Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Μηνύματα - augo

Σελίδες: [1] 2 3 4
1
Σε μια παρτίδα παιγμένη η ζωή σου
εκ των προτέρων χαμένη, γυμνή
την οδηγούνε τσακάλια, κουνήσου
κάνε ρεσάλτο, βγες απ' το βάλτο, κοφ' το σχοινί.

Πριν κοιμηθείς μακαρίως
πριν χάσεις το φως που γερνά
σκέψου λιγάκι πόσο αστείος
ο δρόμος που πήρες κι ας λένε οι μοίρες ξανά και ξανά.

Χωρίς ελπίδα γραμμένη η ζωή σου
μοιάζει ρυτίδα με ρίζες βαθειές
σε βομβαρδίζουνε λόγια μεγάλων
κλείσε τ' αυτιά σου, πιες της βραδιάς σου σταλαγματιές.

2
Στο σύνολό του πάρα πολύ καλό! Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές!

3
Ένα τραγούδι είναι μια ωραία στιγμή στη ζωή μας. Ένα ωραίο τραγούδι είναι κάτι παραπάνω... Γι' αυτό το παραπάνω σ' ευχαριστώ φίλε cigaret13!!!

4
Εξουσία ασυνείδητη
σ΄ ένα κράτος μοιραίο
με χωνεύει αμάσητα
κι εγώ πάντα του φταίω.

Είμαι μέρος αδιαίρετο
ενός άδειου συνόλου
με πηδούν ασταμάτητα
τεχνοκράτες του κώλου.

Καρδιά μου σκύψε, δες
φλιπάρουν οι χορδές,
μέσα μου σπάνε.
Γουστάρουν και μπορούν
να με ταλαιπωρούν,
δεν μ΄αγαπάνε.

Είμαι πιόνι αδύναμο
λασπωμένης σκακιέρας
και μ΄ορίζει τα βήματα
έν΄ ακέφαλο τέρας.

Υποκρίνομαι τάχα μου
τον καλό τον πολίτη
της ψυχής μου συνθήματα
να με λέτε αλήτη.

5
Κοίταξα στον καθρέφτη το είδωλό μου
Γεμάτο απατηλές προσδοκίες
και με φουσκωμένη αυτοπεποίθηση
παρά τα τόσα μπαλώματα
σαν μπιμπίκια δεκαπεντάχρονου ναρκίσσου
Όμως, δεν ήμουν εγώ
Ήταν τα φλούδια μιας ξεραμένης ζωής
Μιας χειμωνιάτικης καταιγίδας δίχως σταματημό
Ένα μουχλιασμένο ερωτηματικό
που πλημμύρισε το χώρο, πάστωσε το χρόνο
και προσπαθεί να ξεφύγει
πίσω απ’ το παγωμένο κρύσταλλο
Εκεί που ζουν αιώνια οι αναμνήσεις
καρφιτσωμένες μία-μία στο διάφανο τοίχο
Εκεί που πεθαίνουν τα προσχήματα
δραπετεύοντας απ’ τα μυωπικά «πρέπει»
Εκεί που η ανάσα σου γίνεται χιόνι
κι η δική μου λιγοστεύει, λιγοστεύει
ώσπου χάνεται γελώντας
Τότε, μέσα από τον τοίχο
ξεπήδησαν για πρώτη φορά
σα μολυβένιοι στρατιώτες
αυτά που έζησα κι εκείνα που δεν έζησα
όλα καμωμένα απ’ το ίδιο μολύβι
αλλά από διαφορετικά παραμύθια
με τα δάχτυλά μου να γυρίζουν τυχαία
τις σελίδες πότε του ενός και πότε του άλλου
Έφτασα κάποτε στο τέλος του ενός
και διαπίστωσα πως ήταν το ίδιο με την αρχή του άλλου
Νόμιζα πως είχα καταλάβει
Είπα τότε να ξανακοιτάξω στον καθρέφτη
ακόμα μια φορά, τελευταία
μήπως και με δω επιτέλους
Όμως, αυτός δεν ήταν εκεί.

