Αποστολέας Θέμα: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...  (Αναγνώστηκε 84368 φορές)

0 μέλη και 2 επισκέπτες διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #125 στις: 08/01/10, 00:21 »
                                             Θ

Στον ώμο το σπαθί κρεμά, όμως περνά η ώρα,
μέχρι να ’ρθουν οι δωρεές τα πάντα βασιλεύουν
κι οι δούλοι, μες στου παλατιού τα δώματα, τα δώρα
πάνε, κι οι γιοι του Αλκίνοου, ετούτα αφού μαζεύουν

κοντά στης μάνας μια γωνιά τα βάζουν δίχως άλλο
Στον δρόμο ο Αλκίνοος πρώτος θα ξεκινήσει
να τρέξει και να ανεβεί στον θρόνο τον μεγάλο
και της Αρήτης του, γλυκά έτσι θα της μιλήσει                             440

«Φέρε καρδούλα μου εδώ πανέρι με καλύπτρα
βάλε χλαμύδα όμορφη, και καθαρό χιτώνα
καυτό νερό να ζεσταθεί ,  στη χάλκινη τη χύτρα
κι αφού λουστεί κι αφού τα δει πανέμορφα και μόνα

όπως εμείς οι    Φαίακες του τα ’χουμε χαρίσει
αφού χαρεί το φαγητό, του τραγουδιού την μπάντα
κι η αφεντιά μου, το χρυσό ποτήρι θα του αφήσει
όλα τα χρόνια εν όσο ζει να με θυμάται πάντα

στο σπίτι του να φυλαχτεί και στους θεούς να στάζει».
Η Αρήτη τότε μονομιάς, διέταξε τις δούλες                                    450
καζάνι πάνω απ’ τη φωτιά να στήσουν και να βράζει.
Κι αυτές καζάνι στήσανε σε τρίποδες πεζούλες

βάζοντας μέσα του νερό, και ξύλα από κάτω,
οι φλόγες ζέσταιναν γλυκά του καζανιού τα πλάγια,
σεντούκι η Αρήτη έβγαλε με ωριόπλουμο τον πάτο
κι έβαλε μέσα με σειρά τα δώρα του τα άγια

ρούχα κι ασήμια οι Φαίακες που του ’χανε χαρίσει
κι αφού του χάρισε κι αυτή χλαμύδα και χιτώνα
με φτερωτές τις λέξεις της έτσι θα του μιλήσει:
«Δέσε τον κόμπο τώρα εσύ, δικό σου κάνε αγώνα                        460

μήπως στον δρόμο που θα πας, στο ανοίξει χέρι αλήτη
καθώς τα μέλη του κορμιού σε ύπνο έχουν πέσει».
Αφού ο Οδυσσέας άκουσε τα λόγια που είπε η Αρήτη
σφήνωσε το καπάκι ευθύς, με κόμπο να το δέσει

όπως η Κίρκη μες στο νου αυτό του είχε βάλει.
Σκλάβα τον πάει στα λουτρά ,λουσμένο να τον φέρει
κι όταν αντίκρυσε λουτρό, χαρά είχε μεγάλη
γιατί συχνά δεν εύρισκε τέτοιας φροντίδας χέρι

αφ’ ότου απ της Καλυψώς έφυγε την πατρίδα
που σαν αθάνατος θεός είχε το κάθε  χάδι.                                      470
Οι σκλάβες φέρανε σ’ αυτόν χιτώνα και χλαμύδα
αφού μετά το λούσιμο τον άλειψαν με λάδι

κι αυτός κινά απ’ το λουτρό, τους πότες ν’ ανταμώσει.
Η Ναυσικά που με ομορφιές έλαμπε στα παλάτια,
στην ομορφόχτιστη σκεπή τα πόδια είχε στυλώσει
τον Οδυσσέα θαύμαζε με τα γλυκά της μάτια

κι έτσι τον βρίσκουνε ευθύς των λόγων της οι κρότοι:
«Μαζί οι θεοί, το πόδι σου, αν σπίτι σου πατήσει
να θυμηθείς πως τη ζωή χρωστάς σε μένα πρώτη»
κι ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα της μιλήσει                                     480

«Ω Ναυσικά του σεβαστού Αλκίνοου θυγατέρα
είθε ο Δίας με καρδιά, του Κρόνου ο γιος να δώσει
να ξημερώσει η όμορφη του γυρισμού μου η μέρα
κι εσύ, λατρείας μου θεά,  αγάπη θα ’χεις τόση

αφού τη ζήση μου εσύ μου έσωσες παρθένα»
Είπε και δίπλα στο θρονί του Αλκίνοου θα καθίσει.
Άλλοι μοιράζανε κρασί με κρέατα ψημένα
κι ο κράχτης τον Δημόδοκο εκεί θα οδηγήσει

τον θεϊκό τραγουδιστή καθείς που ’χε τιμήσει,
το κάθισε ολομεσίς στην όμορφη την σάλα                                        490
κοντά στον στύλο τον ψηλό την πλάτη ν’ ακουμπήσει.
Λέει ο Οδυσσέας ο σοφός του κράχτη, απ’ την σπάλα

άγριου χοίρου ασπρόδοντου, να κόψει ένα κομμάτι
γιαλιστερό, και τρυφερό, υπήρχε όμως κι άλλο:
«Πάρε και του Δημόδοκου δωσ’ του κι εκείνου κάτι
να φάει, τον φιλεύω εγώ που έχω καημό μεγάλο

γιατί έχουν δόξα οι αοιδοί κι είναι αγαπημένοι
όσους η Μούσα χάρισε του τραγουδιού το αστέρι
γενιά καλή ξεχωριστή, απ’ όλους τιμημένη»
Είπε, και στου Δημόδοκου ακούμπησε το χέρι                                   500

κρέας ο κράχτης, κι η καρδιά εκείνου τόσο εχάρη.
Όλοι τα χέρια απλώνανε στα τόσα τα ελέη
κι αφού χορτάσαν κι είχανε τις λιχουδιές τους πάρει
ο Οδυσσέας γύρισε στον αοιδό και λέει:

«Τιμώ σε, απ’ όσους τραγουδούν, εσέ το παλικάρι
που η Μούσα, η κόρη του Διός κι ο Απόλλων σου έχουν μάθει
των Αχαιών τα βάσανα να τραγουδάς με χάρη
κι όσα στης Τροίας τ’ ανοιχτά αυτοί έχουνε πάθει

λες τα ’ζησες ή φώτισε ’σένα της γνώσης δάδα,
μα αν θες για ξύλινο άλογο να πεις, που μοιάζει με άστρο                          510
τραγούδα για το τέχνασμα που έκανε η Παλλάδα
κι ο Επειός τ’ οδήγησε στου Πρίαμου το κάστρο

παγίδα, του Λαέρτη ο γιος, με ήρωες γεμάτο,
που αυτοί στην Τροία πήρανε την νίκη τη μεγάλη.
Αν όλα τούτα μου τα πεις ,στον κόσμο το μαντάτο
θα πω , πως σαν κι εσέ αοιδοί,  δεν θα βρεθούνε άλλοι

της τέχνης τα χαρίσματα η Μούσα να ’χει δώσει».
Αυτά του είπε- και θεός λες τον βοηθούσε ήδη-
 να τραγουδά αρχίνησε πως είχαν αρματώσει
για της φυγής το ζηλευτό, και ποθητό ταξίδι :                      520...........Συνεχίζεται





Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #126 στις: 17/01/10, 19:08 »
                    Θ

Οι τόποι των αντίσκηνων λαμποκοπούν καμένοι
κι ο Αχαιοί στην αγορά της Τροίας, δίχως άστρο
στον Οδυσσέα κολλητά, στο άλογο κρυμμένοι,
που οι Τρώες μόνοι σύρανε στης πόλης τους το κάστρο.

