Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Θέματα - ΠΟΙΟΣ

Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 14
1
ΘΟΡΥΒΟΣ



Εκείνη την ευχή που θα  έκανα στην γιορτή σου....

Εκείνο το φιλί που θα σου έδινα κάθε φορά που θα συναντιόμαστε στο σπίτι μετά από μία σκληρή μέρα δουλειάς....

 Εκείνη την αγκαλιά που θα κρυβόσουν μέσα της κάθε φορά που θα ένιωθες την απειλή από τους ανθρώπους γύρω σου....

Εκείνο το χάδι που θα σου γιάτρευε τις ρυτίδες και που θα σε έκανε να νιώθεις πάλι παιδί....

Εκείνο το ταξίδι που θα σχεδιάζαμε μία βροχερή μέρα του χειμώνα αγκαλιά κάτω από τις κουβέρτες....

 Εκείνο το όνειρο σου που θα το μάζευα και θα το ζέσταινα και  θα το κράταγα ζωντανό κάθε φορά που θα το πέταγες στο χιόνι όταν ήσουν απογοητευμένη κουρασμένη και νικημένη...

Εκείνο τον δρόμο που θα τον βαδίζαμε πιασμένοι χέρι-χέρι για να μην είμαστε μόνοι όταν φτάσουμε στο τέλος του...

Εκείνη την ζωή δεν που ζήσαμε μαζί...

Εκεινη την προδοσία που δεν την έκαναν προδότες μα προδομένοι...

Εκείνο το ''σ'αγαπώ ''που δεν μας χώρεσε γιατί ήταν πολύ μεγάλο το εγώ μας...



έγιναν όλα ένας  κολασμένος θόρυβος ρουφηγμένος από την μαύρη τρύπα της σιωπής



Α.Π.


2
ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΒΗΜΑ




Και έγινε πια τόσο εύκολο

οι καταιγίδες έπαψαν να σε τρομάζουν

σε αθώωσαν και πια δεν σε δικάζουν

οι βροχές

περνάνε οι μέρες δίχως να σε αγγίζουν

και όλες οι νύχτες πια  δεν σε γνωρίζουν

και οι εποχές



Άλλο ένα βήμα πιο μακριά απ' το άπειρο

άλλο ένα βήμα πιο κοντά στο τίποτα



Κλωσάς τα κλούβια αυγά μέσ' στο καλάθι

λάθος που το έκρυψες μέσα στα λάθη

σε άδειες λέξεις

την  αντανάκλαση σου στον καθρέφτη μουτζουρώνεις

και όσο όσο γιά ένα άλλο είδωλο πληρώνεις

να το αντιγράψεις

άφησες τα όνειρα ανοιχτά  να ξεθυμάνουν

γεύση καμιά να μη σου αφήσουν σαν πεθάνουν

να μην τα κλάψεις



Άλλο ένα βήμα πιο μακριά απ' το άπειρο

άλλο ένα βήμα πιο κοντά στο τίποτα



Και έγινε πια τόσο εύκολο

όσα δεν έχεις δεν σε νοιάζει αν τελειώσουν

και όσα ξεχάσεις δεν φοβάσαι μην στοιχειώσουν

λευκή σελίδα

έμαθες να φυλάγεσαι κι'από όσους σε έχουνε ξεχάσει

γιατί η αγάπη περιμένει να σε ξελογιάσει

και είναι παγίδα



Άλλο ένα βήμα πιο μακριά απ' το άπειρο

άλλο ένα βήμα πιο κοντά στο τίποτα



Α.Π.

3
στο κατακάθι του καφε



μία μαϊμού τυλιγμένη σφιχτά στο λαιμό μου με πνίγει

μία οχιά μού γεμίζει τις φλέβες φαρμάκι

ένα αγρίμι με τα νύχια δύο τρύπες στα μάτια μου ανοίγει

και καρφώνει στο στήθος μου μέσα, το βρώμικο ράμφος του, ένα κοράκι



μα έχω ακόμη τα χέρια μου μέσα στις τσέπες αφήσει

λες και δεν μένω πιά μέσα σε τούτο το σώμα

λες και ήταν κλουβί και η ψυχή  μου πουλί που πετάρισε και δεν θα γυρίσει

σαν να άνοιξε μία πληγή στο ουράνιο τόξο και έχασε όλο το χρώμα



 Οι πλατείες γεμίσαν με κόσμο,τα αγρίμια στο δάσος γυρίζουν

 και ο φόβος σαν κερί που έχει λιώσει απ' τον ήλιο του Μάη

στις αυλές ,στα μπαλκόνια ,τα λουλούδια στις γλάστρες τα κορίτσια  ποτίζουν

και ο παπάς τις καμπάνες χτυπά στο ξωκλήσι και ξανά  λειτουργάει



μα εγώ έχω ακόμη τα χέρια μου μέσα στις τσέπες αφήσει

και σαν ρούχο το σώμα μου πεταμένο με τα άπλυτα μες στο καλάθι

κάποιος στίχος τι σκέψεις  μου όμως ξεπλένει στου νιπτήρα την βρύση

και μετά λες τη μούσα γυρεύει να βρεί στου καφέ μέσα το κατακάθι



Α.Π.