6
Ψάχνεις αιώνια
Κάτω από νεκρά έπιπλα
Κάτω από ανήσυχες ψυχές
Ψίχουλα τριγύρω κι ελάχιστα ψήγματα ζωής
Ένα καλλίγραμμα του Απολλιναίρ
Ένας στίχος του Έντγκαρ
Ψίθυροι παντού και ψεύτικες φωνές συμπαράστασης
Να ΄δεις κάπου εδώ θά ΄ναι...
Να ΄δεις κάπου εδώ θά ΄ναι...
Ψόφιες αναμνήσεις επαναλαμβάνονται
Όλη σου τη ζωή ψάχνεις
Όλο τον κόσμο ξεσήκωσες
Για ένα χαμένο σκουλαρίκι
Χαμένος κι εσύ μες στην ομίχλη
Κι όταν επιτέλους το βρεις
Θα έχεις ξεχάσει πού το φοράνε.

7
Τα κόκκινα λειβάδια που όλο ψάχνεις
στον ουρανό κι όλη τη Γη δεν θα τα δεις
έχεις μπλεχτεί μες στον ιστό μίας αράχνης
και απορώ πως δεν σου μίλησε κανείς.

Για αίμα πού ΄χει τόσα χρόνια στάξει
για ελπίδες πού΄χουν απομείνει ορφανές
δίχως πατέρα στοργικά να σε κοιτάξει
και δίχως μάνα που στον κόρφο της να κλαις.

Κι όσο διαβαίνεις έρμους βρίσκεις τόπους
σε χώρες πας όπου φυσάει ο Γαρμπής
άδικα ψάχνεις μες στον διάβα σου Σορόκους
σε τέτοια μέρη αποκλείεται να βρεις.

Γυρεύοντας τα κόκκινα λειβάδια
μπορεί ν' αλλάξεις ξάφνου ρότα και σκοπό
και νά 'χει μείνει άβουλη και άδεια
αυτή η καρδιά που πρώτα είχες κι αγαπώ.

Και θα σου πω για πάντα να το ξέρεις
πως τα λειβάδια κοκκινίζουν την αυγή
γι' αυτό μην κοιμηθείς κι ίσως τα καταφέρεις
πρώτη φορά να δεις τον ήλιο μόλις βγει.

8
Είναι κάτι σταγόνες βροχής
σαν χάδι στην παλάμη
που γίνονται ποτάμι
όνειρα αληθινά.

Δεν είναι σαν τις άλλες
στην έρημο φουσκάλες
βαθιά μες στο θαλάμι,
χωρίς προοπτική.

Είναι κάτι αστέρια εκεί
που λάμπουν από χέρι
σα νά ΄ταν μεσημέρι,
ζεσταίνουν την καρδιά.

Υπάρχουνε και τ΄ άλλα
που λάμπουνε μια στάλα
μα δεν αντιφεγγίζουν,
χαμογελούν ψυχρά.

Είναι κάτι ανθρωπάκια παντού
στη φυλακή, σε γυάλα
κι υπάρχουνε και τ΄ άλλα
που βρήκαν πασπαρτού.

9
...το δεχομαι...ουτως η αλλως ειναι ενα τραγουδι, τιποτα παραπανω,
τιποτα παρακατω!

10
Μες στις φλέβες κυλά
σαν ριπή ένα χάδι
των ματιών σου σημάδι
της καρδιάς μου θηλιά.

Ως το τέρμα της Γης
σ΄ αγαπώ, δεν σε φτάνω
σ΄ ένα σύννεφο πάνω
έχω μάθει πως ζεις.

Τα δικά σου φτερά
έχουν γίνει για μένα
κάποια βήματα ξένα,
μ΄ οδηγούν πουθενά.

Σαν σταγόνα βροχής
κάθε λέξη σου μοιάζει
που χτυπά στο περβάζι
πριν "αντίο" μου πεις.

Τόσο μακριά, πικρό το ταξίδι
τόσο κοντά, μα σε έχασα ήδη
πόσο μου λείπεις, δεν μπορώ......
να φανταστώ την άδεια αγκαλιά σου
να ξεχαστώ μακριά απ΄ τα φιλιά σου
είναι γραμμένο να περιμένω, να μη ζω.