Στεκόταν το άλογο ορθό στης αγοράς τη μέση
κι οι Τρώες άλλα σκέφτονταν κι αλλού κοιτούν τα μάτια
και για να βρούν την τύχη του, τρεις γνώμες είχαν πέσει:
η μιά, να γίνει με μπαλτά το άλογο κομμάτια

η άλλη αυτό να τσακιστεί απ’ τα ψηλά τα βράχια
η τρίτη, αυτό για των θεών, σαν τάμα να έχει θέση.                                    530
Κι αυτή προκρίθη ,να γευτεί η Τροία τη μονάχια,
μα το ’χε πει και ο χρησμός: «απ’ άλογο θα πέσει»

που στην κοιλιά του θα κρυφτούν των Αχαιών οι πρώτοι
στους Τρώες φέρνοντας σφαγές, πληγές, και άγρια πάθη.
Τραγουδιστά ακούγονται του θάνατου οι κρότοι
που στέλναν όσοι βγαίνανε απ’ του άλογου τα βάθη

και άλλοι που την χώρα αυτή καημός θα τυραννίσει.
Ως ο Μενέλαος μαζί, κι ο Οδυσσέας βράχοι
στου Διοκλή ορμήσανε το σπίτι με άγρια μίση.
Κι εκεί με θάρρος μπαίνοντας στη δυνατή τη μάχη                                     540


πως νίκησε βοηθώντας τον εκείνον η Παλλάδα.
Αυτά ο τρανός τραγουδιστής γλυκά θα τραγουδήσει.
Του Οδυσσέα, τα δάκρυα του φέρνανε θαμπάδα
 κι όπως γυναίκα οδύρεται που άντρας την έχει αφήσει

νεκρός μέσα στον πόλεμο, στα στήθια του πεσμένη,
να σώσει απ’ την πικρή σκλαβιά παιδιά μα και τη  χώρα
σαν βλέπει, την στερνή πνοή την ψυχοραγισμένη
να φεύγει, και να οδύρεται την κούφια τούτη ώρα,

και πίσω της να της χτυπούν κοντάρια κάποιοι άλλοι
προς την σκλαβιά να οδηγηθεί, στην ράχη και στους ώμους                 550
βάσανα να ’βρει, η πίκρα της στο πρόσωπο μεγάλη                                     
απ’ τον αβάσταχτο καημό για τους καινούργιους δρόμους

ίδια ο Οδυσσέας δάκρυα, στο πρόσωπό του ρίχνει
στους άλλους όμως άφαντοι φαίνονται οι λυγμοί του,
μονάχα ο Αλκίνοος του πόνου του τα ίχνη
τα βλέπει, του τα μαρτυρούν όλα οι στεναγμοί του

και γύρισε στους Φαίακες τους θαλασσοθρεμμένους:
«Ακούστε με όλοι αρχηγοί, και των Φαιάκων πρώτοι
ας πάψει ο τραγουδιστής, για νίκες και χαμένους
ίσως να μην αρέσει αυτό σε όλους μας, διότι                                           560

από τη ώρα που άρχισε ο υμνωδός να παίζει
ο ξένος δεν σταμάτησε το κλάμα και τον θρήνο
κάποιος καημός τον βάραινε μετά απ’ το τραπέζι,
ας πάψει το τραγούδι μας, εγώ αυτό προτείνω

κι εμείς, μα και ο ξένος μας καλύτερα να νοιώσει
γιατί σε αυτόν , με απέραντο, και με μεγάλο κέφι
ταξίδι , δώρα, με καρδιά έχει ο καθένας δώσει
κι ο ξένος που ζητά στοργή πάντοτε είναι αδέρφι

σε ανθρώπους που λιγάκι ο νους τους κόβει στο κεφάλι.
    Όμως σε σκέψεις πονηρές μη φεύγουν τα μυαλά σου                               570
και την αλήθεια ότι ρωτώ πες μου τη την μεγάλη
ποιοι οι γονείς σου ξένε μου, ποιο είναι τ’ όνομά σου

όπως με αυτό σε αποκαλούν οι γείτονες σου ετούτοι
γιατί στον κόσμο τούτονε κανένας δεν υπάρχει
που να μην έχει όνομα , φτωχός ή έχει πλούτη
που οι γονείς του το ’δωσαν και πάντα τούτο θα’χει

Πες μου για την πατρίδα σου  τη χώρα ή το σπίτι,
για να σε πάνε με τον νου , τα πλοία, να επιστρέψεις,
δεν έχουν τα καράβια μας τιμόνι ή κυβερνήτη
σαν τ’ άλλα, μα πηγαίνουνε με του άνθρωπου τις σκέψεις.                       580

Κάθε χωριό γνωρίζουνε, την γη τη καρποφόρα,
κάνουν ταξίδια γρήγορα στης θάλασσας τα πλάτη
κρύβονται  στην θολούρα της,  την σκοτεινή την ώρα
κι ούτε φοβούνται τον χαμό, κι ότι θα πάθουν κάτι.

Πολύ παλιά ο πατέρας μου, Ναυσίθοος μου είχε δώσει
μια έννοια, που στην μνήμη μου αυτή βαθειά μου μένει:
ο Τρανταχτής της θάλασσας πολύ είχε θυμώσει
που ήταν καλοδεχούμενοι για μας όλοι οι ξένοι.

Μου ’λεγε πως των Φαίακων καράβι σαν γυρίσει
από ταξίδι, άγρια θα σπάσει, και το μέρος                                                590
ολόγυρα απ’ το νησί θα περιτριγυρίσει
ψηλό βουνό θεόρατο. Αυτά μου είπε ο γέρος.

Κι αυτό θα γίνει είναι θεός, αν όχι, θα ’χει αιτίες.
Μα έλα πες μου αληθινά γι αυτούς τους ξένους τόπους
που πήγες; που ταξίδεψες; ποιες είδες πολιτείες;
Πες μου για ομορφόχτιστες χώρες, μα και γι’ ανθρώπους

όσοι είναι άγριοι και κακοί και δεν κατέχουν δίκιο,
ποιοι πράοι, δίπλα σε θεούς, να ζουν έχουνε μάθει.
Πες, γιατί βλέπω βούρκωμα στο βλέμμα σου το αντρίκιο
της Τροίας, και των Δαναών όταν ακούς τα πάθη;                                 600

Έτσι ορίσαν οι θεοί σ’ εκείνη την φατρία
τις συμφορές τους κάποιοι μας τραγούδι να τις έχουν.
Κάποιον καλό σου συγγενή μην έχασες στην Τροία;
γαμπρό σου ή και πεθερό; Αυτοί θέση κατέχουν

τρανή, μετά το αίμα μας, και το δικό μας γένος.
Φίλου μη σ’ επηρέασε πολύ ο θάνατος του;
Γιατί κι ο φίλος ο πιστός, ο πολυαγαπημένος
από αδερφό δεν φαίνεται να’ ναι κατώτερός του


               ΤΕΛΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Θ!



 






Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #127 στις: 16/02/10, 19:46 »
                         ΡΑΨΩΔΙΑ  Ι

Κι ο Οδυσσέας ο σοφός έτσι θα του απαντήσει:
«Αφέντη μου Αλκίνοε, αυτό το χάρισμα του
είναι ότι καλύτερο, για να μας τραγουδήσει
με την γλυκιά του τη φωνή, που μοιάζει με αθανάτου

γιατί στον κόσμο τούτονε που να ’βρεις ομορφάδα
τρανότερη, και η καρδιά, όλο χαρά να παίζει,
σαν καλεσμένοι κάθονται μες στο παλάτι αράδα
ακούγοντας τον αοιδό, εμπρός σ’ ένα τραπέζι

ψητά γεμάτο και ψωμιά, να παίρνει απ’ το κροντήρι
ο κεραστής γλυκό κρασί, ποτήρια να γεμίζει                                   10
απ’ όλα τούτα τούτο εδώ μου κάνει το χατήρι.
Μα  η καρδιά σου, σου ζητά , τα πάθια μου ν’ αγγίζει

κι αυτά να στα διηγηθώ με κλάμα μες στα χείλη.
    Ποια πρώτα- πρώτα να σου πω, και ποια απ’ τα στερνά μου
που αμέτρητα οι ουράνιοι εμένα μου ’χουν στείλει.
Μα πρώτα απ’ όλα θα σου πω ποιο είναι τ’ όνομά μου

Κι αν με γλυτώσει τελικά της τύχης μου το ντέρτι
φίλος σας να ’μαι, μακριά κι αν μένω, δεν πειράζει.
  Ο Οδυσσέας είμαι εγώ, ο γόνος του Λαέρτη,
που για την τέχνη, η δόξα μου, στα ουράνια πλησιάζει                    20

η Ιθάκη η πατρίδα μου, τα γαλανά νερά της,
που ’χει βουνό το Νήριτο ψηλό , αετονύχη,
πλεγμένα κοντινά νησιά πολλά ολόγυρά της,
την πράσινη την Ζάκυνθο, την Σάμη, το Δουλίχι.