4
FLORETTA





σε μία Floretta πάνω ,ήρθε έξω από τη σκέψη μου και άρχισε να μαρσάρει

φορούσε ένα τζιν στενό ,ένα μπλουζάκι αμάνικο  και στο λαιμό φουλάρι

έναν στυλό μου πέταξε και μου είπε '' είναι μαγικός  τον χρόνο μακιγιάρει''

'' και βάλε στα στιχάκια σου , δρόμο από τη γη που ξεκινά και φτάνει στο φεγγάρι''



Sante άφιλτρο μου πρόσφερε και με ένα σπίρτο το άναψε που ήταν μισό βρεγμένο

και εγώ απ'η φόδρα έβγαλα ένα μπουκάλι με κονιάκ που είχα φυλαγμένο

μεσα στο walkman έβαλα μιά εξηντάρα TDK κασέτα  λατρεμένη

που η μπαλάντα που έγραψα για εκείνη , στην ταινία της κρύβεται πικραμένη





ύστερα στην Floretta του, μου ζήτησε να ανέβω ,   την τριταχυτη

για μία κούρσα στα σύννεφα , δικάβαλο ,   ωραίοι και απροσμάχητοι

 ένα όνειρο απόσταση , είναι απ' τη γη στον ουρανό απάνω στη Floretta

κι άμα διψάσουμε  κονιάκ , κι άμα πεινάσουμε στα δυό μία ΙΟΝ σοκοφρέτα



Α.Π.


5
ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ



Πριν μπει στο σούπερ μάρκετ έβγαλε από την τσέπη τα λίγα κέρματα των δέκα λεπτών που είχε, και με ανακούφιση είδε πως συμπλήρωνε το ποσόν που χρειαζόταν ,για να πάρει ένα μικρό ψωμί.

Ομως βαθιά μέσα του ήξερε, πως η ανακούφιση που ένιωθε ήταν γιατί θα είχε την ευκαιρία να την ξαναδεί.

Βιαστικά πήρε το πρώτο καρβέλι που βρήκε και στάθηκε μπροστά από το ταμείο .

Τα πάντα γύρω του δεν είχαν πια σημασία , όλος ο κόσμος ξαφνικά έγινε εκείνη ,το υπέροχο μελαχρινό κορίτσι,  πίσω από την  ταμειακή μηχανή.

 Σαν να ήταν ένας μικρός λαμπερός ήλιος  που έλαμπε μπροστά από τα τσιγάρα που ήταν στο ράφι πίσω της.

-'' Ένα ευρώ και δέκα λεπτά παρακαλω'' .

 Άδειασε  πάνω στο ταμείο τα κέρματα που είχε στη χούφτα του.

-''Σας ευχαριστώ ''του είπε εκείνη  , και έστρεψε το βλέμμα της αλλού.

Αυτός έμεινε εκεί να την κοιτάει ,λες και έιχε παγώσει ο χρόνος.

- ''Θέλετε κάτι άλλο ; '' του είπε φανερά ενοχλημένη .

- '' Θα μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα και να σας κοιτάζω.. και μόνο αυτό θα μου ήταν αρκετό '' της είπε.

Τον κοίταξε περιφρονητικά

- ''  Δεν νομίζω πως θα το άντεχα αυτό ούτε για λίγα δευτερόλεπτα.. ''

Φεύγοντας νόμισε πως την άκουσε να  γελάει.

 Περπάτησε πάνω από είκοσι λεπτά για να φτάσει στο σπίτι του και τα γέλια εκείνα λες και τον είχανε πάρει στο κατόπι

Έσπρωξε με το πόδι την πόρτα να την κλείσει, πέταξε το ψωμί πάνω στο τραπέζι και έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι με  τις παλάμες στα μάτια του ,προσπαθώντας να κρυφτεί από το φως.

Ένιωθε τόσο ευάλωτος

Γιατί χωρίς να το θέλει, μαζί με τα λίγα λόγια που της ειπε , της έδωσε και το κλειδί της ψυχής του.

 Και δεν θα μπορέσει να νιώσει ξανά ποτέ ασφαλής μέσα στον κλειδωμένο του κόσμο....

ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ

Αυτό ήταν το δικό του ξύλινο κάστρο.

Το παλιό παγκάκι στην άκρη του χορταριασμένου  μονοπατιού..

Από εκεί ψηλά μπορούσε να κοιτάζει την πόλη και το λιμάνι της , την παλιά πέτρινη γέφυρα και τον φάρο .

