Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Μηνύματα - ivikos

Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 48
1
Θυμάμαι πάντοτε τους λίγους, μύρια να έχουνε
 η κόρη Δόγησσα, η σύντροφος Σουλτάνα,
και τους πολλούς να υποφέρουν και να τρέχουνε
 στα κρεματόρια, στη φτώχεια την που**να.

Ένας μοιράζει στον κοσμάκη φτωχοσέντονα
 λέει: «Τα χρόνια δυσκολέψαν, λίγες θέσεις»,
άλλος για «δίκιο» μας μιλά με λόγια έντονα
 κι όλοι μας κλέβουν, μα μοιράζουν υποσχέσεις

 Κάποιοι καμώνονται αρχηγοί, τυφλά κι ανέξοδα
 λένε θα φέρουνε ισότητα και τάξη,
μα οδηγούνε τους λαούς σε αδιέξοδα
 και λεν τα φύκια που πουλούν είναι μετάξι

 Πρέπει επειγόντως πριν τα όνειρα τελειώσουνε
 μια Παναγιά να βρούμε σε Βοριά ή Δύση
 έστω σε φάτνη την ψυχή μας πριν αλώσουνε
 έναν Αντάρτη αρχηγό να μας γεννήσει

 Κι εμείς μπροστάρηδες πριν φύγουνε τα χρόνια μας
 να ξεκινήσουμε, τα κότσια μας βαστάνε,
μ’ επαναστάτες τα παιδιά μα και τα εγγόνια μας
 να ξαναπάρουμε αυτά που μας χρωστάνε

2
Ταριχευμένες εποχές πενθούν οι μήνες
'βάλαν στη θέση του Θεού κάποιο φονιά
 κι αν ακουστεί τραγούδι βράδυ απ' τις σειρήνες
 άνευρο θα 'ναι δίχως στίχο και πενιά

 Δίχως πατρίδα τα παιδιά βάζουνε γιάντες
 πως θάρθει η αγάπη κι είσαι έπαθλο εσύ
 στα θυσιαστήρια τρελοί ιεροφάντες
 κάψαν τα σπλάχνα, μα δεν σμίξαν το κρασί

 Κι ένας κανάγιας στην TI-VI να με ματώνει
 δήθεν για "ίσους", μα τον φίλο το Κωστή
 που του σερβίρανε νοθεία σε "άσπρη σκόνη"
στην νεκροφόρα χαιρετούνε οι γνωστοί



3

Ρυθμίζω μια γενιά μελλοντική
 να μπούνε σ’ εποχές συναισθημάτων
 που ανθρώποι θα τις ζουν ιδανικοί
 σαν πιάνουνε μηνύματα σημάτων,
που θα μεθούν σε νύχτα Πολική
 στον ήχο απ’ το «Άσμα των Ασμάτων»

Κι ανάβω τα κεριά των ουρανών
 καλέσματα έχω στείλει ολονών,
μα αν δεν μπορούν τον κόσμο μας ν’ αλλάξουν
 ας πάνε σε άλλη γη, να βγουν ν’ αράξουν.

Απλώνω κάποια δίχτυα μαγικά
 και ψάχνω μες στων μάγων τα κελάρια
 να μην υπάρχουν Θε’ μου φονικά
 παιδιά μη ζητιανεύουν στα φανάρια
 να μην πουλούν κορμιά τα θηλυκά
 μην παίζουν τις ψυχές κάποιοι στα ζάρια

 Κι οι ρίμες που θα φτιάχνω στο εξής
 ας γίνω και σατράπης και οξύς
 θα λένε όσα οι άδικοι θα πάθουν
 με Αγγέλους τιμωρούς στη γη που θα ’ρθουν

 Με δόκανο η ενέδρα θα στηθεί
 μη στήνω για καημούς το λάθος βρόχι
 ο έρωτας ξανά ν’ αναστηθεί
 της μαύρης λησμονιάς να σβήσει τ’ όχι,
ο Γόρδιος Δεσμός δεν θα λυθεί
 αν της αλήθειας σπάσουμε τη λόγχη

