Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Θέματα - augo

Σελίδες: [1] 2 3
1
Εξουσία ασυνείδητη
σ΄ ένα κράτος μοιραίο
με χωνεύει αμάσητα
κι εγώ πάντα του φταίω.

Είμαι μέρος αδιαίρετο
ενός άδειου συνόλου
με πηδούν ασταμάτητα
τεχνοκράτες του κώλου.

Καρδιά μου σκύψε, δες
φλιπάρουν οι χορδές,
μέσα μου σπάνε.
Γουστάρουν και μπορούν
να με ταλαιπωρούν,
δεν μ΄αγαπάνε.

Είμαι πιόνι αδύναμο
λασπωμένης σκακιέρας
και μ΄ορίζει τα βήματα
έν΄ ακέφαλο τέρας.

Υποκρίνομαι τάχα μου
τον καλό τον πολίτη
της ψυχής μου συνθήματα
να με λέτε αλήτη.

2
Κοίταξα στον καθρέφτη το είδωλό μου
Γεμάτο απατηλές προσδοκίες
και με φουσκωμένη αυτοπεποίθηση
παρά τα τόσα μπαλώματα
σαν μπιμπίκια δεκαπεντάχρονου ναρκίσσου
Όμως, δεν ήμουν εγώ
Ήταν τα φλούδια μιας ξεραμένης ζωής
Μιας χειμωνιάτικης καταιγίδας δίχως σταματημό
Ένα μουχλιασμένο ερωτηματικό
που πλημμύρισε το χώρο, πάστωσε το χρόνο
και προσπαθεί να ξεφύγει
πίσω απ’ το παγωμένο κρύσταλλο
Εκεί που ζουν αιώνια οι αναμνήσεις
καρφιτσωμένες μία-μία στο διάφανο τοίχο
Εκεί που πεθαίνουν τα προσχήματα
δραπετεύοντας απ’ τα μυωπικά «πρέπει»
Εκεί που η ανάσα σου γίνεται χιόνι
κι η δική μου λιγοστεύει, λιγοστεύει
ώσπου χάνεται γελώντας
Τότε, μέσα από τον τοίχο
ξεπήδησαν για πρώτη φορά
σα μολυβένιοι στρατιώτες
αυτά που έζησα κι εκείνα που δεν έζησα
όλα καμωμένα απ’ το ίδιο μολύβι
αλλά από διαφορετικά παραμύθια
με τα δάχτυλά μου να γυρίζουν τυχαία
τις σελίδες πότε του ενός και πότε του άλλου
Έφτασα κάποτε στο τέλος του ενός
και διαπίστωσα πως ήταν το ίδιο με την αρχή του άλλου
Νόμιζα πως είχα καταλάβει
Είπα τότε να ξανακοιτάξω στον καθρέφτη
ακόμα μια φορά, τελευταία
μήπως και με δω επιτέλους
Όμως, αυτός δεν ήταν εκεί.

3
Ψάχνεις αιώνια
Κάτω από νεκρά έπιπλα
Κάτω από ανήσυχες ψυχές
Ψίχουλα τριγύρω κι ελάχιστα ψήγματα ζωής
Ένα καλλίγραμμα του Απολλιναίρ
Ένας στίχος του Έντγκαρ
Ψίθυροι παντού και ψεύτικες φωνές συμπαράστασης
Να ΄δεις κάπου εδώ θά ΄ναι...
Να ΄δεις κάπου εδώ θά ΄ναι...
Ψόφιες αναμνήσεις επαναλαμβάνονται
Όλη σου τη ζωή ψάχνεις
Όλο τον κόσμο ξεσήκωσες
Για ένα χαμένο σκουλαρίκι
Χαμένος κι εσύ μες στην ομίχλη
Κι όταν επιτέλους το βρεις
Θα έχεις ξεχάσει πού το φοράνε.

4
Τα κόκκινα λειβάδια που όλο ψάχνεις
στον ουρανό κι όλη τη Γη δεν θα τα δεις
έχεις μπλεχτεί μες στον ιστό μίας αράχνης
και απορώ πως δεν σου μίλησε κανείς.

Για αίμα πού ΄χει τόσα χρόνια στάξει
για ελπίδες πού΄χουν απομείνει ορφανές
δίχως πατέρα στοργικά να σε κοιτάξει
και δίχως μάνα που στον κόρφο της να κλαις.