Δυο-τρεις σανίδες είχαν απομείνει  και οι σκουριασμένες πρόκες που τις συγκρατούσαν, πολεμώντας με τον χρόνο.

Ακόμη όμως μπορούσε να δει σε μία από αυτές χαραγμένο το όνομά της ..

Δεν τόλμησε ποτέ να γράψει το δικό του δίπλα στο δικό της.

Δεν θα το άντεχε αυτό το ψέμα .

 
Ο ήλιος λίγο πριν βυθιστεί στη θάλασσα έβαψε με αίμα τα σύννεφα
Η τελευταία του ήλιου αχτίδα έπεσε στην σάπια σανίδα ,εκεί στο κενό δίπλα στο όνομα της, εκεί που θα έπρεπε να είναι και το δικό του





Α.Π.




6
μπουκαμβίλια



σκόνη έφερε ο νοτιάς και ζέστη

τα πεζοδρόμια βάψαν με ασβέστη

κόψαν στον κήπο τα χορτάρια

βγάλανε οι μουριές βλαστάρια



λιόξυλα καίνε στο χωράφι

στα κλήματα ρίχνουνε  θειάφι

οι μεσπολιές έχουν ωρμάσει

τα χελιδόνια έχουν κοπιάσει



το φοβισμένο καλοκαίρι

με πλαστικό γάντι στο χέρι

το εισιτήριο του σκίζει

σκυλί δεμένο  που γαβγίζει



στην παραλία κάποιο αχνάρι

ξέρουν το μυστικό του οι γλάροι

στον δρόμο ακούγεται η σειρήνα

 ποιος βγήκε έξω Απρίλη μήνα



να ρθείς να πλέξουμε το Μάη

μέσα μου ο έρωτας ξυπνάει

θα έχω λουλούδια μες στο βάζο

 έλα που μόνος μου πλαγιάζω



γιατί η αγάπη η δεμένη

σαν μπουκαμβίλια μαραμένη

έχει αγκάθια που τρυπάνε

μα και κλαδιά που εύκολα σπάνε



Α.Π.

7
ΑΝ ΡΙΣΚΑΡΕΙΣ



σαν  έτοιμος από καιρό τα ρέστα μου ετοιμάζομαι σε μία ζαριά να παίξω

ή θά μπω μέσα στη ζωή μου, με την αλήθεια τη δική μου ,ή αλλιώς ας μείνω απέξω

μη μου μιλάς για ελιγμούς, για τρίπλες και συμβιβασμούς ,να βολευτώ με λίγα

ούτε να ζω με το στανιό, πότε θα ρθει ο Αύγουστος που ναι παχιά η μύγα



στον τελευταίο μου χορό την πιο ωραία μουσική να παίξουν θα γυρέψω

και θα σταθώ περήφανα μπρος στην γλυκιά πριγκίπισσα και να έρθει θα της γνέψω

και εάν με αγνοήσει ή μου αρνηθεί ή με  αποφύγει ευγενικά  ή ειρωνικά γελάσει

θα πει πώς λάθος νόμιζα πως στο ταξίδι μου έμενε μία τελευταία στάση



το ''όλα'' είναι άπιαστο και φτάνει μέχρι το άπειρο, κουτό να το γυρέψεις

μα τι αξία έχει η ζωή άμα την κάθε της στιγμή στα όνειρα δεν ξοδέψεις

και είναι υπαρκτό το ''τίποτα'' ,στα βήματά σου σέρνεται φίδι να σε δαγκώσει

μοιάζει με κρύα φυλακή που ούτε Θεός ούτε άνθρωπος μπορεί να ξεκλειδώσει



για αυτό αν όλα ή τίποτα και εσύ

είσαι έτοιμος να παίξεις

και δυο και τρεις να το σκεφτείς

όταν στο τίποτα βρεθείς

αν θα μπορείς να αντέξεις



Α.Π.

8
   
ιστορία για σκύλους



Στην εκκλησία την ρημαγμένη απ'τους σεισμούς , που είναι κρυμμένη στη άκρη του δρόμου του χωμάτινου

μες στα πουρνάρια και τα πεύκα, πού ένα γινήκαν με την σκουριά απ'τα κομμάτια του φράχτη του συρμάτινου

καθώς τον δρόμο ανέβαινα , κάτι άκουσα σαν γαύγισμα ανάμεσα στα ερείπια που κείτονται σωροί

μα ίσως  ο αγέρας να ήτανε , ή κάποιο άλλο ζωντανό ,,ή κάποιος κότσιφας μπορεί



να πάρω ανάσες στάθηκα καθώς μου έπεσε βαριά του δρόμου η ανηφόρα

απ'τους Βαρδιάνους βρόνταγε, τα σύννεφα μολύβιασαν και έπιασε και η μπόρα

πρώτα η αστραπή μετά η βροντή κι'ύστερα ένα κλάμα αργόσυρτο ακούστηκε απ'την εκκλησιά