Απ’ όλα αυτά πιο χαμηλά η Ιθάκη μου φαντάζει
στα δυτικά της θάλασσας την βλέπουν όλοι οι άλλοι,
πετρότοπος, μα μάνα γη  που παλικάρια βγάζει,
τέτοια πατρίδα όμορφη δεν ξαναείδα άλλη

έτσι με κράταγε σφιχτά η Καλυψώ η φταίχτρα
μες στη βαθουλωτή σπηλιά, για ταίρι με ποθούσε                                30
το ίδιο, δεν με άφηνε η Κίρκη η δολοπλέχτρα
για ταίρι της παντοτινό κι αυτή με λαχταρούσε

μα την καρδιά καμία τους δεν μπόρεσε να πείσει,
απ’ την πατρίδα πιο γλυκό στον κόσμο δεν υπάρχει
κι απ’ τους γονείς. Σ’ αρχοντικά παλάτια αν σ’ έχουν στήσει
η ξενιτιά δίχως γονείς, πες μου τι γλύκα να ’χει               ...........Συνεχίζεται




Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #128 στις: 22/02/10, 23:33 »
                                             Ι

Μα ελάτε για του γυρισμου ν’ακούσετε το τέρας
όπως ο Δίας μου όρισε του μισεμού μου το άστρο.
Μετά την Τροία μ’ έσπρωξε στους Κίκονες ο αγέρας
στην Ίσμαρο, και κούρσεψα, και κάτοικους και κάστρο                          40

κι όσες γυναίκες πήραμε και πλούτη απ’ τη χώρα
τα μοιραστήκαμε, κανείς παράπονο μην έχει
κι ενώ τους λέω να φύγουμε να μη χαθεί ούτ’ ώρα
η τρέλα τους, τους έκανε κανείς να μην προσέχει

πίναν ανόθευτο κρασί κάτω στο περιγιάλι
σφάζοντας βόδια και αρνιά όλοι τους μεθυσμένοι.
Μα οι Κίκονες φωνάξανε, Κίκονες να ’ρθουν άλλοι
γείτονες ,περισσότεροι, και πιο αντρειωμένοι

τεχνίτες και πολεμιστές καλόβολοι γειτόνοι,
στ’ άρματα πάνω ή πεζοί, θυμίζανε πλημμύρα,                                          50
σαν άνοιξη που ανθόφυλλο,  ολόγυρα την ζώνει
Κακή σταλμένη απ’ το θεό μαύρη μας βρήκε μοίρα

το χάραμα, και πάθαμε μέγα κακό μονάχοι.
  Σαν των Κικόνων φτάσανε τ’ άγρια παλικάρια
κοντά στα πλοία τα γοργά, αρχίσανε την μάχη,
χτυπούσαν κι απ’ τις δυό μεριές τα χάλκινα κοντάρια

κι όσο βαστούσε η αυγή κι οι ώρες αλαργεύαν
κρατούσαμε, αν και  οι εχθροί τον τόπο πλημυρίζαν
μα όταν ο ήλιος έγερνε, την ώρα που ξεζεύαν
τα βόδια, άγρια οι Κίκονες τους Αχαιούς τσακίζαν.                                 60

Έξη συντρόφους μας καλούς κάθε καράβι χάνει
κι οι υπόλοιποι γλυτώσαμε του χάρου το λεπίδι,
πανιά αφού σηκώσαμε, της θλιψης το λιμάνι
αφήσαμε, θρηνώντας τους όσους χαθήκαν ήδη.

Τ’ ανάφρυδα  καράβια μας όμως δεν ξεκινήσαν
πριν τρεις φορές φωνάξουμε εκείνους που χαθήκαν,
μα των Κικόνων τα σπαθιά για πάντα αφανίσαν.
 Του Δία νέφη  άγρια αργότερα  σταλθήκαν,

ανταριασμένα, τον βοριά, τα ουράνια να σκεπάσουν.
Τα πλοία μες στα κύματα κατάματα θα δούμε                                      70
και τα πανιά στην δύναμη του άνεμου θα σπάσουν
σε τρεις ή τέσσερις μεριές, μα για να μη πνιγούμε

τα κατεβάσαμε όλα τους να μπούνε στις γαλέρες.
Λαμνοκοπώντας φτάσαμε ξανά στο ακρογιάλι
κι αθόρυβα περάσαμε δυό νύχτες και δυό μέρες
κούραση έχοντας πολύ και έννοιες στο κεφάλι............Συνεχίζεται


Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #129 στις: 27/02/10, 09:04 »
                     Ι

Σαν η χρυσάχτινη αυγή φέγγει την τρίτη μέρα
τ’ άσπρα πανιά σηκώσαμε στο κάθε μας καράβι,
οι καπετάνιοι κι ο καιρός πρίμα τα βγάζαν πέρα
και θα ’φτανα στην ποθητή πατρίδα δίχως βλάβη                             80

μα σαν περνούσα απ’ τον Μαλιά, το ρέμα και το κύμα
με τον βοριά, απ’ τα Κύθηρα με στείλανε πιο πέρα.
Εννιά μέρες παράδερνα με τους αγέρες χύμα
στο ψαροτρόφο πέλαγος. Την δέκατη τη μέρα

στους Λωτοφάγους φτάσαμε που λούλουδα τους τρέφουν
στην βρύση για να πάρουμε λίγο νερό  ακόμα
κι οι ναύτες στα καράβια μας για φαγητό μας γνέφουν.
Αφού τα χείλη βρέξαμε, με μια μπουκιά στο στόμα

στέλνω συντρόφους στο νησί βαθιά να περπατήσουν
να μάθουν ποιοι είναι οι κάτοικοι εκεί οι σιτοφάγοι,                           90
κράχτης ο ένας ,κι άλλοι δυό αυτόνε να βοηθήσουν.
Τους βρήκανε οι σύντροφοι, που ζουν οι Λωτοφάγοι.

Αυτοί δεν σκέφτηκαν κακό, μα ούτε τους πειράζουν
μόνο τους έδωσαν λωτό να φάνε. Και χαμπέρι
 ετούτοι δεν αναζητούν στο στόμα σαν τον βάζουν,
για επιστροφή,  ή είδηση, που πίσω θα τους φέρει

στους Λωτοφάγους θέλοντας να μείνουν με την βία
κι η όμορφη πατρίδα τους πάντα λησμονημένη
Μα εγώ τους έφερα άγρια τραβώντας τους στα πλοία
πισθάγκωνα πολύ σκληρά στους πάγκους τους δεμένοι                   100

Και στους αγαπητούς ξανά συντρόφους, σαν αγρίμι
κράζω, στα πλοία ν’ ανεβούν και τα κουπιά τραβώντας,
λωτό μη φάνε και σβηστεί η πατρίδα απ’ την μνήμη.
Και μπήκαν στα καράβια μας στους πάγκους ακουμπώντας

κι αλύπητα τη θάλασσα με τα κουπιά χτυπούσαν.
Με σπλάγχνα μαύρα από εκεί τραβήξαμε στα ίσια
φτάνοντας κει που οι άνομοι Κύκλωπες κατοικούσαν
και λόγω εύνοιας θεών με δύναμη περίσσια

