη
  Γλιτώσαμε όμως από κει, τι είχα μεγάλο θάρρος
και γνώση. Το θυμόσαστε γιατί είστε γνωμισμένοι .                  220
Να κάνετε όμως ότι  πω, με της καρδιάς το βάρος.
Χτυπάτε τη με τα κουπιά στους πάγκους καθισμένοι,

με τ’ αφρισμένα κύματα , της θάλασσας τη ράχη.
Ίσως η εύνοια των θεών εμάς να μας προλάβει.
Ετούτα καπετάνιο μου προστάζω ο νους σου να ’χει
γιατί εσύ ’σαι υπεύθυνος για τούτο το καράβι.

Έξω από τούτο το καπνό και απ’ αυτό το κύμα
το πλοίο στρέψε, ζύγωσε στον βράχο μη σε κλείσει
αντίθετα, και όλοι μας χαθούμε θα ’ναι κρίμα».
Έτσι είπα και τ’ ακούσανε αυτά που ’ χα μιλήσει .         230    .........Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 08/02/11, 09:40
                                   Μ

Μα για της Σκύλλας το θεριό κανένας δεν θα μάθει
μήπως αφήσουν τα κουπιά, τον τρόμο ποιος ν’ αντέξει
και τρέξουν και τρυπώσουνε στου καραβιού τα βάθη.
Μα και της Κίρκης ξέχασα της συμβουλής τη λέξη,

που μου ’πε την αρματωσιά μη βάλλω με το ζόρι,
μα δυό κοντάρια μακριά, στο χέρι μου θα βάλλει
το πείσμα μου, και βρέθηκα στου καραβιού την πλώρη
γιατί εκεί περίμενα τη Σκύλλα να προβάλει,

της πέτρας τ’ άγριο θεριό που φίλους μου είχε φάει.
Μα δεν μπορούσα να την δω, πονέσανε τα μάτια                        240
τον  βράχο ανιχνεύοντας , που τάχα να ’χε πάει.
Περνούσαμε έτσι το στενό με την καρδιά κομμάτια.

H Σκύλλα, και αντίκρυ της, της Χάρυβδης το τέρας
το κύμα το αφρογάλαζο στα σωθικά της βάζει
κι όταν ξερνούσε έβραζε σαν στρόβιλος κι αγέρας
ίδιο καζάνι που αλυχτά και στη φωτιά κοχλάζει,

και στων δυό βράχων τις κορφές θαμπάδα κι άχνη πέφτει
μα όταν το κύμα το αλμυρό της θάλασσας ρουφούσε
έφερνε ανακάτεμα στου πάτου τον καθρέφτη
κι ο βράχος άγρια φοβερά τριγύρω αντηχούσε                              250

στρωμένος ήταν ο βυθός από κατάμαυρη άμμο
κι οι φίλοι απ’ τον τρόμο τους δεν βγάζαν ούτε λέξη.
Κι όταν το Χάρο βλέπαμε με φόβο εκεί χάμω,
η Σκύλλα απ’ το καράβι μου συντρόφους παίρνει έξι
  απ’ όλους, τους πιο εύρωστους στα χέρια και στη μάχη.
Γυρνά το μάτι, για να δει το πλοίο ολόγυρά μου,
και χέρια πόδια ανέμιζαν έρημοι και μονάχοι
φωνάζοντας στερνή φορά οι δόλιοι τ’ όνομα μου.

Πως στο καλάμι του ψαρά σ’ ενός βραχώδους λόφου
την άκρη, στην μικρή ψαριά ,το αγκίστρι του βαστάζουν                  260
κέρατα στριφτογυριστα βοδιού λιβαδοθρόφου,
κι όταν τα πιάσει τα πετά στο χώμα και σπαράζουν,

έτσι κρεμάμενοι κι αυτοί σπαράζανε στον βράχο.
Καθώς τους καταβρόχθιζε η Σκύλλα με σκληράδα,
φώναζαν , χέρια απλώνανε, καημό μεγάλο να ’χω
που τέτοια θλιβερή σκηνή ποτέ μου δεν ξανάδα

απ’ όσα είδα, που είχα βγει πελάγη ν’ αλωνίσω.
Χάρυβδη, Σκύλλα  αφήσαμε, των βράχων τα  σημάδια
γλιτώνοντας, ζυγώσαμε στου Ήλιου την άγια νήσο
όπου τα φαρδυκούτελα βοσκούσανε γελάδια,                                270

και τ’ αναρίθμητα αρνιά, του Ήλιου, τα θρεμμένα.
Φθάνοντας μεσοπέλαγα θα μας γλυκανταμώσει,
βέλασμα αρνιών, μουγκανητό, που ’φτασε ως εμένα,
και μες στο νου κατέφθασε του Τειρεσία η γνώση.........Συνεχίζεται



Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 17/02/11, 08:59
                 Μ