11
Βροχή σαν από σίδερα ρουφούσε την αρμύρα
και τ΄ άλμπουρα ριγούσανε στης νύχτας τον σκοπό,
ύπνο δεν είχα, σάλευα στο τώρα και στη μοίρα,
τα λόγια μου ξεδιάλεγα μια μέρα να σου πω:

Πως είσαι η αγάπη μου, πως είσαι ο γιαλός μου
τα χείλη σου έλα δως μου, εδώ στην κουπαστή.
Την άγκυρά μου μάζεψα, για σένα ταξιδεύω
τη θάλασσα παλεύω, μη με καταραστεί.

Στης γέφυρας την καταχνιά, στων αμπαριών τα χνώτα
ταξίδια μεσ΄ στα κύματα που αφρίζουν στην καρδιά
γυρεύοντας μηνύματα, ζητώντας μία ρότα
παρακαλάω δυνατά τ΄ αστέρι του βοριά:

Πήγαινε στην αγάπη μου, πήγαιν΄ εκεί στο φως μου
στην άκρη αυτή του κόσμου, στον ήλιο του γιαλού.
Να της χαϊδέψεις τα μαλλιά και να της πεις δυο λέξεις,
ποτέ μην επιστρέψεις αν έχει πάει αλλού.

Πάνε πια χρόνια που κοιτώ τ΄ αστέρια κάθε βράδυ
αλλά δεν ξαναφάνηκε τ΄ αστέρι του βοριά,
μονάχα για παρέα μου ζυγώνει στο σκοτάδι
κάποια γοργόνα που μιλά μ΄ ανθρώπινη λαλιά:

Μην περιμένεις άδικα, μην στέκεις αγριεμένος
η αγάπη σου εκίνησε για κόσμο μακρινό.
Τα λόγια σου όμως πρόφτασαν να παν΄ προηγουμένως
και το ταξίδι ήταν γλυκό ΄κείνο το δειλινό.

12
Τη νύχτα που λαμπίριζε χρυσάφια και πορφύρες
ένα σου δάκρυ κύλησε στο ρείθρο της αυγής,
έσκυψα και το μάζεψα να το φυλάν΄ οι Μοίρες
να μου το φέρνουν κέρασμα στα έγκατα της γης.

Εκεί που κρύβετ΄ ο τρελός ο ήλιος των ψιθύρων
απ΄ της καρδιάς το λίχνισμα στις πάνω γειτονιές,
εκεί που κρύβομαι κι εγώ, διαβάτης των ονείρων,
ήλιε μου πια μην στέκεσαι, μαζί μου έλα πιες.

Τη μέρα που ξημέρωσε απ΄ τα ριζά της θλίψης
στο σκοτεινό το πέρασμα που χύθηκε μπροστά,
σ΄ αγνάντεψα, σου φώναξα πριν φύγεις να μ΄ αλείψεις
με τα δικά μου δάκρυα, με δάκρυα ζεστά.

Στο φιλιατρό του Αχέροντα ο ήλιος ξεπροβάλλει
και δροσερή, λιοστάλαχτη χαϊδεύεις τη σιωπή,
αληθινή σαν σύννεφο, σαν φλόγα στο μαγκάλι
γυρεύω κι άλλο δάκρυ σου γι΄ αγάπη να μου πει.

13
γοητευτικό το ψάξιμο για τον Αλγκον, με κέντρισε ευχάριστα!

14
Φτωχός κι ασήμαντος δεν είσαι
αν έχει το βλέμμα σου ξεγλυστρίσει
πέρ΄απ΄τα συννεφιασμένα πρόσωπα
της ορχήστρας που σ΄έβαλαν
με το ζόρι να παίξεις.
Κλεισμένος μέσα στ΄αόρατα τείχη
που χτίστηκαν ερήμην σου
το μόνο που σου απομένει
είναι τους δώσεις μια γερή κλωτσιά.
Μη φοβάσαι, δεν θα σπάσεις το πόδι
ούτε θα φας τα μούτρα σου.
Θα καταρρεύσουν σαν χάρτινος πύργος
βλέποντας τα μηνίγγια σου
ν΄αχνίζουν απ΄τη θέληση για λευτεριά.
Άσε τους άλλους να πάλλονται από τις
ξεκούρδιστες χορδές της συμβατικότητας
και παίξε το δικό σου μπλουζ.
Έτσι, για να λικνιστείς γύρω απ΄
τ΄απέραντο στο ουράνιο πάλκο
τ΄ατίθασο στης θάλασσας το χάδι
τ΄απρόσμενο στου έρωτα τις ερπύστριες.
Με τις πρώτες νότες θα καταλάβουν
πόσο φτωχός κι ασήμαντος μπορείς να είσαι!
 