Φυτό ποτέ δεν φύτεψαν,  ούτε όργωσαν χωράφι
μα η φύση αν και άσπαρτα, πλούσια τους αφήνει                           110
κριθάρια, στάρια, κλήματα, στα πλούσια εδάφη
σταφύλια ο Δίας ευλογεί, και το κρασί τους δίνει

δεν διαφεντεύουν άρχοντες, ετούτους ούτε νόμοι
και στων βουνών, στα χαμηλά μένουν το μετερίζι,
στ’ άγρια βάθη των σπηλιών, με τα παιδιά, κι ακόμη
καθείς με τη γυναίκα του, κι άλλος δεν τους ορίζει

κι ένα νησί απλώνεται αντίκρυ στο λιμάνι
ούτε μακριά ούτε κοντά στων Κύκλωπων τη χώρα
δέντρα γεμάτο με πολύ κι άγριο γιδομάνι
γιατί ανθρώπων πατησιά δεν τα ’σκιασε ως τώρα                              120

ούτε συχνάζουν κυνηγοί στα δάση του για ελάφια
που στις ψηλές βουνοκορφές κάποτε πόδια σπάζουν
κοπάδια πάνω στο νησί δεν έχει ούτε χωράφια
ανόργωτο χωρίς σπορά που στις χρονιές ρημάζουν

γίδες βελασματόλαλες μόνο στα όρη τρέφει.
Κύκλωπες, κοκινόπλωρα, δεν φιάξανε με κόπους
ούτε τεχνίτες καραβιών πήρανε, σαν τους γνέφει
η ανάγκη, πλοία να φτιαχτούν, να πάνε σ’ άλλους τόπους

για κάποια χρήσιμη δουλειά, από μια ξένη χώρα
να φέρουνε για δούλεψη, που κι άλλοι συνηθίζουν                              130
Ξερό δεν είναι. Θα ’στελνε καρπό την κάθε ώρα.
Γιατί λιβάδια απ’ του γιαλού την άκρια αρχίζουν

με αφράτο χώμα, δροσερά. Θα ’ταν τ’ αμπέλια αιώνια
Για όργωμα στρωμένη γη.βαθιά χωράφια ανάρια
αφρατοχώματα καλά που θα θερίζεις χρόνια.
Κι έχει λιμάνι απάνεμο, που ούτε παλαμάρια

ούτε άγκυρες για φύλαξη ούτε σκοινιά απ’ το κύμα
θέλεις , μα μένεις αραχτός, όσο ο καιρός σε πάει
μέχρι οι ναύτες σηκωθούν και πάρει αγέρι πρίμα
Και μια πηγή στου λιμανιού το βάθεμα κυλάει                                   140

νεράκι κάτω απ’ τη σπηλιά και λεύκες γύρω ανθίζουν.
Φτάσαμε εκεί. Κι ένας θεός στης νύχτας το σκοτάδι
μας οδηγούσε, ούτε έφεγγε, τα σκότη μας αγγίζουν
γιατί ήταν γύρω καταχνιά, πηχτή σαν νύχτα του Άδη

με το φεγγάρι να ’τανε κρυμμένο βήμα-βήμα.
Κανείς νησί δεν ξάνοιξε, ούτε την παραλία
κι ούτε ακούστη ως τη γη που κύλαγε το κύμα,
δεν το ’δαμε ώσπου στη στεριά τραβήξαμε τα πλοία............Συνεχίζεται





Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #130 στις: 03/03/10, 22:53 »

                          Ι

μαζέψαμε όλα τα πανιά , που ’χαν τα πλοία αράξει
και στο γιαλό, στα μάτια μας, ο ύπνος επροχώρει                      150
προσμένοντας να ’ρθεί η αυγή, όλοι μας να χαράξει.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή της νύχτας κόρη

και του νησιού γυρίζουμε να δούμε τα στολίδια
του Δία οι κόρες, στου βουνού τα όμορφα πατάρια
να βρουν οι σύντροφοι φαϊ, ξεσήκωσαν τα γίδια.
Κι έτσι  κοντάρια γυριστά και μακριά δοξάρια

απ’ το καράβι φέραμε, και τρεις είχαμε γίνει
ζυγιές, που θήραμα άφθονο χτυπούσαμε ένα-ένα.
Είχα καράβια δώδεκα, και σ’ όλους έχουν μείνει
γίδες εννιά, μου χάρισαν, δέκα μόνο σε μένα.                               160

Όλη τη μέρα τρώγαμε ο ήλιος όσο ανάβει
άφθονο κρέας, και κρασί μοσχάτο στα ποτήρια
γιατί είχε ακόμα κόκκινο καθένας στο καράβι
άσωτο , και περίσσευε πολύ μες στα κροντήρια

σαν των Κικόνων πήραμε την ιερή την πόλη.
Και βλέπαμε αντικρυστά στων Κύκλωπων τη χώρα
καπνούς, κι ακούγαμε φωνές γιδοπροβάτων όλοι.
Σαν ’χάθη ο ήλιος κι έφτασε του σκοταδιού η ώρα,

στου ύπνου, δίπλα στο γιαλό, χαθήκαμε τους κόρφους.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή της νύχτας κόρη                        170
τότε συγκάλεσα βουλή, και είπα στους συντρόφους:
«Να ’χετε ομόνοια σύντροφοι, είναι οι δικοί μου όροι

Εγώ με το καράβι μου και τους δικούς μου ανθρώπους
θα δω σε αυτού ποιοι μένουνε του τόπου τη γωνία
άγριοι νάν’ κι ασέβαστοι για αλλωνών τους κόπους
ή αγαπάνε τους θεούς και τη φιλοξενία.

Στο πλοίο πάνω ανέβηκα και είπα να κινούσαν
στο πλοίο  να ’μπουν, τα σκοινιά να λύσουν με τα χέρια
κι αυτοί στους πάγκους κάθισαν αράδα και χτυπούσαν
με τα κουπιά, της θάλασσας τ’ αφράτα τ’ απονέρια.                         180

Γοργά στον τόπο φτάσαμε με σύντομο ταξίδι
κι είδαμε απόμακρη σπηλιά, όχι απ’ το κύμα αλάργα
ψηλή και δαφνοσκέπαστη με άπειρο αρνί και γίδι
να ξενυχτάνε σε αυλή, ζωσμένη με λιθάρια.

Βαθιά χωμένος μες στη γη, να είναι ο κάθε βράχος
πεύκα παντού, βελανιδιές, να ’χουν κορμούς μεγάλους.
Άντρας θεόρατος εκεί καθότανε μονάχος
κι έβοσκε τα κοπάδια του απόμακρος από άλλους,

το μίσος μα και το κακό άλλων να λογαριάζει,
άντρα δεν έμοιαζε αλλουνού μα τέρας σου θυμίζει                                  190
σαν δεντροσκέπαστου βουνού μεγάλος λόφος μοιάζει
που σ’ άλλους λόφους γύρω του μονάχος ξεχωρίζει.............Συνεχίζεται



Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #131 στις: 08/03/10, 22:34 »
                         Ι
Στους άλλους τότε σύντροφους αγαπητούς μου λέγω,
πιστοί στο πλοίο φύλακες να μείνουν εκεί κάτω
και δώδεκα τους πιο καλούς απ’ όλους τους, διαλέγω,
κι έφυγα. Πήραμε κι ασκί τραγιού, κρασί γεμάτο

γλυκόπιοτο που μου ’δωσε ο Μύρωνας ,του Ευάνθη
ο γόνος, που ήταν ιερεύς προστάτης της Ισμάρου
και από σέβας μου έδωσε, που εσώθη, και το αισθάνθη,
αυτός, ο γιος του, κι η κυρά απ’ η λαβή του χάρου.                                 200

Στου Φοίβου τα άλση έστησε το σπιτικό τσαντήρι,
κι εφτά κομμάτια τάλαντα, με ασήμι μου χαρίζει,
μαλαματένιο μου ’δωσε, για χάρη μου κροντήρι
και στάμνες δώδεκα κρασί γλυκό, μου τις γεμίζει