και ένα σκυλί σαν άνεμος απ'τα ερείπια βρέθηκε στου δρόμου την κατεβασιά



με τη βροχή στα μάτια μου αν το είδα ή αν το φαντάστηκα εγώ όρκο δεν κάνω

μα ήταν τόσο αληθινό , που η πράγματι έγινε , η αρχίζω να τα χάνω

μία κοπέλα φάνηκε κάτω στου δρόμου τη στροφή και με ένα σάλτο το σκυλί πέφτει στην αγκαλιά της

εκείνη με ένα στεναγμό το τύλιξε στα χέρια της, μέσα στον κόρφο τό 'κρυψε ,το έπνιξε στα φιλιά της



ξάφνου την είδα μοναχή ένα λουλούδι να ακουμπά πάνω σε άσπρα βότσαλα που σκέπαζαν φρεσκοσκαμμένο μνήμα

της σκούπισα τα δάκρυα και πόνεσα που πόναγε γιατί οι αθώοι όταν θρηνούν είναι άδικο και κρίμα

την φίλησα στο μάγουλο, τον δρόμο μου συνέχισα,σταμάτησε και η βροχή και άρχισα να στεγνώνω

κάποτε έφτασα στο σπίτι μου ,κοιμήθηκα και ξύπνησα , μα το όνειρο που είχα δει μου άφησε τόσο πόνο

Α.Π.

9
ΚΑΠΟΙΟ ΒΡΑΔΥ



Στην τσιμεντένια την ταράτσα αναρριχήθηκε η νύχτα

να κατακτήσει την κορφή

στους πρόποδες τα φώτα από το Αργοστόλι μεθυσμένα με τα κύματα χορεύουν

Και εγώ ψηλότερα και από τον διάολο απόψε

τον κόσμο μου κοιτάζω από το πέτρινο μου κάστρο

Για μία στιγμή μονάχα σε είδα στο φως του φεγγαριού τα σκαλοπάτια να ανεβαίνεις

Πόσους αιώνες λείπεις ?

Γιατί δεν έφυγες ποτέ ?

Αφού θυμάμαι που είπαμε αντίο

Ακόμα είναι τα ρούχα σου στο πάτωμα μέσα στη σκόνη

να τα πετάξω πρώτα, μετά θα φύγεις

Προστάτεψα την φλόγα του αναπτήρα με την παλάμη μου για να σου ανάψω ένα τσιγάρο

μα στο φως της φλόγας χίλια πεφταστέρια έσβησαν πάνω στο αλουμίνιο της σκάλας

Και άδειασε και σκοτείνιασε η νύχτα

Γυρίζω το κλειδί

Προσπερνώ τα σκονισμένα ρούχα στο πάτωμα ,βάζω λίγο ουίσκι στο ποτήρι

Βυθίζομαι όλος πάνω τον παλιό καναπέ

Κάποιος μου έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα

Τελικά δεν είμαι μόνος ποτέ, μέσα σε αυτό το άδειο σπίτι

Α.Π.

10
   
Μία τυπική μέρα του Απρίλη του 2020



Προτού προλάβει ο ήλιος να στεγνώσει

την τελευταία σταγόνα του φόβου

τα σύννεφα ξανάρθαν

Η Άνοιξη γονατίζει νικημένη και παραιτημένη

Ο δυνατός νοτιάς παρασέρνει τα άνθη της αμυγδαλιάς μαζί με τις νιφάδες του ατέλειωτου Χειμώνα

Ο θόρυβος από στην σειρήνα του περιπολικού σκεπάζει το βουητό των μελισσών

Αφήνω τα λουλούδια μέσα στο βάζο.Μπορεί και να ήταν ήδη εκεί ,δεν ξέρω,δεν είμαι σίγουρος

Η ώρα πήγε 6:00

Νιώθω ανακούφιση

Εγώ που ξέρω να μετράω μέχρι το άπειρο νιώθω λυτρωμένος που δεν γνωρίζω κανέναν από αυτούς τους αριθμούς που αραδιάζουν

Νυχτώνει

Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι έχασα άλλη μία μέρα

Αυτό πάλι ?

Τις μεγαλύτερες πληγές να τις αφήνουν οι μάχες που δεν δίνεις !!!

Και όλα αυτά για να μείνω ζωντανός ώστε να μπορώ να κηδεύω τις μέρες μου

Να μην πάνε άκλαυτες

Στους τοίχους παντού καθρέφτες

Ευτυχώς είναι πολλοί που με συμπαθούν εκεί μέσα

Και μετά αρχίζω να μεταφράζω τις σιωπές τους

Πάντα με εντυπωσιάζει που ξέρουν τόσα πολλά για μένα

Πριν κοιμηθώ να μην ξεχάσω να ρίξω λίγο νερό στο βάζο

Ας κρατήσω όσο μπορώ την άνοιξη ζωντανή

Μπορεί να την ξαναδώ στα όνειρά μου απόψε

Γιατί φοβάμαι τα φαντάσματα

Α.Π.