15
Σ΄ ένα χωριό αμαρτωλό
  τα σύννεφα αγριεύουν
  περάσαν κάμπους και βουνά
  την πόρνη του γυρεύουν.
 
  Αστραποβρόντια πάνω της
  κι αυτή σαν κοιμισμένη
  τί στέκει κόντρα στο βοριά
  τί τάχα περιμένει;
 
  Πικρό κρατάει μυστικό
  στα σφαλιστά της χείλη
  δεμένο το ΄χει στην καρδιά
  με κόκκινο μαντήλι.
 
  Αστραποβρόντια γύρω της
  χορεύουν και φωνάζουν
  με λάσπη και με καταχνιά
  να ζει καταδικάζουν.
 
  Ακόμα στέκει ακίνητη
  στον άνεμο αντάμα
  με το μαντήλι ολόλευκο
  απ΄ της βροχής το νάμα.
 
  Αστραποβρόντια που άφησαν
  σημάδια στο κορμί της
  μα ΄κείνη πια αερικό
  κι αφέντρα στην ψυχή της.

16
Σε σκισμένο χαρτί
  με μουτζούρες πολλές
  τ΄ όνομά σου ξανά έχω γράψει.
 
  Απαντάω απλά
  στο επίμονο χθες
  ότι ήσουν μιας φλόγας η λάμψη.
 
  Δεν υπάρχει γιατί,
  δεν υπάρχει μετά
  μόνο δρόμος μ΄ εφιάλτες για μένα.
 
  Κάθε πόνου στιγμή
  της αγάπης πετά
  λίγα φύλλα στη γη μαραμένα.
 
  Βλέπω, βλέπω τώρα
  όνειρα στην κατηφόρα
  με περνάνε σαν σκιά,
  σαν ανάμνηση παλιά.

17
Σταυρόλεξα να λύνω δε μπορώ
κι ας μ΄ έμαθες ζωή μου τόσες λέξεις
ορίζοντα ζητούσα καθαρό,
μου είπες " με τα όνειρα μη μπλέξεις".

Ταιριάζει της φυγής μου η σκιά
μ΄ αυτήν που ακολουθούσα στους αιώνες
απόλυτα, μονάκριβα, λειψά
σαν καλοκαίρια μέσα σε χειμώνες.

Κι ας μοιάζει της φυγής η μοναξιά
με υγρό, τσαλακωμένο προσκεφάλι
οι γέροι όταν γίνονται παιδιά
δεν θέλουν πίσω να γυρίσουν πάλι.

Περβάζι σ΄ έναν κόσμο μαγικό
τα βάθη του ασυνείδητου, τα πλάνα
πατάω και συχνά πολιορκώ
του τέλους την αρχή σε μιαν αλάνα.

Σταυρόλεξα να λύνω δε μπορώ,
στον ύπνο το βαθύ γίνομαι λύτης
σαν χάσκει μεθυσμένο το κενό
μπορεί και να πετάξω σαν σπουργίτης.

18
Καλημέρα Γεωργία! Χαίρομαι που σας ξανασυναντώ...
Επίσης χαίρομαι όταν διαβάζω τους μεστούς σε νόημα στίχους σου, όπως τούτον εδώ
που συμπιέζει και παραθέτει γλαφυρά το πρόβλημα της απαξίωσης μέσω κλικών και
υπόγειων διαδικασιών, φωτισμένων μυαλών και ταυτόχρονα της ανάδειξης διάφορων
"φελλών" που τυχαίνει νάναι μέσα στα "πράγματα".
Αλλά δυστυχώς: "Oι φελλοί για πάντα επιπλέουν"(!)