 δεν φαίνεται σε Αυγή αναλαμπή
 η πλάση σε κατήφορο έχει μπει
 ο κόσμος θα σωθεί αυτός ωσότου
 του φτιάξουμε την Νέα Κιβωτό του

4
Οι καληνύχτες σου αντάρτες, ροβολάνε
 γι άλλα λημέρια σε απόγνωσης φυλές
 τα ξένα χείλη σαν ρουφήχτρες με φιλάνε
 και συ καγχάζεις που είμαι «πρώην» σου όπως λες

 Στο μεσονύχτι μου το «γεια» καρφοβελόνα
 θ’ απομακρύνομαι, θα λες πως με ποθείς
 θα σε ξανάβρω στον απέναντι αιώνα
 μα είμαι σίγουρη δεν θα με θυμηθείς

 Χάδι που μοιάζει μ ασημόσκονη των άστρων
 μα ενώ είμαι «πρώην» δεν μπορείς να με χαρείς
 στις πολεμίστρες θα με βρεις αρχαίων κάστρων,
σε λεγεώνες που προδόθηκαν νωρίς

5
Απέναντί μου ένας τοίχος
 όλη η ζωή μια φυλακή
 μέσα βαθιά μου άγιος ήχος
 και μια φωνή ερωτική

 Μου ‘πες στεφάνι να σου πλέξω
 της λησμονιάς μου τους ανθούς
 και με ρωτάς πόσο θ’ αντέξω
 στου έρωτά σου τους βυθούς

 Απέναντι ράκη οι κλωστές σου
 που κένταγες τις Κυριακές
 συνήθιζες τους εραστές σου
 στο τέλειωμά σας να τους καις

 Ας κρύβεις την ανατολή σου
 ας χτίζεις κι άλλη φυλακή
 εγώ εθισμένος στο φιλί σου
 στο μακελειό σου θα ‘μαι εκεί

6
Στιγμές για την αγάπη σου είχα λίγες
 σε λίκνισμα αλλόκοτου χορού
 για εξορία μ’ έστειλες στους Φρύγες
 στ’ αρχαία χρόνια εκείνου του καιρού,
στη λησμονιά δεν είχα καταλάβει
 πως τράβηξες νωρίς την χαρακιά
 γνωρίστηκα εκεί με την Εκάβη
 του Δύαντα την κόρη τη γλυκιά

 Σαν φτάσαμε στου θάνατου τις ζώνες
 και μπήκαμε στης μάχης τον χορό
 τις χτύπησα κι εγώ τις Αμαζόνες
 στους Φρύγες βρήκα τόπο ιερό,
προσπάθησα τα κάστρα μου να χτίσω
 ανάμεσα σε όνειρα φριχτά
 δεν μπόρεσα ποτέ να σ’ αποχτήσω
 και βγήκα στης Φρυγίας τ’ ανοιχτά

 Με είχες για χρονιές αιχμαλωτίσει
 μ’ εκείνο το φιλί σαν αγιασμό
 δεν σ’ έδεσα στο άρμα μου στην δύση
 δεν σου ’λυσα τον Γόρδιο Δεσμό.
Σαν μου είπαν :«την αγάπη σου δεν θέλει»,
τον χάνω των θεών το θησαυρό
 μονάχα με θεά μου την Κυβέλη
 θα ψάξω την Ιθάκη μου να ’βρω

 Στους Φρύγες την απόγνωση την είδα
 στα μάτια, στης ψυχής σου τον βυθό,
λατρεύοντας τον Γόρδιο τον Μίδα,
ξεχνώντας σε νωρίς για να σωθώ

7
Διχάστηκε η ζωή με τα ναυάγια
 στα πέλαγα η βάρκα αναχωρεί
 ανοίχτηκε ο καιρός πολύ στα πλάγια
 και ξέβρασαν οι ανέμοι το σκαρί

 Με χάδι και φιλί ναυαγοσώστη
 με λόγια μιας παλιάς παραμυθούς
 σου είπα την αγάπη τούτη σώστη
 και λες δεν κατεβαίνεις σε βυθούς

 Το σώμα σου του έρωτα κυψέλη
 το όνειρο λιμάνι, μα μικρό,
στα χείλη το φιλί σου «άγριο μέλι»
το Αντίο σου φαρμάκι μου πικρό


8
όμορφο πολύ....Μπράβο!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

9
Ρωτώ τον «Πρώτο» με αγωνία, να φανεί,
στην μπλε καμπίνα αν φυλάν τον θησαυρό τους,
γιατί την έχουν κλειδωμένη κι αδειανή
 κι όσοι περνούν κάνουνε πάντα το σταυρό τους.