11
ΜΥΓΟΣΚΟΤΩΣΤΡΕΣ



αφόρητα πολλές είναι λένε, οι μύγες

και πιάσανε δουλειά οι μυγοσκοτώστρες

να κρυφτείς στην κούπα με το γάλα πήγες

και άρχισες το instagram και  τις μόστρες



βρέχει μοναξιά μέσα στις οθόνες

στόλισες την θλίψη σου σαν παγώνι

γέμισες με φόβο όλες τις κρυψώνες

να μην βρουν τα ίχνη σου οι Μασόνοι



είναι και ο τύπος μες στον καθρέφτη

που σε κοιτάει κάπως και σε τρομάζει

διαλύεις σαν το χρώμα μέσα στο νέφτι

καθώς γυμνός να μείνεις σε αναγκάζει



άρρωστη η ζωή σου σε καραντίνα

χρόνια να την κρύβεις  να μην κολλήσεις

είναι και ο ιός που ήρθε από την Κίνα

ψάχνει να σε βρει είπαν στις ειδήσεις



μές'στο σπίτι μπήκες σαν μετανάστης

κανείς δε σε γνωρίζει και δεν σε ξέρει

στον τόπο του εγκλήματος γυρνάει ο δράστης

γυρίζει πάντα ο φόβος στα ίδια μέρη

Α.Π.

12
Η ΚΟΠΕΛΑ



λυπάμαι τόσο ...για άλλη σε πέρασα

θα φταίει μάλλον πως παραγέρασα

τα έχω χαμένα .. συγχώρεσέ με

συχνά μπερδεύομαι και ξεγελιεμαι



πάει καιρός που μου συμβαίνει

λες και είναι εμμονή, λες και είναι τρέλα

σε όποια κοιτάξω, γνωστή η ξένη

την ίδια πάντα βλέπω κοπέλα



και ούτε πως ξέρω πώς τηνε λένε

και δεν την έχω ποτέ γνωρίσει

στα χείλη μου άφησε φιλιά που καίνε

και ας μην την έχω ποτέ φιλήσει



μέσα στα όνειρα για χρόνια ζούσε

μα αυτά πεθάναν και έμεινε μόνη

μα να είναι μόνη της δεν το μπορούσε

και την ζωή μου τώρα στοιχειώνει

Α.Π.


13
ο κοκορας



έβαλα τα δάχτυλά στην πρίζα

πρόκα τα μαλλάκια μου τα γκρίζα

έφτιαξα καφέ με βιτριόλι

έκαψα στον χάρτη το Αργοστόλι

'εφαγα τα νύχια ένα-ένα

διέγραψα από το Facebook και σένα

κρέμασα από τη λάμπα τα παπούτσια

και από το πορτοκάλι έφαγα μόνο τα κουκούτσια

ποια απαγόρευση κυκλοφορίας

εγώ είμαι τέρας ψυχραιμίας

κάθομαι στο σπίτι και αγναντεύω

η πάω στην μπανιέρα και ψαρεύω

η με ένα ελβετικό σουγιά

ξύνω απ΄ το ψυγείο την μπογιά

η ξηλώνω τον σοβά από τον τοίχο

η ταξίδι αρχίζω  με έναν στίχο

και αν μοιάζω με τον ποιητή φανφάρα

πίστεψέ με 'οτι δεν δίνω μιά δεκάρα

γιατί όταν θα ουρλιάζω σαν τον λύκο

εσύ θα το ακούς σαν'' κοκορίκοοοοο''

Α.Π.


14
ΑΝΑΠΟΔΑ

σαν να φορέσαμε τη ζωή ανάποδα

σαν να ξυπνήσαμε από τη ζωή και να ανοίξαμε ανακουφισμένοι τα μάτια στην πραγματικότητα του εφιάλτη μας

οι δρόμοι , οι παραλίες ,τα άλση,τα γήπεδα .αυτά είναι οι φυλακές

ελεύθερος ζεις μόνο κλειδωμένος στο σπίτι

αντικαταστήσαμε τον ήλιο με την τηλεόραση,το ηλιοβασίλεμα με το κομπιούτερ μας

η απόδειξη ότι σε αγαπάω είναι πως πρέπει να μένω μακριά σου

οι αγκαλιές μας σκοτώνουν, τα φιλιά μας έχουν δηλητήριο

στα όνειρά μας χωράνε μόνο τα βασικά αγαθά από το σούπερ μάρκετ

και το μέλλον !!! το μέλλον που είναι τόσο άρρωστο που φοβάσαι και να το πλησιάσεις

νύχτωσε

τη βγάλαμε και σήμερα

την έβγαλες και εσύ μάνα και πατέρα ,παππού και γιαγιά

αύριο έχει ο Θεός

εχει ο Θεος αρκεί να καταδεχτεί να αφήσει τον παράδεισο του και να έρθει στην κόλαση

Α.Π.