τόσο γλυκόπιοτο ήτανε με θεϊκή τη χάρη
για όλους τους δούλους μυστικό, και άγνωστο μαντάτο
το ’ξερε αυτός, το ταίρι του, και κόρη απ’ το κελάρι.
Κι όταν να πιούνε θέλανε το μοσχομυρωδάτο

νερού ποτήρι σε είκοσι μέτρα αν είχες ρίξει,
θεία ευωδιά ανέβαινε από άφθαστο μοσχάτο                                           210
ποιος να μη πιει, κρατιότανε, ποιος πεθυμιά να πνίξει.
Μεγάλο ασκί απ’ το κρασί αυτό πήρα, γεμάτο

Κι ένα ταγάρι με τροφές, που μες στο νου μου απλώθει
πως θα ’βρω άντρα δυνατό, άγριο δίχως μπέσα,
που ούτε ποιο είναι το σωστό, ούτε το νόμο νοιώθει.
Γρήγορα πάμε στη σπηλιά, μα αυτός δεν ήταν μέσα

μα τα κοπάδια τα παχιά βοσκούσε στο λιβάδι
Μπαίνοντας είδαμε σπηλιά γεμάτη και πανώρια.
Οι μάντρες να στοιβάζονται, γεμάτοι οι τυροκάδοι,
δω τα κατσίκια , κει τ’ αρνιά, και μαντρισμένα χώρια                       220


αλλού μεσαία ή όψιμα, αλλού και τα μεγάλα
κι από τυρόγαλο ήτανε όλα τ’ αγγειά γεμάτα
σκάφες γεμάτες, που άρμεγε μέσα σ’ αυτές το γάλα.
Με παρακάλι οι σύντροφοι, μου λέγανε σταράτα:

Λίγο τυρί να πάρουμε απ’ τις μεγάλες μάντρες
κι όσα μικρά ξεκόβαμε κατσίκια και μανάρια
στο γρήγορο καράβι μας, γοργά να πάμε οι άντρες
σε πέλαγα να βγαίναμε με κύματα ανάρια

Μα δυστυχώς δεν άκουσα εγώ αυτή τη γνώμη
Θέλοντας δώρα αφού τον δω με μια μου ικεσία                               230
όμως κακά μας φέρθηκε και άγρια ακόμη.
Και σαν ανάψαμε φωτιά και κάναμε θυσία

τυριά μεγάλα κόψαμε και φάγαμε νογώντας
το γυρισμό του στη σπηλιά, τι άραγε θα πράξει,
 κι ήρθε αυτός απ’ τη βοσκή, φόρτωμα κουβαλώντας
τρομαχτικό, ξύλα φωτιάς, το φαγητό να φτιάξει

Τα ’ριξε, κι ένα βουητό το σπήλαιο ταράζει
κι εμείς στο βάθος πήγαμε στων φόβων μας τη δίνη.
Τότε μες στη βαθιά σπηλιά τις προβατίνες βάζει
όσες αρμέγει στη σειρά, και μπρος στη πόρτα αφήνει                  240

τ’ ανήμπορα τ’ αρσενικά, από τη φύση ανάξια
να αρμεχτούν, και σήκωσε θυρόπετρα μεγάλη
τόσο βαριά που εικοσιδυό δεν θα ’φταναν αμάξια
τεράκυκλα και δυνατά να την κινήσουν πάλι

τέτοιο λιθάρι ασήκωτο μπροστά στη πόρτα βάζει.
Κάθισε εκεί , τα πρόβατα, τις γίδες του αρμέγει
και το αρνί της κάθε μιας το ’βαλε να θηλάζει.
Το άσπρο γάλα το μισό, σαν έπηξε διαλέγει

και στα καλάθια τα πλεχτά, πηγμένο το αφήνει,
το άλλο μισό μέσα στ’ αγγειά, να πίνει το φυλάει.                       250
Κι αφού τελειώνει τις δουλειές που κάνει με βιασύνη,
φωτιά στο τζάκι ανάβοντας θωρώντας μας, μιλάει:.............Συνεχίζεται





Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #132 στις: 14/03/10, 08:16 »
                                      Ι

«Ξένοι ποιοι είστε, και γιατί στους πελαγίσιους δρόμους
γυρνάτε. Τάχα οι   δουλειές σας φέρανε μαζί τους
ή κλέφτες  μες στα πέλαγα που σπέρνετε τους τρόμους
και σ’ άλλους τόπους συμφορές παίζοντας τη ζωή τους»

Είπε και κόπηκε η καρδιά όλων μας μες στα στήθια
απ’ το βαρύ του μουγκρητό την όψη την χαμένη.
Και με δυό λόγια μου ευθύς του απάντησα στ’ αλήθεια:
«Από την Τροία, Αχαιοί, ερχόμαστε πνιγμένοι                                     260

του αγέρα έτσι θέλοντας, της θάλασσας οι νόμοι,
πατρίδα ψάχνοντας, μα αλλού δρόμοι μας έχουν φέρει.
Τέτοια του Δία ήτανε η θέληση κι η γνώμη.
Στου Αγαμέμνονα εμείς ανήκουμε το ασκέρι

που ’χει στις άκριες της γης η δόξα ανηφορίσει
παίρνοντας κάστρο άπαρτο, μα και μεγάλη χώρα.
Κι εμείς που βγήκαμε εδώ, η γνώμη σου αν θελήσει,
φιλόξενα θα μας δεχτείς με τ’ άξιά σου δώρα

όπως για ξένους  πάντοτε ο κόσμος το παλεύει.
Δείξε με τις θεότητες του σεβασμού τα βάρη.                                      270
Ο Δίας, πάντοτε όπου πάν’ τους ξένους προστατεύει,
κι είναι σιμά και πλάϊ τους πάντα η δική του χάρη»

Είπα κι εκείνος με άσπλαχνη κακιά φωνή με κόβει:
«Τρελός θα είσαι σύντροφε αφού ήρθες και δεν είδες,
πως λέγοντας για ουράνιους, δεν μου ’ρχονται οι φόβοι.
Δεν τον ’ψηφούν οι Κύκλωπες, τον Δία που ’χει ασπίδες,

κι ούτε θεούς, ανώτερους μας έπλασε η φύση,
μήτε του Δία το φόβητρο ’σένα και τους συντρόφους
θα σώσει, αν η γνώμη μου, δεν πει να σας αφήσει
μα πες μου σε ποιας θάλασσας το άραξες τους κόρφους                       280

το πλοίο, τάχα εδώ κοντά ή το ’χεις αλαργέψει;»
Να με γελάσει πήγαινε, μα απάντηση θα λάβει
με δυό μου λόγια πονηρά, διαβάζοντας τη σκέψη:
«Του πάνω κόσμου ο Σαλευτής, το μαύρο μου καράβι

σε μια γωνιά, στης χώρας σου το χτύπησε τα βράχια,
αφού το ξεμονάχιασε, πως κύματα ν’ αντέξει,
κι εγώ , με αυτούς, ξεφύγαμε του χάρου τη μονάχια »
Του τα ’πα μα ο λιοντόκαρδος δεν έβγαλε ούτε λέξη

μα δυό συντρόφους άρπαξε με χέρια που απλωθήκαν,
σαν τα σκυλιά τους τίναξε κάτω να τους τσακίσει,                           290
κι αφού μουσκέψαν   τα μυαλά  το χώμα, σαν χυθήκαν,
τους πήρε, τους κομμάτιασε, κι έκατσε να δειπνήσει,

σαν το λιοντάρι τ’  ορεινό, μηριά που δεν αφήνει,
σάρκες και σπλάχνα αχόρταγα, κόκαλο μεδουλάτο.
Στον Δία χέρια απλώναμε στου φόβου μας τη δίνη
νοιώθωντας να ’φερναν αυτά, τον κόσμο άνω-κάτω.