Και με τρεμάμενη φωνή μου απαντά:
«Δαίμονας μένει, μη ρωτάς, ρίξε τα ζάρια,
αν βρει ζωές, μ’ ένα βελόνι τις κεντά,
και τα κουφάρια τους ταϊζουνε τα ψάρια.

Πρώτος ο Μίρα που ‘χε μια βαθιά αμυχή
 μα στα ματάκια του η απόγνωση εφάνει
 είχε κωφάλαλο ένα γιο στο Νέο Δελχί
 και του ‘παν μόνο με λεφτά θα τονε γιάνει

 Μαχαιρωμένο τονε βρήκαν , δίχως Αχ!
μ’ ένα χαρτί στα Ινδικά, και ματωμένο:
-εσεις οι δούλοι του Χριστού, και του Αλλάχ
 σώστε το γιο μου, από ψηλά θα περιμένω-

Πριν από χρόνια στο Καράκας ο Σελήμ
 δεν τα κατάφερε να κάνει λίγο αγάντα,
του είχε κλέψει μιά ξανθιά ο Ιμπραήμ
 αδελφικός του φίλος , κι έφυγαν για πάντα.

Την άλλη μέρα το πρωϊ , με μιά θηλιά
 τον βρήκαν, έσβησε της ζήσης του τον φάρο
 ο παπαγάλος του , και τ’ άλλα δυό πουλιά
 χάλια τιτίβιζαν, σαν να ‘δανε τον Χάρο.

Πέρυσι θα ‘τανε, κι ο Γιώργης από την Κω
 τ’ όμορφο ταίρι του είχε πάρει στο ταξίδι,
μα στο ακρογιάλι είχε γίνει φονικό
 τηνε κατάπιε το «θαλάσσιο» το φίδι.

Στου καρχαρία του λευκού την παγανιά
 βρέθη η Μαρία η γλυκιά , μαύρο καμίνι.
Μία φωνή στου καραβιού την παγωνιά
 είναι του Γιώργη: «Καρχαρίας δεν θα μείνει».

Και που τον χάνεις, στο κατάστρωμα μπροστά….
φτερό να ψάχνει καρχαρία στην γαλήνη
 όπως και τώρα, που 'ρθε σε νερά ζεστά,
μα από δόλωμα καλό έχει ξεμείνει.

Το ‘να του δάχτυλο θα κόψει με μαγκιά
 καθώς θυμάται την γλυκιά του την Μαρία
 για να το βάλει στην μεγάλη σαλαγκιά
 και ν’ ανεβάσει τον λευκό τον καρχαρία,

κι όταν τον έβγαλε στην πλώρη τρομερό
 και κομματάκια τονε κάνει με άγριο μένος,
για την καμπίνα πάει με γέλιο φοβερό
 στ’ όνειρο νά ‘βρει τη Μαρία ξαπλωμένος!

Την άλλη μέρα κρεμασμένος, μα γλυκό
 θα ‘ναι το βλέμμα του γεμάτο με γαλήνη,
και το κουφάρι του Γιωργάκη απ’ την Κω
 του καρχαρία του λευκού , τροφή θα γίνει!»

Κι ο " Πρώτος" λέει: «δεν θα πω αν χρειαστεί
 άλλη φορά, τούτα, ο νους μου μη φορτώσει…
Γι’ αυτό η μπλε καμπίνα έχει σφραγιστεί,
έχει ένα δαίμονα, και ποιος να τον σκοτώσει;»

10
Αλλού χλιδή, εδώ μιζέρια κι αμαρτία
 ηγέτες άθλιοι , μικροί , και ποταποί,
άντρο τους κάναν, την Ομόνοια τα Χαυτεία,
το βαποράκι, το πρεζόνι , οι αλλοδαποί

 Παραχαράκτες, σωματέμποροι, εμπόροι,
μια χώρα αδύναμη, αλύπητα χτυπούν,
ποιους νόμους λες, και ποιοι δρακόντειοι είναι όροι,
αυτοί τους βάζουν, μα κι αυτοί νομοθετούν.