κι όλες η Κίρκη που έδωσε οι  ορμήνιες της σε μένα,
πώς να ξεφύγω απ’ το νησί του Ήλιου του φωτοδότη
και λέω στους συντρόφους μου με λόγια λυπημένα:
«Ακούστε με,  με  προσοχή συντρόφοι μου, διότι,

του Τειρεσία, δεν μπορώ τα λόγια ν’ αψηφήσω
και τις κουβέντες της θεάς, που με καημούς με δένουν,                  280
πως πρέπει του Ήλιου το νησί να το αφήσω πίσω,
γιατί μεγάλα βάσανα εδώ μας περιμένουν,

σπρώξτε το πλοίο απ’ το νησί, αλάργα αυτό να πλέει».
Αυτά τους είπα κι η καρδιά όλων θα βαλαντώσει
τότε σηκώθη ο Ευρύλοχος με πείσμα και μου λέει:
«Σκληρός είσ’ Οδυσσέα μου κι έχεις βαθιά πεισμώσει

κι ούτε σε πιάνει κούραση. Θα ’ναι η δική σου η φύση
πλασμένη από σίδερο. Μα άσε μας να πάμε,
που η αγρύπνια και η κούραση μας έχουν αφανίσει,
ως της στεριάς το διάπλατο, λίγο ψωμί να φάμε                             290

στο θαλασσόβρεχτο νησί. Μα η απόφαση σου γέρνει
μες στο τεράστιο πέλαγος, οι σύντροφοι να φύγουν
πολύ μακριά απ’ το νησί. Όμως η νύχτα φέρνει
ανέμων άγρια κύματα που τα καράβια πνίγουν.

Πες μου απ’ την ώρα την κακή ποιος τάχα να γλιτώσει
στους λυσσασμένους άνεμους που τα πελάγη βγάζουν
άμα Νοτιάς ή Ζέφυρος και θύελα πλακώσει
που αυτά, με πείσμα των θεών, τα πλοία τα βουλιάζουν.

Μα τώρα ας εισακουστούν της σκοτεινιάς οι μάγοι,
στου πλοίου ας φάμε τη σκιά με κάποια στενοχώρια                         300
κι ας ανοιχτούμε το πρωϊ στ’ απέραντα πελάγη ».
Αυτά είπε, κι όλοι παίνεψαν του Ευρύλοχου τα λόγια.

Τότε είδα όλα τα κακά, στης μοίρας το καμίνι
κι είπα δυό λόγια, μες στο νου, σκέψεις μου να τους βάλλω:
«Ευρύλοχε, μ’ εκβιασμούς μονάχος έχω μείνει.
Μα ελάτε εδώ να δώσετε τον όρκο το μεγάλο,

άμα κοπάδια, βόδια αρνιά, ο λόχος συναντήσει,
βόδι κι αρνί, προσέξτε το, κανείς να μη σκοτώσει
δείχνοντας απερισκεψιά, μα η πείνα μας να σβήσει
με όσες τροφές μας έμειναν που η Κίρκη είχε δώσει.          310.........Συνεχίζεται




Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 26/02/11, 10:20
                            Μ

Αυτά είπα και ορκίστηκαν οι φίλοι μάνι -  μάνι.
Κι όταν τον όρκο το βαρύ μ’ ευλάβεια τον κλείσαν
ήρθε το πλοίο το γοργό και έπιασε λιμάνι
κι οι ναύτες δίπλα στο νερό το δροσερό  πηδήσαν

κι εκεί δειπνήσαν με χαρά αφού έστρωσαν τραπέζι.
Μα όταν χορτάσαν , η ψυχή ξεκίνησε ν’ ανάβει
για φίλους που θυμήθηκαν, και η καρδιά τους παίζει,
κλαίγανε όσους έφαγε η Σκύλλα απ’ το καράβι.

Πάνω στο κλάμα,η ταραχή, με ύπνο τους μαγεύει.
Κι όπως η νύχτα έφευγε, και η Αυγή της γνέφει ,                             320
αγέρα ο Δίας σήκωσε, και σύννεφα μαζεύει,
μ’ ένα τεράστιο κουρνιαχτό, που σκέπασε με νέφη

στεριά και θάλασσα μαζί, κι ο ουρανός μας,  ’χάθη.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη η  Αυγή η νυχτοθρεμμένη
σύραμε το καράβι μας ως της σπηλιάς τα βάθη
εκεί που με χαρά πολύ κάθε Νεραϊδα μένει


δυό λόγια θέλοντας να πω, τους είχα εκεί μαζέψει:
«Κρασί, ψωμί, είν’ άφθονο, στου πλοίου το βασίλειο
κι αν θέλετε να ζήσουμε, βόδι κανείς μη κλέψει,
γιατί τα βόδια και τ’ αρνιά ανήκουνε στον Ήλιο                        330

που όλα τ’ ακούει από ψηλά, κι από ψηλά τα βλέπει.
Τους τα ’πα, πείστηκαν, καλά τους τα ’χα μεταφέρει .
Για ένα μήνα ο Νοτιάς, τον  κόσμο ανατρέπει,
που εκτός Σιρόκου και Νοτιά δεν φύσαγε άλλο αγέρι.