Κι όσο διαβαίνεις έρμους βρίσκεις τόπους
σε χώρες πας όπου φυσάει ο Γαρμπής
άδικα ψάχνεις μες στον διάβα σου Σορόκους
σε τέτοια μέρη αποκλείεται να βρεις.

Γυρεύοντας τα κόκκινα λειβάδια
μπορεί ν' αλλάξεις ξάφνου ρότα και σκοπό
και νά 'χει μείνει άβουλη και άδεια
αυτή η καρδιά που πρώτα είχες κι αγαπώ.

Και θα σου πω για πάντα να το ξέρεις
πως τα λειβάδια κοκκινίζουν την αυγή
γι' αυτό μην κοιμηθείς κι ίσως τα καταφέρεις
πρώτη φορά να δεις τον ήλιο μόλις βγει.

5
Είναι κάτι σταγόνες βροχής
σαν χάδι στην παλάμη
που γίνονται ποτάμι
όνειρα αληθινά.

Δεν είναι σαν τις άλλες
στην έρημο φουσκάλες
βαθιά μες στο θαλάμι,
χωρίς προοπτική.

Είναι κάτι αστέρια εκεί
που λάμπουν από χέρι
σα νά ΄ταν μεσημέρι,
ζεσταίνουν την καρδιά.

Υπάρχουνε και τ΄ άλλα
που λάμπουνε μια στάλα
μα δεν αντιφεγγίζουν,
χαμογελούν ψυχρά.

Είναι κάτι ανθρωπάκια παντού
στη φυλακή, σε γυάλα
κι υπάρχουνε και τ΄ άλλα
που βρήκαν πασπαρτού.

6
Μες στις φλέβες κυλά
σαν ριπή ένα χάδι
των ματιών σου σημάδι
της καρδιάς μου θηλιά.

Ως το τέρμα της Γης
σ΄ αγαπώ, δεν σε φτάνω
σ΄ ένα σύννεφο πάνω
έχω μάθει πως ζεις.

Τα δικά σου φτερά
έχουν γίνει για μένα
κάποια βήματα ξένα,
μ΄ οδηγούν πουθενά.

Σαν σταγόνα βροχής
κάθε λέξη σου μοιάζει
που χτυπά στο περβάζι
πριν "αντίο" μου πεις.

Τόσο μακριά, πικρό το ταξίδι
τόσο κοντά, μα σε έχασα ήδη
πόσο μου λείπεις, δεν μπορώ......
να φανταστώ την άδεια αγκαλιά σου
να ξεχαστώ μακριά απ΄ τα φιλιά σου
είναι γραμμένο να περιμένω, να μη ζω.

7
Βροχή σαν από σίδερα ρουφούσε την αρμύρα
και τ΄ άλμπουρα ριγούσανε στης νύχτας τον σκοπό,
ύπνο δεν είχα, σάλευα στο τώρα και στη μοίρα,
τα λόγια μου ξεδιάλεγα μια μέρα να σου πω:

Πως είσαι η αγάπη μου, πως είσαι ο γιαλός μου
τα χείλη σου έλα δως μου, εδώ στην κουπαστή.
Την άγκυρά μου μάζεψα, για σένα ταξιδεύω
τη θάλασσα παλεύω, μη με καταραστεί.

Στης γέφυρας την καταχνιά, στων αμπαριών τα χνώτα
ταξίδια μεσ΄ στα κύματα που αφρίζουν στην καρδιά
γυρεύοντας μηνύματα, ζητώντας μία ρότα
παρακαλάω δυνατά τ΄ αστέρι του βοριά:

Πήγαινε στην αγάπη μου, πήγαιν΄ εκεί στο φως μου
στην άκρη αυτή του κόσμου, στον ήλιο του γιαλού.
Να της χαϊδέψεις τα μαλλιά και να της πεις δυο λέξεις,
ποτέ μην επιστρέψεις αν έχει πάει αλλού.