Της αποχαύνωσης ν’ αφήσουμε την τρύπα
 πιστόλι να ‘χουμε στα χέρια αντί σταυρό
 γι’ αυτούς που λεν, χωρίς ντροπή, και δίχως τσίπα:
«είναι αρκετά τα 700 σας ευρώ»

Ας τελειώσουμε με αυτό το παραμύθι
 στα όνειρά μας δεν μπορεί να μπει φραγή,
μία στεντόρεια κραυγή ας βγει απ’ τα πλήθη:
«Ο Άρης ζει, μα και ο Τσε μας οδηγεί»

11
Όταν λες το Ωσσανά
 τον Παράδεισο μου δείχνεις
 κι όταν λες το <<γεια>> ξανά
στον Λαβύρινθο με ρίχνεις

Όταν μου χαμογελάς
 λουλουδιάζει η αυλή μου
 κι όταν άλλονε φιλάς
 με κλειδώνεις στο κελί μου

Όταν μ' έχεις αγκαλιά
 είσαι η γη κι ο ουρανός μου
 μα αν θυμάσαι τα παλιά
 λέω: <<Λίγο χρόνο δος μου>>

14/12/2018

12
Δεινό το χτες και το φιλί σου πενιχρό
 το φως νυστέρι…. κι εγώ στόχος στις βολές σου
 φυγές ζωγράφιζε το βλέμμα σου τ’ ωχρό
 κι άλλο παράπηγμα σου φτιάχναν οι φυλές σου

 Κριτής σου η νύχτα και δυό άστρα της κρυφά
 σ’ ένα ακρωτήρι να ‘χουν στήσει τ’ οπλοστάσι
 η Χάρυβδη σου…. σαν περνάς να σε ρουφά
 μα κι ο φονιάς σου ούτε στιγμή να μη διστάσει

 Το αγιάζι πρίμα…. κι ο Χειμώνας οκνηρός
 είχαν περάσει οι εποχές των παγετώνων
 μα το ακρογιάλι που σε ξέβρασε ο καιρός
 είναι ορμητήριο παιδιών των Λαιστρυγόνων

 Δεινό το χτες κι η αγκαλιά σου ένα κελί
 εφτά αιώνες με κρατά φυλακισμένο
 ένα παιδί…. που ανασαίνω με φιλί
 κι είμαι χρονιές με το κορμί σου εθισμένο!!!!!

13
Δέκα νούφαρα απ' τη λίμνη
 έκλεψα κάποια βραδιά μου
 μα δεν ακουστήκαν ύμνοι
για τον έρωτα καρδιά μου

Με συλλάβανε δυό παίδες
 από την αστυνομία
 μου περάσαν χειροπέδες
 που ήμουν μες στην ανομία

Δέκα νούφαρα απ' τη λίμνη
 σου 'δωσα για αγάπης φόρο
 σου έκανα έρωτα στην πρύμνη
 μου 'δωσες φιλιά για δώρο

9/12/2018

14
Τα υπέργηρα τ’ αρχαία καφενεία
 που είχανε καρέκλα από ψαθί
 γιατρεύαν της καρδιάς την αγωνία
 τον πόνο απαλύναν τον βαθύ

 στα τσίγκινα τραπέζια τους οι μόρτες
 αφήναν τον καφέ και το ποτό
 και ρίχνανε τα ζάρια για τις «πόρτες»,
ή η μάνα να πιαστεί στο «πλακωτό»

και μάχες για το γκολ του Νεστορίδη
 για το έμβασμα απ’ την Αμερική,
αν βρίζαν βασιλιά τους τρώει το φίδι…
κι απέναντι οι Βενιζελικοί!!!