Κι ενώ το κόκκινο κρασί, και το φαϊ δεν λείπει
τα βόδια δεν τα ζύγωναν, με στόχο αυτοί να ζήσουν.
Μα όταν εσώθη το φαϊ, η ανάγκη και η λύπη,
με απόγνωση τους έσπρωξε, κυνήγι να ζητήσουν,

ψάρια, πουλιά, κι ότι απ’ αυτά τους έπεφτε στην τύχη.
Μονάχος τότε τράβηξα μες στου νησιού τα βάθη ,                     340
η ικεσία στους θεούς, μήπως και μου πετύχει
ή μήπως δρόμο γυρισμού, η χάρη τους μου μάθει.

Κι όταν στα βάθη του νησιού έφτασα σε μια άκρη
τα δυό μου χέρια ένιψα και πήγα σ’ απανέμι
να ικετέψω ουράνιους που κατοικούν στα μάκρη,
κι αυτοί με περιτύλιξαν στου ύπνου την ανέμη .

Κι ο Ευρύλοχος με πονηρό τους πλησιάζει τρόπους:
«Ας είναι, ακούστε αδέρφια μου, ο πόνος σας μεγάλος.
Όλοι οι θάνατοι άσχημοι, για τους φτωχούς ανθρώπους,
μα από της πείνας πιο πικρός δεν έχει υπάρξει άλλος .              350

Μα ελάτε βόδια να πιαστούν, ας βάλουμε μεράκι,
και στους θεούς να σφαγιαστούν ας γίνει ετοιμασία
κι αν φτάσουμε με το καλό στην παινεμένη Ιθάκη
του Ήλιου τ’ ουρανόδιαβου του χτίζουμε εκκλησία

και δώρα βάζουμε γι αυτόν , όσα κι αν πεθυμήσει.
Όμως για τα ορθοκέρατα τα βόδια αν θυμώσει
και με απόφαση θεών ζητά να μας τσακίσει,
καλύτερο έχω με πνιγμό η ζήση να τελειώσει

ρουφώντας αλμυρό νερό στης θάλασσας το κύμα
παρά στη νήσο τούτη εδώ το σώμα μου να λοιώσει.               360
Δεν φαίνονταν του Ευρύλοχου τα λόγια να ’χουν κρίμα,
κι είχανε του Ήλιου  τ’ άριστα βόδια περικυκλώσει..........Συνεχίζεται
 


Τίτλος: Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
Αποστολή από: ivikos στις 08/03/11, 00:26
                                 Μ
Εκεί κοντά παράδιπλα κι αντίκρυ στο καράβι
γελάδες στριφτογυριστές και τρυφερές βοσκούσαν
κι αφού στενά τις κύκλωσαν καμιά μη καταλάβει
τα φύλλα απ’ τη βελανιδιά κόβαν και τα μαδούσαν

γιατί απ’ το πλοίο έλειπε το άσπρο το κριθάρι.
Τις ’σφαξαν, προσευχήθηκαν, τις ’γδάραν, και τα μάτια
σφαλίστηκαν, και τα μηριά σκεπάσαν όλο χάρη
με λίπος, και τριγύρω τους βάλαν ωμά κομμάτια.                              370

Κρασί δεν είχαν, τα σφαχτά να πάρουν άγια άχνα
και χύναν πάνω τους νερό, η φλόγα μη τα ψήσει,
κι όταν καήκαν τα μηριά και φάγανε τα σπλάγχνα
στις σούβλες τα περάσανε αφού τα ’χαν λιανίσει.

Τότε ο ύπνος ο βαθύς γλυκά θα μου περάσει
και κίνησα για του γιαλού την απλωμένη κοίτη
κι όταν κοντά στο γρήγορο σκαρί μας είχα φτάσει
της τσίκνας ο γλυκός καπνός μου έσπασε τη μύτη

κι έκανα ευχές, με την καρδιά να τρέμει, να στενάζει:
«Δία πατέρα, αιώνια, και θεία απαρτία,                                             380
ύπνο βαθύ μου ρίξατε, μου βάλατε μαράζι,
γιατί όσοι πίσω έμειναν πέσαν σε αμαρτία».

Με το μακρύ φουστάνι της η Λαμπετώ θα τρέξει,
στον Ήλιο τ’ αμαρτήματα να του τα μαρτυρήσει,
κι αυτός θυμώνοντας πολύ, αυτό δεν θα τ’ αντέξει
και θα καλέσει τους θεούς, με λόγια να μυνήσει:

«Δία πατέρα, και θεοί, μακάριοι όλοι οι άλλοι
του Οδυσσέα τους σύντροφους στου γδικιωμού τα κάστρα
κλείστε, που βόδια μου ’σφαξαν, κι είχα χαρά μεγάλη
σαν τα ’βλεπα που ανέβαινα στον ουρανό με τ’ άστρα                       390