Πάνε πια χρόνια που κοιτώ τ΄ αστέρια κάθε βράδυ
αλλά δεν ξαναφάνηκε τ΄ αστέρι του βοριά,
μονάχα για παρέα μου ζυγώνει στο σκοτάδι
κάποια γοργόνα που μιλά μ΄ ανθρώπινη λαλιά:

Μην περιμένεις άδικα, μην στέκεις αγριεμένος
η αγάπη σου εκίνησε για κόσμο μακρινό.
Τα λόγια σου όμως πρόφτασαν να παν΄ προηγουμένως
και το ταξίδι ήταν γλυκό ΄κείνο το δειλινό.

8
Τη νύχτα που λαμπίριζε χρυσάφια και πορφύρες
ένα σου δάκρυ κύλησε στο ρείθρο της αυγής,
έσκυψα και το μάζεψα να το φυλάν΄ οι Μοίρες
να μου το φέρνουν κέρασμα στα έγκατα της γης.

Εκεί που κρύβετ΄ ο τρελός ο ήλιος των ψιθύρων
απ΄ της καρδιάς το λίχνισμα στις πάνω γειτονιές,
εκεί που κρύβομαι κι εγώ, διαβάτης των ονείρων,
ήλιε μου πια μην στέκεσαι, μαζί μου έλα πιες.

Τη μέρα που ξημέρωσε απ΄ τα ριζά της θλίψης
στο σκοτεινό το πέρασμα που χύθηκε μπροστά,
σ΄ αγνάντεψα, σου φώναξα πριν φύγεις να μ΄ αλείψεις
με τα δικά μου δάκρυα, με δάκρυα ζεστά.

Στο φιλιατρό του Αχέροντα ο ήλιος ξεπροβάλλει
και δροσερή, λιοστάλαχτη χαϊδεύεις τη σιωπή,
αληθινή σαν σύννεφο, σαν φλόγα στο μαγκάλι
γυρεύω κι άλλο δάκρυ σου γι΄ αγάπη να μου πει.

9
Φτωχός κι ασήμαντος δεν είσαι
αν έχει το βλέμμα σου ξεγλυστρίσει
πέρ΄απ΄τα συννεφιασμένα πρόσωπα
της ορχήστρας που σ΄έβαλαν
με το ζόρι να παίξεις.
Κλεισμένος μέσα στ΄αόρατα τείχη
που χτίστηκαν ερήμην σου
το μόνο που σου απομένει
είναι τους δώσεις μια γερή κλωτσιά.
Μη φοβάσαι, δεν θα σπάσεις το πόδι
ούτε θα φας τα μούτρα σου.
Θα καταρρεύσουν σαν χάρτινος πύργος
βλέποντας τα μηνίγγια σου
ν΄αχνίζουν απ΄τη θέληση για λευτεριά.
Άσε τους άλλους να πάλλονται από τις
ξεκούρδιστες χορδές της συμβατικότητας
και παίξε το δικό σου μπλουζ.
Έτσι, για να λικνιστείς γύρω απ΄
τ΄απέραντο στο ουράνιο πάλκο
τ΄ατίθασο στης θάλασσας το χάδι
τ΄απρόσμενο στου έρωτα τις ερπύστριες.
Με τις πρώτες νότες θα καταλάβουν
πόσο φτωχός κι ασήμαντος μπορείς να είσαι!
 

10
Σ΄ ένα χωριό αμαρτωλό
  τα σύννεφα αγριεύουν
  περάσαν κάμπους και βουνά
  την πόρνη του γυρεύουν.
 
  Αστραποβρόντια πάνω της
  κι αυτή σαν κοιμισμένη
  τί στέκει κόντρα στο βοριά
  τί τάχα περιμένει;
 
  Πικρό κρατάει μυστικό
  στα σφαλιστά της χείλη
  δεμένο το ΄χει στην καρδιά
  με κόκκινο μαντήλι.
 
  Αστραποβρόντια γύρω της
  χορεύουν και φωνάζουν
  με λάσπη και με καταχνιά
  να ζει καταδικάζουν.
 
  Ακόμα στέκει ακίνητη
  στον άνεμο αντάμα
  με το μαντήλι ολόλευκο
  απ΄ της βροχής το νάμα.
 
  Αστραποβρόντια που άφησαν
  σημάδια στο κορμί της
  μα ΄κείνη πια αερικό
  κι αφέντρα στην ψυχή της.

11
Σε σκισμένο χαρτί
  με μουτζούρες πολλές
  τ΄ όνομά σου ξανά έχω γράψει.
 