Εκεί καθημερνή , εκεί και σκόλη,
εκεί κουβέντα για τη μάνα γη,
της μοίρας τους εκεί το άδειο πιστόλι
 εκεί των προβλημάτων η φυγή

 στα υπέργηρα, τ’ αρχαία καφενεία
 το κράτος μ’ έναν τρόπο παστρικό
 καλύπτει μια στυγνή δολοφονία
 εκεί για την αγάπη φονικό!!!!!!

15
Τα σ’ αγαπώ σου γραμμένα
 στα μέρη που ναυαγώ
 ούτε θα μπω στην αρένα
 ταύρος δεν γίνομαι εγώ

 Άλλοι θα λένε σε θέλω
 ώσπου ν’ ακούσεις το: «Πυρ!!!»,
δεν τον μπορώ τον Οθέλο
 μα μου την δίνει κι ο Ληρ

 Με των φιλιών μου το γρόσσι
 μ’ επιταγές δάκρυα
 σε είχα λιγάκι ζυγώσει
 έφυγες όμως μακριά

 Αχ! την αγάπη σου να ‘χα
 στον ήλιο μου να λουστείς,
μ’ αν θα σ’ αγγίξω μονάχα
 ξέρω πως θ’ αφανιστείς

 Τα σ’ αγαπώ σου γραμμένα
 στις φυλλωσιές του γιαλού,
είπες θα φύγεις μ’ εμένα,
έφυγες με άλλον γι’ αλλού

16

Στων λιμανιών τους την χλιδή
 λιμενεργάτες κι αοιδοί
 πίνουνε τσαϊ
 έχει προβλήματα η αυγή
 στο ερώτημα αν ξαναβγεί
 πάλι κλωτσάει
 Να σωθούμε απ’ το ναυάγιο
 όλοι κάνουμε τρισάγιο

 Θα κάνω στους θεούς σου ανοίγματα
 μήπως μ’ ευχές και μ’ αγιασμούς
 μου λύσουν του έρωτα τα αινίγματα
 κι αγάπης γόρδιους δεσμούς

 Στου κοινοβούλιου τα σκαλιά
 τρακόσιοι νάνοι αγκαλιά
 μας ξεπουλάνε
 αμίλητοι χρόνια βουβοί
 είναι η ζωή πανάκριβή
 κι αυτοί γελάνε
 Η φουρτούνα για να φύγει
 ας χαθούνε κι άλλοι λίγοι

 Θα κάνω στους θεούς σου ανοίγματα
 μήπως μ’ ευχές και μ’ αγιασμούς
 μου λύσουν του έρωτα τα αινίγματα
 κι αγάπης γόρδιους δεσμούς

 Και στων σταθμών τη σιχασιά
 μες στων καπνών την ξιπασιά
 προθέσεις άγιες
 μα ο κόσμος να ρωτά αρχινά
 για πού το τραίνο ξεκινά
 χωρίς τις ράγες
 Με θυμό και μ’ άγριο μένος
 δεν ακούει ο καπαιτρένος

 Θα κάνω στους θεούς σου ανοίγματα
 μήπως μ’ ευχές και μ’ αγιασμούς
 μου λύσουν του έρωτα τα αινίγματα
 κι αγάπης γόρδιους δεσμούς

17
Αρμάτων θύλακες....πορείες.... εμπλοκές
 γεμάτοι αίματα φοιτήτριες και φίλοι
 είχες συνήθεια την αγάπη μου να καις
να ξεδιψάς είχες την τάση, σε άλλα χείλη

Χειροβομβίδες .......καπνογόνα...σωρηδόν
 πέντε συλλήψεις....διαδήλωση στη ΓΑΔΑ
 μιά γκαρσονιέρα με μικρούλι εμβαδόν
 σε αποκορύφωμα του έρωτα τα γράδα

Αρμάτων θύλακες Ηπείρου κι Αχαρνών
 θρυμματισμένη της Λενιώς η τζαμαρία
 το παλικάρι, κάπου είκοσι χρονών
 με Kawasaki το΄χε χάσει η Μαρία!!!!