15


όπως όλοι οι συνάδελφοι καλλιτέχνες ....(γέλασε κάνεις ????? ) αυτή την εποχή ανεβάζουμε κάτι για τον κορονοιο



https://www.youtube.com/watch?v=NUvSCd1xd9Y&feature=share&fbclid=IwAR3habSepy2LcdBRSyS-oMSGtCenvQJrHRjgug5RHFE4zMpKd2d63gOcLgw

16
ΑΝΟΙΞΗ ΑΡΡΩΣΤΗ



άνοιξη πες στα ταξιδιάρικα πουλιά, να μην πετούν ελεύθερα πάνω από την πόλη, αράδα

σύννεφα  τον χειμώνα σας, να στείλετε ξανά, να σβήσει από τα βότσαλα την κάτασπρη λιακάδα

και συ κυρά μου αμυγδαλιά γιατί  νυφούλα ντύθηκες ? δεν τό μαθες ?κλειστά όλα τα ξωκλήσια

και εσύ λουλούδι της αυλής τα πέταλα σου μάζεψε, οι μέλισσες να μη σε δουν  και βγουν από τα μελίσσια



και εσύ τρελό μου όνειρο που τα φτερά τινάζεις, αν θες πέτα μονάχο σου, δεν το κουνάω ρουπι

και θύμιζέ μου μοναξιά πόσο σε αγαπάω ,και εσείς  σιωπές μου  θόρυβοι να γίνεται και γδούποι

δρόμοι μην με φωνάζετε για να σας περπατήσω,και μην τον ήλιο στέλνετε να με τραβάει από το χέρι

και εσύ νύχτα που νυχτωσες να σβήσεις το φεγγάρι σου,μόνο άσε με να ευχηθώ στο πρώτο πεφταστέρι



και συ άνοιξη που αρρώστησες και αρρωστήσαμε όλοι

μονάχη σου που περπατάς μέσα στην άδεια πόλη

σε ένα βαζάκι έβαλα νερό από τη βρύση

έλα και μπες πριν μαραθείς, να βγούμε από τη κρίση



Α.Π.


17
ΑΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ Ο ΚΟΡΟΝΟΙΟΣ...



Αν δεν ήταν ο κορονοιός...

θα περίμενα πώς και πώς όλη τη μέρα να τελειώσει η δουλειά

και να γυρίσω να κλειστώ σπίτι μακριά από όλους σας

Αν δεν ήταν ο κορονοϊός...

πιθανόν να μην σου σήκωνα το τηλέφωνο 

γιατί είμαι ο τύπος που βαριέται να μιλάει στο τηλέφωνο

Αν δεν ήταν ο κορονοϊός...

θα είχα κλειστές τις καρτέλες συνομιλίας στο Facebook

για να μην με ενοχλήσει κανείς σας

Αν δεν ήταν ο κορονοϊός...

θα ήμουν ακόμη ενοχλημένος από τις αγκαλιές των συγγενών

που ήρθαν να με δουν πριν  κάτι μερες

Αν δεν ηταν ο κορονοιος...

θα ήμουν ακόμα θυμωμένος μαζί σου

και θα ευχόμουν να μη σε ξαναδώ ποτέ ξανά

Αν δεν ηταν ο κορονοιος...

 ίσως ακόμη να μην είχα καταλάβει

 πόσο άδεια έχω αφήσει την αγκαλιά μου

Α.Π.


18
ΧΕΙΜΩΝΕΣ



δεν έχει ούτε μία ρωγμή τούτη η σιωπή ,θάνατος μοιάζει

και του τσιγάρου  ο καπνός  ασάλευτος, σβησμένου άστρου δαχτυλίδι

μέσα στο βάζο ένα λουλούδι ξεραμένο,πάνω στο μίσχο του έχει γείρει και γεράζει

και το μολύβι  με την μύτη του σπασμένη, αφημένο στο χαρτί , που είναι μουσκίδι



μέσα από την μνήμη οι στιγμές εξαϋλώθηκαν , στο άπειρο μιά ευθεία

και πετρωμένη η μουσική πέφτει στο πάτωμα βαριά ,μες στα σκοτάδια

χίλια φαντάσματα νεκρά μες στην παλιά φωτογραφία

σταλιά σταλιά η λάμπα στάζει φως μα η σελίδα πάντα  άδεια



μα έξω από το τζάμι είναι ο χειμώνας και όλο σφυρίζει

μία χαραμάδα βρίσκει και μπαίνει και τον αγγίζει

βάζει τις λέξεις μες στο μελάνι και στον στυλό του

και τον αφήνει δίπλα στο άσπρο το δάχτυλό του



και αυτός γράφει ξανά και χουχουλιάζει γύρω από τα γράμματα τα αναμμένα

πόσο χειμώνα βρήκε και στέγνωσε ,για να να αναστήσει για λίγο εσένα

Α.Π.