19
Με τα φιλιά σου ν΄ ανταμώναμε λιγάκι
να ΄πεφτε σύντομα το παρελθόν σε νάρκη
κι όπως περνάγανε οι μήνες και τα χρόνια
ως τις Πλειάδες να ταξίδευα αιώνια.

Απ΄ τις χιλιάδες αναμνήσεις μόνο μία
να ξεπροβάλλει πιο ψηλά απ΄ την ουτοπία
για να θεριέψει σαν τον ήλιο του Ιούλη
και το μεθυστικό της άνοιξης ζουμπούλι.

Είναι του έρωτα μεγάλο το ταξίδι
κάποτε γίνεται κρασί, κάποτε ξύδι
να ταξιδεύω θέλω μόνο κάθε μέρα,
να σ΄ αγναντεύω, να μεθάω με αέρα.

Είναι του έρωτα τα χνάρια μαγεμένα
όμως δεν βρίσκω μονοπάτι και για σένα
για να μετρήσει έστω κάτι στη ζωή μου
να με προφτάσει ως τη μέση της ερήμου.

20
Aγαπητέ Μαρτίνε σ΄ ευχαριστώ πολύ κατ΄αρχήν για τις επισημάνσεις σου και για τον κόπο που έκανες να ασχοληθείς με αυτό το συγκεκριμένο στιχούργημα. 'Εχεις δίκιο ως προς το εύηχο στη σειρά φωνήεν-φωνήεν, σύμφωνο-σύμφωνο κλπ. Το ξέρω και με έχει απασχολήσει σε πάρα πολλές δημιουργίες μου, τώρα πλέον δεν με απασχολεί και τόσο γιατί δίνω ιδαίτερη βαρύτητα στο σύνολο. Ως προς το μέτρο όμως (άλλο μέτρο κι άλλο ρυθμός) επίτρεψέ μου να σου πω ότι ο τονισμός δεν έχει καμιά σημασία. Π.χ το "μία γυμνή ψυχή" είναι ιαμβικό μέτρο (μι/ά γυ/μνή ψυ/χή) ενώ ο ορθογραφικός τονισμός είναι στο μία. Και για να γίνω πιο σαφής σου παραθέτω το εξής παράδειγμα απ΄ το γνωστό τραγούδι "Πάει, πάει, πάει" του μεγάλου Ζαμπέτα σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα) που ερμηνεύει (απαράμιλλα) η Βίκυ Μοσχολιού:
   "Τα φώτα σβήσανε
    τα σπίτια κλείσανε
    η νύχτα έπεσε πολύ βαριά
    κάτι με πνίγει που έχεις φύγει
    σε άλλα μέρη σαν τα πουλιά".
Aυτά τα ολίγα και σ΄ευχαριστώ πολύ και πάλι!

21
Χρόνια πολλά σε όλους τους καλούς φίλους-μέλη του kithara.gr. Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Αγαπητέ φίλε martinos και βέβαια, οποιαδήποτε παρατήρηση-επισήμανση είναι εξαιρετικά ευπρόσδεκτη, γι΄αυτό και δημοσιεύονται οι στίχοι, αλλιώς θα τους έτρωγαν οι σκώροι στα συρτάρια.

22
Πέρα στα βάθη των καιρών όπου γεννιούντ΄ οι θρύλοι
κι οι αγάπες ταξιδεύουνε με κάτασπρα πανιά
ζούσε μια κόρη, άνθιζε, σαν χάραμα τ΄ Απρίλη,
σαν ηλιαχτίδα βάδιζε, σαν άστρο του βοριά.

Ένα φτωχό ναυτόπουλο έκλεψε την καρδιά της
μια μέρα που ανταμώσανε στου κάμπου τη γιορτή
μ΄ απ΄ την αυγή ξεγλύστρισε απρόσκλητος ο μπάτης
και πρόσταξε σαλπάρισμα στο πρώτο τους φιλί.

Καθώς της Μοίρας ο σκοπός αγέρωχος αλλάζει
δίχως κανένα να ρωτά σ΄ ολάκερη τη Γη
τους πειρατές οδήγησε στης κόρης το περβάζι
κάποια βραδιά την κούρσεψαν, την πήρανε μαζί.