  Απαντάω απλά
  στο επίμονο χθες
  ότι ήσουν μιας φλόγας η λάμψη.
 
  Δεν υπάρχει γιατί,
  δεν υπάρχει μετά
  μόνο δρόμος μ΄ εφιάλτες για μένα.
 
  Κάθε πόνου στιγμή
  της αγάπης πετά
  λίγα φύλλα στη γη μαραμένα.
 
  Βλέπω, βλέπω τώρα
  όνειρα στην κατηφόρα
  με περνάνε σαν σκιά,
  σαν ανάμνηση παλιά.

12
Σταυρόλεξα να λύνω δε μπορώ
κι ας μ΄ έμαθες ζωή μου τόσες λέξεις
ορίζοντα ζητούσα καθαρό,
μου είπες " με τα όνειρα μη μπλέξεις".

Ταιριάζει της φυγής μου η σκιά
μ΄ αυτήν που ακολουθούσα στους αιώνες
απόλυτα, μονάκριβα, λειψά
σαν καλοκαίρια μέσα σε χειμώνες.

Κι ας μοιάζει της φυγής η μοναξιά
με υγρό, τσαλακωμένο προσκεφάλι
οι γέροι όταν γίνονται παιδιά
δεν θέλουν πίσω να γυρίσουν πάλι.

Περβάζι σ΄ έναν κόσμο μαγικό
τα βάθη του ασυνείδητου, τα πλάνα
πατάω και συχνά πολιορκώ
του τέλους την αρχή σε μιαν αλάνα.

Σταυρόλεξα να λύνω δε μπορώ,
στον ύπνο το βαθύ γίνομαι λύτης
σαν χάσκει μεθυσμένο το κενό
μπορεί και να πετάξω σαν σπουργίτης.

13
Με τα φιλιά σου ν΄ ανταμώναμε λιγάκι
να ΄πεφτε σύντομα το παρελθόν σε νάρκη
κι όπως περνάγανε οι μήνες και τα χρόνια
ως τις Πλειάδες να ταξίδευα αιώνια.

Απ΄ τις χιλιάδες αναμνήσεις μόνο μία
να ξεπροβάλλει πιο ψηλά απ΄ την ουτοπία
για να θεριέψει σαν τον ήλιο του Ιούλη
και το μεθυστικό της άνοιξης ζουμπούλι.

Είναι του έρωτα μεγάλο το ταξίδι
κάποτε γίνεται κρασί, κάποτε ξύδι
να ταξιδεύω θέλω μόνο κάθε μέρα,
να σ΄ αγναντεύω, να μεθάω με αέρα.

Είναι του έρωτα τα χνάρια μαγεμένα
όμως δεν βρίσκω μονοπάτι και για σένα
για να μετρήσει έστω κάτι στη ζωή μου
να με προφτάσει ως τη μέση της ερήμου.

14
Πέρα στα βάθη των καιρών όπου γεννιούντ΄ οι θρύλοι
κι οι αγάπες ταξιδεύουνε με κάτασπρα πανιά
ζούσε μια κόρη, άνθιζε, σαν χάραμα τ΄ Απρίλη,
σαν ηλιαχτίδα βάδιζε, σαν άστρο του βοριά.

Ένα φτωχό ναυτόπουλο έκλεψε την καρδιά της
μια μέρα που ανταμώσανε στου κάμπου τη γιορτή
μ΄ απ΄ την αυγή ξεγλύστρισε απρόσκλητος ο μπάτης
και πρόσταξε σαλπάρισμα στο πρώτο τους φιλί.

Καθώς της Μοίρας ο σκοπός αγέρωχος αλλάζει
δίχως κανένα να ρωτά σ΄ ολάκερη τη Γη
τους πειρατές οδήγησε στης κόρης το περβάζι
κάποια βραδιά την κούρσεψαν, την πήρανε μαζί.

Σα σκλάβα την επούλησαν, χρυσάφι το κορμί της,
ότι μονάχη απόμεινε μία γυμνή ψυχή
που καρτερά την θάλασσα στ΄ αγνάντι απ΄ το κελί της
να φέρει το ναυτόπουλο, όμως αυτή αργεί.