19
Ηταν τελος του Δεκεμβρη

και ηρθε το κακο να μέ'βρει

που ημουνα μες στην σπηλιά

στης μανουλας την κοιλια



Ξενα χερια με τραβανε

και στη ζουγκλα με πετανε

το ταξιδι εχει αρχισει

απο Ανατολη σε Δυση



Στο σχολειο με μιά σάκα

ειχε ζορια μα και πλακα

μου εδωσαν μολυβι,γομα

και ενα φερμουαρ στο στομα



μου΄παν πως για να προοδευω

πρεπει να απομνημονευω

απ'εξω και παπαγαλία

 οτι γραφουν τα βιβλια''



μα αυτα που αποστηθιζω

ειναι  οσα θελω να γνωριζω

μα ενα ξερω οτι ουδεν οιδα

και ετσι προκοπή δεν ειδα



Τελευταιο θρανιο παντα

τα τσιγαρα μες στην τσαντα

διαγώνισμα ασπρη κολλα

μετεξεταστέος καθ'ολα



Πηγα στη μεγαλη πολη

γιατι εκει πηγαινουν ολοι

μια τεχνη να σπουδασω

πριν τις ευκαιριες χασω



Μου 'παν ''γινε αν θες λιονταρι

η αλλιως βόσκε χορταρι

γινε ο βραχος η το κυμα

γνε ο θυτης η το θυμα



Και περάσαν τρια χρονια

λες και κρατησαν αιωνια

και γυριζω στο νησι μου

που'χα αφησει την ψυχη μου



Μα η πατριδα με προσταζει

και σε μιά στολη με μπαζει

δυο χρονια ηταν και κατι

σε σκουρια μεσα κι'αλατι



Μα εζησα και βραδια ωραια

με τα αστερια για παρεα

κι'ειδα ολο το Αιγαιο

απ'το πηδαλιο το πρυμναιο



Υστερα πισω στο σπιτι

αετος μα και σπουργιτι

πότε ζεστη πότε κρυο

πότε μονος πότε δυο



Και έπειτα μία αγάπη βρήκα

που της έδωσα και προίκα

και έκανα φωλιά το σπίτι

 νοικοκύρη τον αλήτη



Μα η αγαπη είναι πλοίο

που μπαρκάρουν μόνο δύο

μα στο πλοίο μπήκαν και άλλοι

 πάει η αγάπη η μεγάλη



Υστερα χρόνια περνάνε

 όλα γύρω μου γερνάνε

κρύφτηκα πίσω από τοίχους

κλειστικα μεσα σε στίχους



Και η ψυχη αγκυρα ριχνει

κι'η πυξιδα λαθος δειχνει

και το σωμα μονο παει

και ο χρονος το νικαει



Κι'η ψυχη κορμι δεν εχει

να κρυφτει τωρα που βρεχει

και γυρευει νά'βρει σωμα

μεσ'το λασπωμενο χωμα



Μιά ιστορια ομως τελειωνει

οταν το καντηλι σωνει

μα εγω δεν θα την γραψω

ουτε θα τη υπογραψω

Α.Π.

συνεχίζεται..... ελπίζω




20
ΤΟΥ ΘΕΟΥ



και ρώτησε με απόγνωση ο Θεός '' και εμένα ποιος με γέννησε  ?

και ποια μάνα με βύζαξε  στο πρώτο μου το γάλα

και ποιος πριν  πάω στο σχολειό μ'έντυσε και με χτένισε

και γράμματα ποια ήτανε, που μου 'μαθε, δασκάλα ? ''



''γιατί δεν έχω σύντροφο να μοιραστώ την πλάση ?

γιατί δεν έχω ένα Θεό μία προσευχή να κάνω ?

τι και πού είμαι Αθάνατος αν τη ζωή έχω χάσει ?

και που ζητώ συγχώρεση όταν και εγώ λανθάνω ? ''



καθρέφτησε ο ουρανός και τη μορφή του βλέπει

και είχε τα μάτια κόκκινα απ' το πολύ το κλάμα

όμως γιατί ούτε του Θεού η μοναξιά του πρέπει

μες στον καθρέφτη έναν θεό εφτιαξε με ενα θάμα



και από τότε όποιος κοιτά μες' στο καθρέφτισμα του

θα δει κρυμμένο έναν Θεό που  τόσο θα του μοιάζει

τόσο που κάποιος θα λεγε πως είναι ομοίωμα του

και έτσι αναλόγως ποιος κοιτά και ο Θεός αλλάζει



Α.Π.