28/11/2018

18
Βόλος....Τρίκαλα....Περτούλι
μου ξανέμισαν το βιος
στης ανηφοριάς το τούλι
έχω γίνει παραγιός

Κι όπως τα περνούσα φίνα
με αγάπες και φιλί
δέχτηκα μες στην Αθήνα
τη χαριστική βολή

Βόλος....Τρίκαλα....Περτούλι
αναμνήσεις απ' το χτες
κόμπος έγινε το τούλι
κι οι αγάπες μου φριχτές

26/11/2018




 

19
Έχω μια θέα σε γης φιλέτο
 μα μένω μόνος τις Κυριακές
 με είχες δικάσει μ΄ένα στιλέτο
κι είχες διαλέξει για να με καις

Έχω μια θέα προς το ποτάμι
 γεμάτος με άστρα ο ουρανός
 μα η ζωή μου είναι κατράμι
 κι ο ερωτάς μας πια μακρινός

Έχω λιμάρει κάθε γωνία
 να βλέπω τ' άνθη τα μενεξιά
 μα έχω φως μου μια αγωνία
 μη γείρω πάλι στη μοναξιά

25/11/2018

20
Του φεγγαριού το πανωπροίκι
 το ρίξαν σε άγριες νυχτιές
 τα σ’ αγαπώ σου μύθων κρίκοι
 που αγόρια κρέμαγες νυχτιές

 Οι ήλιοι σου καημοί του ονείρου
 σβήνανε πάντα τις βραδιές,
τα χάδια σου κελιά του απείρου
 που φυλακίζουνε καρδιές.

Κι εγώ, βροχή παλιά του κόσμου
 σε διψασμένη πέφτω γη,
το Αντίο σου, ο θάνατός μου,
το γεια σου πίκρα μου κι οργή


21
Ρεφάρω φιλί κι αγκαλιά
 κυλώ σε αγάπης μεθύσι
 κεντώ τ’ αγαπώ τα παλιά
 κανείς μη μπορεί να τα σβήσει.
Σνιφάρω ένα χάδι γλυκό
 ξανά το αγαπώ σου, σου κλέβω,
τους φόβους μου για να νικώ,
στον Άδη σου για να κατέβω.
Κι εσύ της καρδιάς μου πληγή,
και Κέρβερος, και Περσεφόνη,
μου λες να γυρίσω στη γη
 για χάρη σου γίναν δυό φόνοι.

 (Ρ)Αγάπη ποτέ σου δεν χάρισες,
«φευγιό» είχες για ιδανικό σου,
με δάκρυ και μ’ έρωτα σάρισες
 με νίκησες στον Γρανικό σου

 Ρεφάρω φιλί και κορμί
 με δυό σ’ αγαπώ για καπάρο,
αλλάζω αγάπης γραμμή
 το κάστρο σου μήπως το πάρω.
Μεθώ με αγάπης κρασί
 με εχθρούς μου έχεις φτιάξει φατρία
 χρονιές σε κυκλώνω, μα εσύ
 δεν πέφτεις και μοιάζεις στην Τροία.
Μη χαίρεσαι όμως πολύ
 για όσα φεγγάρια κι αν λείπω
 θα είμαι σε αγάπης κελί
 θα φτιάχνω τον Δούρειο ίππο

(Ρ)Αγάπη ποτέ σου δεν χάρισες,
«φευγιό» είχες για ιδανικό σου
 με δάκρυ και μ’ έρωτα σάρισες
 με νίκησες στον Γρανικό σου

22


Είχα επιστρέψει την γκανιότα απ’ το φιλί
 και τα όνειρά μου τα ’χα κρύψει σε λημέρι
 τα αισθήματά μου μ’ ένα ιπτάμενο χαλί
 τα ταξιδεύω για της νύχτας σου τα μέρη.

Είχα χτυπήσει των καημών την οροφή
 τα σ’ αγαπώ μου ξεροστάλιαζαν στον πάγο,
στου Ολύμπου είπα ν’ ανεβώ την κορυφή
 μα είχε φύγει η Αθηνά με κάποιο μάγο.