Αχ, να γινόμουν βότσαλο να με φιλά το κύμα,
θαλασσοπούλι, να πετώ σε μακρινές στεριές,
πανί που καλοτάξιδα θα φτερουγίζω πρίμα,
ν΄ αδράξω απ΄την αγάπη μου μονάκριβες στιγμές.

Πάνω στο κάστρο που γερνά και χορταριάζει η πέτρα
αυτή που μ΄ άλλη χώρισε μία λεπτή σχισμή
αργά κι η κόρη πέτρωσε, μα εσύ διαβάτη μέτρα
εκείνα τ΄ αγριολούλουδα που φύτρωσαν εκεί.

15
Αποκαϊδια μες τη στάχτη αναζητάω
ποιος ξέρει τάχατες αν είν΄ ακόμα ΄κει
αφού μ΄ ακολουθούν σβησμένα όπου πάω
παραμεθόρια τα βήματά μου φυλακή.

Στα πριονίδια του μυαλού μου ίσως ψάξω
και σ΄ ένα γκράφιτι στον ήλιο γιορτινό
σαν ηλιοτρόπιο χρυσά μήπως κοιτάξω,
τον θησαυρό που κάνω χρόνια για να βρω.

Ίσως τα ίδια που μου λέγαν παραμύθια
έχουν σε όλους κάπως έτσι ειπωθεί
και μ΄ οδηγούνε στα τυφλά κι από συνήθεια
στα μυστικά που ΄ναι γραμμένα από σιωπή.

Κι όπως βαραίνει μία πλάκα από τσιμέντο
κι όπως δακρύζει απ΄ τη φλόγα το κερί
φάλτσο θα παίξει στην καρδιά ακομπανιαμέντο
παλιά κιθάρα με σπασμένη την χορδή.

16
Έπεσες και τσακίστηκες στου έρωτα τα βράχια
καράβι φτεροτάξιδο, σκιστήκαν τα πανιά
γοργόνες σε συνάντησαν μες του βυθού τα στάχυα
σε πήρανε στον κόρφο τους να βρεις παρηγοριά.

Από το Πορτ-Ελίζαμπεθ ως πέρα στην Οντέσα
κι από το καταχείμωνο σε κάποιον τροπικό
έμοιαζες βασιλόπουλο κι αυτή με πριγκηπέσα
που πλάνεψε την θάλασσα με τρόπο μαγικό.

Χίλια τα μπάρκα που έκανες, χίλιες φορές γυρνούσες
ο έρωτάς σου θέριευε σαν κύμα στο γιαλό
κι όλο σιγοτραγούδαγαν της θάλασσας οι Μούσες
"μ΄ ανέμους πρίμους διάβαινε, ταξίδι σου καλό".

Είναι βαρειά η άγκυρα, πλακώνει την καρδιά σου
κι ο Πολικός ανάμεσα σε σύννεφα τρελά
τα χείλη της μαράθηκαν μα γράφουν τ΄ όνομά σου
στο ανθισμένο πέλαγο που σου χαμογελά.

17
Πιο βαθιά μες τη μιζέρια
πιο μικρά τα καλοκαίρια
κι η καρδιά μου όπου πατεί
λάσπη γίνεται κι αυτή.

Πιο μακριά στέκονται τ’ άστρα
κάποτε μού μοιάζαν άσπρα
τώρα ξέθωρα, θολά
με κοιτάζουνε τρελά.

Τι με πιάνει, τι μου φταίει;
μια φωτιά μέσα μου καίει
να τη σβήσω δε μπορώ
τα κλαδάκια ένα σωρό.

Ο χειμώνας ο μπερμπάντης
της κολάσεως ο Δάντης,
μάντης ήτανε σοφός
που προφήτεψ’ ακριβώς:

«Θα γυρνάς σαν ερημίτης
πιο φτωχός κι από σπουργίτης
τον Παράδεισο θα βρεις
μα δεν θα ’ναι πια νωρίς».

18
Απ΄των ανθρώπων τις γιορτές
να βρίσκομαι αγνάντια
με καταράστηκε ο Θεός
να τριγυρνάω σκυθρωπός
να ψάχνω για διαμάντια.

Σ΄όλο τον κόσμο αναζητώ
με σκούνες και γαλέρες
χρυσάφι σε κρυφά νησιά
να μου χαρίζει ζεστασιά
μα θάμπωσαν οι μέρες.