21
ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΕΛ ΠΑΣΟ



Μονομαχία στο Ελ Πάσο

εγώ που έμεινα στον άσσο

και εσύ που με έχεις κάνει Τούρκο

και οι δυό χωμένοι μες' στο βούρκο

πιο γρήγορα ποιος θα τραβήξει

ποιος στην καρδιά πρώτος θα ρίξει

μονομαχία με πιστόλι

ποιος μες' τα λόγια έχει βόλι

ποιος μες στα δόντια έχει φαρμάκι

ποιος θα σφαχτεί με το βαμβάκι

ποιος έχει μες΄ στα μάτια φίδια

ποιος μες στα νύχια έχει λεπίδια



Ποιος έπεσε πρώτος στο χώμα

ποιος αγαπάει τόσο ακόμα

ποιος το πιστόλι δεν τραβάει

ποιος τον φονιά του συγχωράει

Α.Π.

 




22
Ο ΚΥΡΙΟΣ ''ΟKAY''



δύσκολα τού' βγαζες μιά λέξη από το στόμα

κι'άμα τον ζόριζες σου έλεγε ''όλα okay''

πάνω στο δέρμα του η αλμύρα να τον καίει

και μάτια πάντα που κοιτάζουνε στο χώμα



συχνά τον άκουγαν τα κύματα να βρίζει

και λυσσασμένο τον Θεό να καταριέται

πάνω στα βράχια να σφαδάζει και να σειέται

και ύστερα μ' αόρατους εχθρούς να καυγαδίζει


πως  εταξίδευε για χρόνια έχω μάθει

ηλεκτρολόγος ήταν λένε σε βαπόρι

είχε γυναίκα, ένα γιο και μία κόρη

μα σε ναυάγιο η οικογένεια του εχάθει


να τον ακούσεις να μιλάει ήταν σπάνιο

μα μου αφηγήθηκε ένα βράδυ μιά ιστορία

''κι αν είσαι'' μου είπε ''μες στο στόμα καρχαρία

απ' το Θεό ποτέ να μη ζητήσεις δάνειο''


μου είπε'' μία μέρα σε μία θύελλα μεγάλη

που ήταν οι ναύτες μες στο φόβο και στο κλάμα

απελπισμένος  στο Θεό έκανα τάμα

και του ζητούσα στην στεριά σώο να με βγάλει''


''Θεέ μου βοήθα με το κύμα μη με πάρει

και ότι έχω πιο ακριβό θα σου χαρίσω

και αντί για μένα αυτό στο κύμα θα βυθίσω

να να μην πνιγώ όμως κάνε μου τη χάρη''


''πέρασαν μήνες και το τάμα είχα ξεχάσει

μα στο Θεό όμως να χρωστάς φίλε δεν κάνει

το πήρε Μόνος του το τάμα μάνι μάνι

και ότι  αγαπούσα στήν ζωή έχω πιά χάσει''



Α.Π.




























24
Ο ΠΙΝΑΚΑΣ



εκεί πού  σκίστηκαν τα χρόνια σε κομμάτια

έχουν παγώσει

ακίνητες στον χρόνο οι στιγμές

έχουν στοιχειώσει

μετέωρη η ζωή σε αναμονή μες στο άδειο σπίτι

το θύμα , που έχει πάρει αγκαλιά άπνοο τον θύτη



όλη η απόγνωση που είχε στα μάτια της, πάνω στη σκόνη

βγήκε από τον πίνακα και από τα χρώματα και έμεινε μόνη



εκεί που έσμιξαν δύο νύχτες που τον ήλιο

είχαν σκοτώσει

εκεί που οι άνθρώποι φοβισμένοι τον Ιούδα

είχαν προδώσει

τον τάφο τον ασύλητο κοιτάζει με άδειο βλέμμα

στα αλήθεια !!! πόση αλήθεια είχε μέσα κείνο το ψέμα !!!



με την απόγνωση που έχει στα μάτια του τήνε κοιτάει

μπαίνει στον πίνακα και μες  στα χρώματα και την φιλάει



Α.Π.


25

 1142



Κράτα το ρε μάγκα και φύσα το μη σβήσει

για δεν έχω γόπα άλλη να φουμάρω

μην κοιτάς σαν ούφο δεν έχει χασίσι

και να κάνω τράκα φίλε δεν γουστάρω



Μες στο μαγαζί δεν θέλουν ντουμάνι

και με το τσιγάρο νά' μπω δεν με αφήνουν

γιατί κινητά έχουν οι ρουφιάνοι

και στον τετραψήφιο στην στιγμή σε δίνουν



Κράτα το ρε μάγκα δύο λεπτά θα κάνω

λίγο να κοιτάξω για ένα φιλαράκι

κράτα το μην πέσω πάνω σε ρουφιάνο

και μου τηνε πέσουν οι χωροφυλάκοι



Μάγκα στην στενή όλοι τους καπνίζουν

γιατί οι ρουφιάνοι είναι όλοι έξω

και επειδή τα παίρνω όταν  με σκοτίζουν

κράτα το τσιγάρο φίλε μου μην μπλέξω

Α.Π.


Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 14