Αφού η τεράστια κοιλιά, του Κύκλωπα γεμίζει
κρέας ανθρώπου τρώγοντας, πίνοντας άσπρο γάλα,
καταμεσίς στα πρόβατα να κοιμηθεί γυρίζει.
Τότε να πάω δίπλα του, σκέφτηκα μέσα στ’ άλλα                        300

απ’ το μηρό να τράβαγα το τρομερό μαχαίρι
να το ’μπηγα στα στήθια του, εκεί που το συκώτι
τα σπλάχνα το τυλίγανε, ψάχνοντας με το χέρι.
Μα άλλη σκέψη έκανα, κι ήταν καλή διότι

μαζί του θα χανόμασταν. Που να βρισκόταν τόση
ορμή να πάει η θυρόπορτα, στην άκρη με το ζόρι
και βαριαναστενάζαμε, μεχρι να ξημερώσει.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή, της νύχτας κόρη

ανάβει πάλι τη φωτιά, τις μάνες τις θηλάζει
και το αρνί της κάθε μιάς της βάζει αγάλι-αγάλι.                        310
Καθώς τελειώνει τις δουλειές, που βιαστικά τις βγάζει
άρπαξε δύο σύντροφους για πρωϊνό του πάλι.    .............Συνεχίζεται


Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #133 στις: 20/03/10, 08:53 »
                           Ι

Σαν το κοπάδι απ’ τη σπηλιά παίρνει, που του ανήκει,
τον βράχο τον ασήκωτο από την πόρτα βγάζει
τον ξαναβάζει αργότερα, σαν βούλωμα σε θήκη
και στο βουνό σφυρίζοντας τ’ αρνιά του ανεβάζει.

Μέσα στο νου μου γύριζε κι ο θάνατος του ακόμη,
να εκδικηθώ, αν μου ’δινε η Αθηνά τη χάρη.
Μα φάνηκε πιο συνετή, στο νου πως είχα γνώμη.
Μες στη σπηλιά, ελίτικο, χοντρό είχε κοντάρι                              320

χλωρό, να το ’χει για ραβδί, σαν γίνει ξεραμένο
όμως εμάς τα μάτια μας κι η γνώμη ,το ορίζουν,
πλεούμενου επτάκουπου, κατάρτι στιλβωμένο
από μεγάλα  φορτηγά, που τα πελάγη σκίζουν.

Τόσο μεγάλο φαίνονταν, στα πάχη και στα μάκρη
κι αφού τους κόβω μια οργιά ,σιμά τους θα τ’ αφήσω.
Το πήραν για πελέκημα οι σύντροφοι στην άκρη
και το ’ξυσαν με προσοχή αφού το ’κάναν ίσο.

Για να πυρώσει το ’βαλα σε θράκα αναμμένη
κι είπα βαθιά σε κοπριά, το ξύλο να το ρίξουν                              330
που ήταν σωροί μες στη σπηλιά, ολόγυρα χυμένη.
Τότε λαχνό, τους σύντροφους πρόσταξα να τραβήξουν

να δούμε ποιοι θα τύχαιναν στου παλουκιού να ’ρθούνε
το μπήξιμο, στον ύπνο του, το μάτι να του βγάλει.
Τύχανε αυτοί που ήθελα κι εγώ να κληρωθούνε,
πέμπτος ήμουνα εγώ, και τέσσερις οι άλλοι.

Κατσίκια, αρνιά, ομορφόμαλα σαν έφτασε το βράδυ
φτάσανε, και μες στη σπηλιά καθ’ ένα εσταυλίστη
κι ούτ’ ένα στην μεγάλη αυλή, έμεινε απ’ το κοπάδι,
λες και του τα ’πε ο θεός ή κάτι αυτός μυρίστη .                           340

Στην πόρτα τότε έβαλε την πέτρα τη μεγάλη
κι από τα γιδοπρόβατα, γάλα σαν κατεβάσει
της κάθε μάνας στη σειρά το αρνί της θα της βάλει.
Και στην σπηλιά του τις δουλειές σαν τέλειωσε με βιάση,

για δείπνο δύο σύντροφους αρπάζει από κάτω.
Τότε κοντά στον Κύκλωπα ο λόγος μου κυλάει
μ’ ένα κροντήρι να κρατώ , μαύρο κρασί γεμάτο
«Κύκλωπα, μαύρο πιες κρασί, που ανθρώπους έχεις φάει.

και το ’χα μες στο πλοίο μου για σένα φυλαγμένο
αν η καρδιά συμπόναε και μένα σπλαχνιζόταν                            350
για κατευώδιο, μα εγώ σε βλέπω θεριεμένο.
Άσπλαχνε ποιος άλλος θνητός, εδώ θα ξαναρχόταν

που άνομα κάνεις; Δίπλα σου ποιος να ζητήσει θέση;
 Είπα, κι εκείνος με όρεξη το άδειασε μες στο στόμα,
το ’πιε, και άλλο ζήτησε  δείχνοντας να τ’ αρέσει
«Τ’ όνομα πες μου πρόθυμα, και δος μου  λίγο ακόμα,

δώρο να πάρεις, η καρδιά εσένανε θα στέρξει,
δίνει κι η γη των Κύκλωπων των σταφυλιών τον πλούτο,
κρασί γεμάτα κι άφθαστα, ο Δίας αν τα βρέξει.
Μα από αμβροσία φαίνεται, και νέκταρ να ’ναι ετούτο »           360

Αυτά είπε, κι απ’ το φλογερό κρασί του δίνω πάλι.
Τρεις τον εκέρασα φορές , και τρεις φορές το πίνει.
Κι όταν η ζάλη έπεσε βαριά μες στο κεφάλι
του μίλησα απαλά πολύ, στου μεθυσιού τη δίνη:

«Κύκλωπα, τ’ όνομά μου θες; στο λέω πως λεν εμένα
μα δωσ’ το δώρο που ’ταξες, χαρά να ’χω μεγάλη
Κανένας ονομάζομαι, με ξέρουνε Κανένα
κι η μάνα μου κι ο κύρης μου, κι οι σύντροφοι μου οι άλλοι..............Συνεχίζεται



Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #134 στις: 25/03/10, 22:23 »
                        Ι

Έτσι είπα και μου απάντησε με ύφος αιμοβόρο:
«Θα ’σαι Κανένα μου στερνός, να φάω πεινασμένος,                          370
όμως αυτούς πρωτύτερα . Να τι σου κάνω δώρο.»
Αυτά είπε και ξαπλώθηκε ανάσκελα πεσμένος,

στο πλάϊ ο σβέρκος, στον βαθύ τον ύπνο του δοσμένος
τον δαμαστή, κι απ’ το λαιμό απλώνανε χυμένα
κομμάτια ανθρώπου, και κρασί , που ξέρναε μεθυσμένος.
Έχωσα τότε το ραβδί, σε κάρβουνα αναμμένα

να πυρωθεί, και γκάρδιωνα με λόγια που ’χαν λάμψη
 τους σύντροφους, μη φοβηθεί κανένας και λακίσει
Κι όταν το λιόραβδο έπιανε σιγά σιγά ν’ ανάψει
πανέτοιμο μες στη φωτιά, ν’ αναψοκοκκινήσει                                  380

το πήρα, και οι σύντροφοι στα στήθια είχαν πλέρια
ψυχή, σαν να δινε ο θεός μιά δύναμη υπεράνω.
Πήραν λοιπόν το σουβλερό το λιόραβδο στα χέρια
και το ’μπηξαν στο μάτι του. Κι εγώ τότε από πάνω

το στριφογύριζα, καθώς τεχνίτης με τρυπάνι
τρυπάει δοκάρι καραβιού, και από κάτω οι άλλοι
στις δύο άκρες το λουρί, τραβάνε μάνι-μάνι,
κι αυτό γυρίζει αέναα, με δύναμη μεγάλη,

το πυρωμένο λιόραβδο, κι εμείς γυρνούσαμε ίδια
στο μάτι, κι εμπηγότανε στο βάθος κι επροχώρει ,                             390
και γύρω-γύρω του ματιού ματόκλαδα και φρύδια,
του τα καψάλιζε η φωτιά, και του ’καψε την κόρη