Έτσι κουρσάρος έγινα
κι ακόμα το γυρεύω
και κάποιος φάρος μακρινός
δακρύζει, στάζει λίγο φως
στον Άδη να κατέβω.

Εκεί που πάω γυρισμός
στην φτώχεια δεν υπάρχει
κι όμως καλύτερα φτωχός
παρά σκοτάδι μόνο μπρος,
γραμμές χωρίς σταθμάρχη.

Όταν ξυπνήσεις την σιωπή
σεντέφια και ζαφείρια
που λάμπουνε στο λυκαυγές
σαν τις δικές σου τις ματιές
θ΄αχολογάνε μύρια.


19
Αδιαφορώντας για τα λιγοστά κλαδιά
στα φύλλα ζούμε
άλλοτε σαν παράσιτα
κι άλλοτε σα μεταξοσκώληκες
με την ίδια πελιδνή λαιμαργία
να καλύπτει ανυπόφορα τη ζωή μας.
Ως το χειμώνα θα έχουμε γίνει κι εμείς
ένα κίτρινο χαλάκι
που θα τρίζει κάτω απ΄ τις βαρειές πατημασιές
άλλου ενός Αγιοβασίλη,
πιο χοντρού και πιο γέρου από πέρυσι.
Δε βλέπουμε ότι κι αυτό το δέντρο πεθαίνει
απ΄ το ίδιο αδυσώπητο τσεκούρι
που όλα τα πετσοκόβει νύχτα-μέρα;
Σκατά, πρέπει επιτέλους να βγάλουμε
απ΄ τη ναφθαλίνη τα ξεχασμένα μας φτερά
και να πετάξουμε όσο πιο μακριά μπορούμε.

20
Χιλιάδες μίλια καταχνιά
να σβήσει περιμένω
στέκεις στο κεφαλόσκαλο
κεράκι αναμμένο.

Δέκα οργιές την άγκυρα
δεμένη στην καρδιά μου
έριξα και περίμενε
στο ντόκο τα φιλιά μου.

Είναι που απόψε η ξαστεριά
κάνει τη νύχτα μέρα,
στης θάλασσας την αγκαλιά
το πέλαγο μια ξέρα.
Είναι που απόψε σα γιορτή
αστράφτουμε κι οι δύο
μεθάμε μπρος στην κουπαστή,
στην παγωνιά, στο κρύο.

Βλέπω λουλούδια στο ραντάρ
αστέρια στον εξάντα
μέσα μου ακούω μια φωνή
"θα σ΄ αγαπώ για πάντα".

Βλέπω καράβια που ΄ρχονται
κι άλλα που ταξιδεύουν
τα κύματα σου μέσα μου
ματώνουν και θεριεύουν.

21
Ξημέρωσε κι έχω χαθεί στα βάθη μιας γαλήνης
που συναντά ξενέρωτα το δρόμο στη φυγή
παρασιτώ γαλάζια της θύμησης εκείνης,
του έρωτα, της θάλασσας, του απρόσμενου που αργεί.

Ξημέρωσε, χαιρέτησα του πόλους της σελήνης
τον ήλιο σαν κατάπλασμα μαζεύω βλοσυρά,
να χαίρομαι δεν θα ΄πρεπε ζωή μ΄αυτά που δίνεις,
την γέννηση, το θάνατο σ΄ ατέρμονη σειρά;

Ξημέρωσε και φόρεσα τον γιορτινό μανδύα,
σκοτώνομαι σφυρίζοντας να τρέξω στη δουλειά,
πετάω τα κουρέλια μου που φέρνουν αηδία
στους άλλους, μα σε ΄μενανε κρυφή παρηγοριά.

Έχω χαθεί, το ξέρω πλέον
εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι
σέρνω τα βήματα σα νάμαι χαμαιλέων,
κομήτης άστεγος προσπέρασα τη Γη
πενθώ μαζί της, αναλίσκομαι.