Κι όταν η μπίλια είχε κάτσει στο «ποθώ»
τα δυο σου μάτια γαλανοί ωκεανοί μου,
μα η αγάπη μας στον μαύρο τον βυθό
 και τα φιλιά σου στα σκοτάδια τ’ αχανή μου

 Πάλι της τρίαινας το χτύπημα θα βγει
 θύτης σου πάλι , τιμωρός ο Ποσειδώνας,
στην τρικυμία του αγαπώ σου η κραυγή
 πάλι ναυάγιο της αγάπης ο αγώνας

23
Στης λησμονιάς μου τις αυλές
 στης πίκρας το παρτέρι
 φύτευα τις ανατολές
 και σου ’στηνα καρτέρι
 έλεγα Μάης αν θα ’ρθει
 τα χιόνια άμα λιώσουν
 πως στο παρτέρι το βαθύ
 ήλιοι σου θα φυτρώσουν

(Ρ)Πάντοτε σου άρεσε να λες
 την μια απ’ τις δέκα εντολές
 δεν διάβασες δεν είδες
 γιατί έκρυβε παγίδες

 Στης λησμονιάς μου το γιαλό
 σ’ έψαχνα βήμα-βήμα
 τα δυο σου χείλη να φιλώ
 μα μ’ έδιωχνε το κύμα
 κι είπα πριν μπει η πυρκαγιά
 να γίνω οδηγός σου
 μα το μπουρίνι ενός σου «γεια»
μ’ έκανε ναυαγό σου

(Ρ)Πάντοτε σου άρεσε να λες
 την μια απ’ τις δέκα εντολές
 δεν διάβασες δεν είδες
 γιατί έκρυβε παγίδες

24
Μη μου μιλάς βαριεστημένα, αργά, και ράθυμα
 το φροντιστήριο ξανά μην αναβάλλεις
 έλα του έρωτα να κάνουμε το μάθημα
 και διαγώνισμα στο τέλος να μου βάλλεις

 Να μου λες: «Θα ‘μαι κει ρε μεγάλε
 σε μια κάμαρα , η αγάπη, κι εσύ,
τον σπασμό μου να δεις στο φινάλε
 να με πιεις σαν μια κούπα κρασί»

Απ’ το βιβλίο του κορμιού σου κάνω ανάγνωση
 και τις πλημμύρες σου ζητώ στην κιβωτό μου,
τα δυο σου χείλη να μου κάνουν τη διάγνωση
 κι αν στης αγάπης θα καώ τον πυρετό μου

 Να μου λες: «Θα ‘μαι κει ρε μεγάλε
 σε μια κάμαρα , η αγάπη, κι εσύ,
τον σπασμό μου να δεις στο φινάλε
 να με πιεις σαν μια κούπα κρασί»

Για τα φιλιά, για αγκαλιές, κι όχι για οξείδωση,
να μου μιλάς ώσπου η νυχτιά να μας μοιράσει,
και θα το δεις, θα ‘χω απίθανη επίδοση
 για να τον πάρω τον βαθμό πάνω απ’ την βάση

 Να μου λες: «Θα ‘μαι κει ρε μεγάλε
 σε μια κάμαρα , η αγάπη, κι εσύ,
τον σπασμό μου να δεις στο φινάλε
 να με πιεις σαν μια κούπα κρασί»

25

Άκληρες ώρες, λιτοδίαιτοι καιροί,
γούρικη λάμψη Σαββατιάτικη του Βέγα
 έσβησε πάλι το αγαπώ, ‘χάθη τ’ ωμέγα,
το παθιασμένο σου φιλί σβηστό κερί.

Αποσπερίτης, ενός λύχνου σου το φως,
γκαϊντας απόηχος γλυκός το σ’ αγαπώ σου,
έγερνα μόρτικα να κλέψω τον καρπό σου
 το άγιο κορμί σου μέγας πόθος μου κρυφός

«Αν έχεις» μου είπες «αλαβάστρινη τριχιά
 για να δεθεί το άστρο μόλις αγναντέψει
 έχεις, φιλί, μα και κορμί, καρδιά μου κλέψει
 της μπόρας θα ‘μαι η σταλιά σε αναβροχιά»

Αν όμως πλάθεις τα όνειρά μας με πηλό
 γράφεις σενάριο άλλο έργο ν’ ανεβάσεις
 ένα σου λέω, και ποτέ μη το ξεχάσεις
 το άγιο φιλί μου σε άλλα χείλη θα πουλώ

Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 48