κι έτσι τις ρίζες του ματιού κάνει η φωτιά να τρίζουν.
  Πως το σκεπάρνι, ή τον μπαλτά, ο σιδεράς θα βάλει
στο κρύο νερό για να βαφτούν, και άγρια τσιρίζουν,
γιατί έτσι γίνεται σκληρό και δυνατό το ατσάλι,

έτσι έτριζε το μάτι του τριγύρω από τον πείρο.
Ούρλιαζε κι αντιλάλησαν οι βράχοι και το ρέμα,
κι απ’ την τρομάρα όλοι μας σκορπίσαμε τριγύρω.
Τότε το λιόραβδο έβγαλε βαμμένο μες στο αίμα                           400

πετώντας το απ’ το μάτι του , και σαν τρελός φωνάζει
από τον πόνο, οι Κύκλωπες να ’ρθούνε αγάλι – αγάλι
απ’ τα βουνά και τις σπηλιές καθένας που φωλιάζει,
και τρέχουν κάποιοι από αλλού, κι από αλλού οι άλλοι,

και στην σπηλιά στεκόντουσαν καθένας να ρωτήσει:
«Πολύφημε, τι έπαθες στα ξαφνικά το βράδυ
και έχεις βάλει τις φωνές, ύπνος να μας αφήσει;
κανένας με ξετσιπωσιά σου κλέβει το κοπάδι;

ή σε σκοτώνει, παίζοντας της πονηριάς το ρόλο;».
Κι εκείνος μέσ’ απ’ τη σπηλιά φωνάζει πονεμένα:                      410
«Είναι ο Κανένας σύντροφοι, που μ’ έφαγε με δόλο».
Κι αυτοί του απολογήθηκαν με λόγια φτερωμένα:

«Κανένας αν δεν σ’ άγγιξε, και μόνος στον αγώνα
αν είσαι, ποιος απ’ το κακό του Δία να σε σώσει;
Κάνε στον κύρη σου ευχή, στον μέγα Ποσειδώνα».
Του είπανε και φύγανε, κι η περισσή μου γνώση

μ’ έκανε και χαιρόμουνα, που τ’ όνομα είχε χάρη
να γελαστούν. Κι ο Κύκλωπας με στεναγμό απ’ τον πόνο
στην πόρτα πήγε ψάχνοντας, βγάζοντας το λιθάρι
και καθισμένος άπλωνε τα δυό του χέρια μόνο                           420

καταμεσίς του κοπαδιού, συντρόφους μου ν’ αρπάξει.
Τόσο πολύ αστόχαστο με είχαν τα μυαλά του.
Όμως εγώ το πάλευα μες στο μυαλό με τάξη
τον γλυτωμό ψαχούλευα  όλων,  κακού θανάτου...............Συνεχίζεται




Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #135 στις: 02/04/10, 10:44 »


                       Ι
Δολοπλοκίες έφιαχνα μες στο μυαλό μου ακόμη
γιατί ήταν δίπλα συμφορές, πυκνές και όχι ανάρια
κι αυτή μου η σκέψη φάνηκε καλύτερη σαν γνώμη.
Είχε στην στάνη παχουλά πυκνόμαλλα κριάρια,

που ’χανε όμορφες προβιές με μελανό το χρώμα
και με στριμμένες λυγαριές- τριάδες τα ’χα δέσει-                     430
από αυτές που ο Κύκλωπας χρησίμευε για στρώμα
ο δυνατός, και το αρνί που ήτανε στη μέση

σήκωνε κι ένα σύντροφο, στην άκρη τα δυό άλλα
πηγαίνανε τους άντρες μου στου γλυτωμού τη χάρη.
Έναν πηγαίναν σύντροφο, και τρία αυτά μεγάλα.
Κι απ’ τη σπηλιά  το πιο λαμπρό αρπάζω εγώ  κριάρι

στην μαλλιαρή του την κοιλιά, πιο κάτω απ’ το λαιμό του
με τα δυό χέρια μαζευτός θα ρίξω όλο το βάρος,
στα φουντωμένα του μαλλιά, κοντά στο πρόσωπό του
σφιχτοκρατιόμουνα γερά με υπομονή και θάρρος.                              440

Έτσι προσμέναμε βαριά να λήξει το σκοτάδι.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή η νυχτοθρεμένη
για τη βοσκή ξεκίνησε το αρσενικό κοπάδι
κι ανάρμεγο το θηλυκό, στις μάντρες μέσα μένει

με τα μαστάρια του σκαστά, κι αυτός τυρανισμένος
από τον πόνο, ψάχνοντας τις ράχες τους στ’ αλήθεια
ορθός καθώς στεκότανε, πώς να ’ταν γνωμισμένος,
να ’ξερε πως κρυβόμαστε στα δασωμένα στήθεια.

Kαι πιο στερνό κατέφθασε στην πόρτα το κριάρι
που στην κοιλιά του σήκωνε εμένανε τον άντρα.                              450
Χαϊδευοντάς το του μιλά, στης πίκρας του τα βάρη:
«Γιατί κριάρι μου καλό βγαίνεις στερνό απ’ τη μάντρα

εσύ που δεν ξανάμεινες στερνό μες στο κοπάδι,
που πρώτο μα και βιαστικό τα πάντα δρασκελούσες
βάζοντας πάντα στη βοσκή, την χλωρασιά σημάδι,
και πρώτο μες στις ρεματιές γοργά μου τριγυρνούσες,

πρώτο και στην επιστροφή. Τώρα στερνό από τόπους
μένεις. Θα κλαις του αφεντικού, το μάτι που ’χει χύσει,
κριάρι μου ένας άπονος, με άθλιους ανθρώπους,
καθώς με όμορφο κρασί, το νου μου ’χε ζαλίσει                             460

αχ! ο Κανένας, κι όρκο μου θα κάνω στην πληγή μου
να μη γλιτώσει. Αν μπόραγες να μίλαγες σε μένα,
να μου ’λεγες που κρύφτηκε μακριά απ’ την οργή μου,
θα ’βλεπες τότε τα μυαλά μες στη σπηλιά χυμένα

σκόρπια στη γη, άλλα από ’δώ, άλλα στην άλλη άκρη
καθώς θα τον ετίναζα , και της καρδιάς τα βάρη
που ο Κανένας μου άναψε, θα γλύκαιναν το δάκρυ».
Είπε  αυτά κι αμόλυσε να φύγει το κριάρι................Συνεχίζεται


Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #136 στις: 13/04/10, 22:07 »
                                              Ι


Σαν βγήκαμε έξω απ’ τη σπηλιά, κι από την πόρτ’ ανάρια,
λύθηκα, λύνοντας κι αυτούς, απ’ των αρνιών τους κόρφους                    470
και λιγνοπόδαρα αρνιά παίρνοντας και κριάρια
στα πλοία τα οδηγήσαμε, στους ποθητούς συντρόφους.

Καθώς μας είδαν τρέξανε να μας χαροκοπήσουν
κι είδα γι αυτούς που χάθηκαν, το κλάμα τους ν’ ανάβει.
Τότε τους πρόσταξα ευθύς τα κλάματα ν’ αφήσουν
και τρέχοντας γοργά-γοργά ν’ ανέβουν στο καράβι


κατσίκια βάζοντας κι αρνιά στα βάθη ν’ ανοιχτούνε.
Μπήκαν στους πάγκους κάθισαν και γίναν οδηγοί μας,
με τα κουπιά τη θάλασσα αράδα τη χτυπούνε.
Σε μάκρος όταν βγήκαμε, ως που έφτανε η φωνή μας,                          480

ειρωνικά του Κύκλωπα του μίλησα  με κόπο:
«Δειλού ανθρώπου σύντροφους δεν ήτανε γραφτό σου,
Κύκλωπα μέσα στη σπηλιά να φας μ’ άγριο τρόπο
μα ήταν γραφτό να πληρωθείς το σφάλμα το δικό σου,

που ξένους δεν σεβάστηκες άθεε δίχως πίστη
κι έφαγες μες στο σπίτι σου, μα ο Δίας σε πληρώνει»
Λέγοντας τούτα η καρδιά στα στήθια του κλονίστη
και μέγα βράχο απ’ του βουνού τη ράχη ξεκαρφώνει,

στο μαύρο πλοίο δυνατά με μίσος  τον τινάζει
δεν μας χτυπάει, μα ξυστά στην πλώρη μας περνάει.                             490
Αφήνιασε η θάλασσα, αφρούς το κύμα βγάζει
η ρότα αλλάζει, στην στεριά το πλοίο μας πετάει,

κει που κινήσαμε. Μα εγώ στα χέρια μου αδράχνω
μακρύ κοντάρι, λάμνονταςνα φύγω απ’ τ’ ακρογιάλι
ν’ αγωνιώ, τους σύντροφους με λόγια μου να φιάχνω
γνέφοντας, ν’αποφύγουμε του Χάρου την κραιπάλη.