22
Την τρίτη όψη του νομίσματος
αυτή που χάνεται τόσο γρήγορα
πίσω απ΄ τις κορώνες και τα γράμματα
ψάχνω να δω κατάματα.
Είναι σίγουρο πως υπάρχει
πίσω απ΄ τον ήλιο και τη θάλασσα
πέρ΄ από τα σύννεφα
εκεί που χάνεται ο ψεύτικος ορίζοντας
κι αρχίζει ο άλλος, ο βαθύς, ο σύντομος.
Πού και πού, αποκαλύπτεται φευγαλέα
στα μάτια κάποιου παιδιού
ή στο κούνημα της ουράς
ενός πρόσχαρου αδέσποτου.
Ύστερα, χάνεται μες τη σιωπή
των καλώς ή κακώς πεπραγμένων,
του χθες και του αύριο,
του Σταμάτη και του Γρηγόρη
στο δρόμο με τις απέραντες ευθείες
και τη μοναδική στροφή.
Είναι σίγουρο πως υπάρχει
όπως η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
που φλερτάρει με τ΄ άφιλτρά μου όνειρα
τ΄ αξημέρωτα.
Αν είναι κάποτε να ξημερώσουν
εύχομαι νάναι ΄κει
όπου τα γράμματα
θέλουν να λένε την αλήθεια
και τα πρόσωπα δεν θά ΄ναι
μεταλλικά σκυθρωπά.

23
Μες των ανέμων τ΄ ανθοστόλιστα παλάτια
εκεί που χρόνια τόσα κατοικούσες
και την καρδιά μου σαν δική σου την κοιτούσες,
στων χρυσανθέμων εποχές φυτρώσαν δάκρυα.

Τώρα ζεστές, ζωγραφισμένες αναμνήσεις
που ξετυλίγονται τα βράδια μία-μία
λεπτές γραμμές, τις βλέπω σαν ταινία,
κουβάρια μπλέκονται στις κρύες τις αισθήσεις.

Σ΄ αυτές ζητώ, ψάχνω και βρίσκω μιαν εικόνα
να την αγγίξω δε μπορώ στα όνειρά μου,
είναι φτωχή χωρίς εσένα η αγκαλιά μου
και τα χρυσάνθεμα ξερά και τόσο μόνα.

Κι εσύ απέναντι μου γνέφεις να περάσω,
ν΄ακολουθήσω την αντίθετη πορεία
μα δε μπορώ, έχει τελειώσει η ταινία
και προσπαθώ καρέ-καρέ να σε ξεχάσω.

24
Κάθε πρωί όταν πηγαίνω στη δουλειά
βλέπω τον άστεγο μαζί με μια κουβέρτα
καθώς τυλίγει τα όνειρά του στα κλεφτά
χαμογελά στα παλαβά τα σούρτα-φέρτα.

Φτωχέ αλήτη, μες τη μιζέρια,
δεν έχεις σπίτι, μόνο τ΄ αστέρια.
Φοράς κουβέρτα, είσαι στο κρύο
κι εμείς φοράμε το προσωπείο.
Μα έχεις κάτι ολόδικό σου
είναι στον ήλιο το μερτικό σου.

Μόλις που ξύπνησε, το στρώμα του κοιτά,
μετά μαζεύει τα χαρτόνια του με χάρη
σα να ΄ταν πούπουλα απ΄της χήνας τα φτερά
και χρυσοκέντητο, αφράτο μαξιλάρι.

Φτωχέ αλήτη, μες τη μιζέρια,
δεν έχεις σπίτι, μόνο τ΄ αστέρια.
Φοράς κουβέρτα κι εμείς μανδύα
να μη μας κλέψουν την ευτυχία.
Μα έχεις κάτι ολόδικό σου
είναι στον ήλιο το μερτικό σου.

25
Είν΄ οι μέρες όλες
σκόρπιες αναμνήσεις
σα σταγόνες βρύσης
πέφτουν στο κενό.

Τρύπησαν οι σόλες
και τα βήματά μου
σέρνονται μπροστά μου,
φαίνονται βουνό.

Όσο προχωράω
περιμένω κάτι
μες την αυταπάτη
να ΄ρθει να με βρει.

Πίσω μου κοιτάω
πέρασαν τα χρόνια
μέτραγα βαγόνια
σ΄ όλη τη ζωή.

Ήταν όλα άδεια
κι ήμουν σ΄ όλα μέσα
δίχως να το ξέρω
ήμουν φυλακή.

Σελίδες: [1] 2 3