Σα σκλάβα την επούλησαν, χρυσάφι το κορμί της,
ότι μονάχη απόμεινε μία γυμνή ψυχή
που καρτερά την θάλασσα στ΄ αγνάντι απ΄ το κελί της
να φέρει το ναυτόπουλο, όμως αυτή αργεί.

Αχ, να γινόμουν βότσαλο να με φιλά το κύμα,
θαλασσοπούλι, να πετώ σε μακρινές στεριές,
πανί που καλοτάξιδα θα φτερουγίζω πρίμα,
ν΄ αδράξω απ΄την αγάπη μου μονάκριβες στιγμές.

Πάνω στο κάστρο που γερνά και χορταριάζει η πέτρα
αυτή που μ΄ άλλη χώρισε μία λεπτή σχισμή
αργά κι η κόρη πέτρωσε, μα εσύ διαβάτη μέτρα
εκείνα τ΄ αγριολούλουδα που φύτρωσαν εκεί.

23
Αποκαϊδια μες τη στάχτη αναζητάω
ποιος ξέρει τάχατες αν είν΄ ακόμα ΄κει
αφού μ΄ ακολουθούν σβησμένα όπου πάω
παραμεθόρια τα βήματά μου φυλακή.

Στα πριονίδια του μυαλού μου ίσως ψάξω
και σ΄ ένα γκράφιτι στον ήλιο γιορτινό
σαν ηλιοτρόπιο χρυσά μήπως κοιτάξω,
τον θησαυρό που κάνω χρόνια για να βρω.

Ίσως τα ίδια που μου λέγαν παραμύθια
έχουν σε όλους κάπως έτσι ειπωθεί
και μ΄ οδηγούνε στα τυφλά κι από συνήθεια
στα μυστικά που ΄ναι γραμμένα από σιωπή.

Κι όπως βαραίνει μία πλάκα από τσιμέντο
κι όπως δακρύζει απ΄ τη φλόγα το κερί
φάλτσο θα παίξει στην καρδιά ακομπανιαμέντο
παλιά κιθάρα με σπασμένη την χορδή.

24
Έπεσες και τσακίστηκες στου έρωτα τα βράχια
καράβι φτεροτάξιδο, σκιστήκαν τα πανιά
γοργόνες σε συνάντησαν μες του βυθού τα στάχυα
σε πήρανε στον κόρφο τους να βρεις παρηγοριά.

Από το Πορτ-Ελίζαμπεθ ως πέρα στην Οντέσα
κι από το καταχείμωνο σε κάποιον τροπικό
έμοιαζες βασιλόπουλο κι αυτή με πριγκηπέσα
που πλάνεψε την θάλασσα με τρόπο μαγικό.

Χίλια τα μπάρκα που έκανες, χίλιες φορές γυρνούσες
ο έρωτάς σου θέριευε σαν κύμα στο γιαλό
κι όλο σιγοτραγούδαγαν της θάλασσας οι Μούσες
"μ΄ ανέμους πρίμους διάβαινε, ταξίδι σου καλό".

Είναι βαρειά η άγκυρα, πλακώνει την καρδιά σου
κι ο Πολικός ανάμεσα σε σύννεφα τρελά
τα χείλη της μαράθηκαν μα γράφουν τ΄ όνομά σου
στο ανθισμένο πέλαγο που σου χαμογελά.

25
Πιο βαθιά μες τη μιζέρια
πιο μικρά τα καλοκαίρια
κι η καρδιά μου όπου πατεί
λάσπη γίνεται κι αυτή.

Πιο μακριά στέκονται τ’ άστρα
κάποτε μού μοιάζαν άσπρα
τώρα ξέθωρα, θολά
με κοιτάζουνε τρελά.

Τι με πιάνει, τι μου φταίει;
μια φωτιά μέσα μου καίει
να τη σβήσω δε μπορώ
τα κλαδάκια ένα σωρό.

Ο χειμώνας ο μπερμπάντης
της κολάσεως ο Δάντης,
μάντης ήτανε σοφός
που προφήτεψ’ ακριβώς:

«Θα γυρνάς σαν ερημίτης
πιο φτωχός κι από σπουργίτης
τον Παράδεισο θα βρεις
μα δεν θα ’ναι πια νωρίς».

Σελίδες: [1] 2 3 4