στο λαμνοκόπι πέφτοντας ,έξω απ’ αραξοβόλι.
Κι όταν διπλό αλάργεμα σημάδια μου ορίσουν
πάλι έκραζα τον Κύκλωπα, μα οι σύντροφοί μου όλοι
λέγανε λόγια μαλακά για να με συνετίσουν .                                             500

«Τι το ερεθίζεις το θεριό καημένε μου και πάλι,
που τώρα βράχο  πέταξε στης θάλασσας τα βάθη
γυρνώντας πάλι στης στεριάς, το πλοίο, τ’ ακρογιάλι,
 και μου ’λεγαν το τέλος μας, αν μας ακούσει, θα ’ρθει

ή μια κουβέντα κάποιου μας, το στόμα του αν βγάλει
του πλοίου τ’ άρμενα σκληρά, μαζί με τα κεφάλια
θα σπάσει, πέτρα ρίχνοντας, θεόρατη, μεγάλη»
Μου ’λεγαν μα δεν μ’ έπειθαν με τόσα παρακάλια.

Και με φωνή απ’ τα σπλάχνα μου του φώναξα και πάλι:
«Άμα θνητός απ’ το νησί Κύκλωπα φτάσει μόνος                              510
και σε ρωτήσει για το ποιος, το μάτι σου ’χει βγάλει,
ο κουρσευτής, μου το ’βγαλε, πες, του Λαέρτη ο γόνος,

ο Οδυσσέας ο τρανός, που στην Ιθάκη μένει».
Ακούγοντάς με το θεριό, έτσι θα μου απαντήσει:
«Αχ! ότι ήτανε γραφτό της μοίρας, τώρα βγαίνει,
παλιά προφήτης ήταν δω που χρόνια είχε ζήσει

με φήμη, του Εύρυμου ο γιος ο Τήλεμος ο μάντης
που στων Κυκλώπων το νησί μου ’στειλε τα χαμπέρια
και τα ’πε πως θα γίνουνε αυτά ο ιεροφάντης
ότι θα χάσω εγώ το φως απ’ του Οδυσσέα τα χέρια                           520

μα εγώ εδώ περίμενα λεβέντη, δραγουμάνο,
να ’ρθεί με όπλα, και ψυχή με δύναμη γεμάτη,
μα βλέπω ένα ξίπασμα, λιμοκοντόρο, νάνο
που με κρασί με γέλασε και μου ’χυσε το μάτι.................Συνεχίζεται


Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #137 στις: 22/04/10, 21:48 »
                  Ι

Αλλά έλα Οδυσσέα μου και σίμωσε εμπρός μου
στον Κοσμοσείστη μια ευχή να κάνω μάνι-μάνι
γιατί είμαι αυτουνού παιδί, αυτός είναι ο γονιός μου
κι αυτός έχει τη δύναμη απ’ άλλους να με γιάνει

ούτε θεός ούτε θνητός άλλος θα το μπορέσει».
Αυτά μου λέει, κι απαντώ χωρίς να χάσω ώρα:                                 530
«Αν τη ζωή σου μπόραγα, και ήμουνα σε θέση
να στη στερήσω, στα βαθιά σκοτάδια θα ’σουν τώρα

να μη μπορεί ο Σαλευτής το μάτι να σ’ ανοίξει».
   Αυτά σαν είπα,  ευχήθηκε στον μέγα κοσμοσείστη
τα ουράνια με τα χέρια του θέλοντας να τυλίξει:
«Άκου με μαυρομάλλη μου πατέρα μου και σείστη

αν γιος σου είμαι, και γονιός εσύ, εγώ έχω ντέρτι
εμπόδιστον ,το σπίτι του ποτέ μην αντικρύσει
τον Οδυσσέα τον κουρσευτή, και γόνο του Λαέρτη.
Κι αν στην Ιθάκη  η μοίρα  του, γράφει πως θα   γυρίσει,                  540

πατρίδα μα και τους δικούς να δουν τα δυό του μάτια
με χρόνια, μόνος του ας βγει, δίχως της τύχης αύρα,
με ξένο πλοίο κι ας τον βρουν δεινά μες στα παλάτια».
Λέει κι ακούει ο θεός με τα μαλλιά τα μαύρα.

Κι ένα βαρύτερο άρπαξε αργότερα λιθάρι
αφού το στριφτογύρισε το πέταξε στα μάκρη
πίσω απ’ το πλοίο, που έλειψε για λίγο να μπατάρει
ξυστά περνώντας και κοντά στου τιμονιού την άκρη.

Στην θάλασσα έπεσε αυτό, με αφρό θα την γεμίσει
και το καράβι οδηγεί προς της στεριάς τους κόρφους.                          550
Και στο νησί σαν φτάσαμε, που είχαμε αφήσει
τα καλοκάμωτα σκαριά, μαζί με τους συντρόφους

που ’χανε λύπη στην καρδιά και έννοιες στο κεφάλι
που περιμέναν,  σύραμε το πλοίο ως την άμμο
κι αφού πηδήσαμε γοργά κι εμείς στο περιγιάλι,
του Κύκλωπα τα ρίξαμε απ’ το καράβι χάμω

τ’ αρνιά και τα μοιράσαμε ίσα ο καθείς να πάρει.
Μονάχα εμένα οι σύντροφοι διαλέξανε, του μόνου,
να μου χαρίσουν προς τιμή, δικό μου το κριάρι,
κι εγώ στον μελανόνεφο τον Δία, γιο του Κρόνου,                        560

τον βασιλιά του σύμπαντος το έσφαξα στην άμμο
προσφέροντάς του τα μηριά. Μα του θεού οι δόλοι
ρίχναν το μάτι του αλλού, δεν κοίταζε εκεί χάμω,
μα πως τα πλοία  θα χαθούν, κι οι σύντροφοι μου όλοι.

Εκεί όλη μέρα τρώγαμε φαϊ ως να βραδιάσει
πλούσιο κρέας και κρασί μοσχάτο εκεί χάμω
κι όταν ο ήλιος βούτηξε και πάει να σκοτεινιάσει
όλοι για ύπνο πήγαμε στης θάλασσας την άμμο.

Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη η Αυγή η νυχτοθρεμμένη
με διαταγή μου οι σύντροφοι στο πλοίο ανεβαίνουν               570
τα παλαμάρια να λυθούν. Κι εκείνοι ξαναμμένοι
με μιας δεν χάνουνε καιρό στους πάγκους πάνω μπαίνουν,

σειρά, νερά της θάλασσας, και κύματα αφρισμένα
με τα κουπιά των σύντροφων ,αράδα χτυπηθήκαν.
Πλέαμε με βαριά καρδιά και σπλάχνα ματωμένα,
παρ’ ότι εμείς σωθήκαμε, για εκείνους που χαθήκαν.                 576

             ΤΕΛΟΣ Ι ΡΑΨΩΔΙΑΣ


 


Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #138 στις: 26/04/10, 22:14 »
                   ΡΑΨΩΔΙΑ   Κ


Στης Αιολίας το νησί που πλέει σαν το άστρο,
του Αιόλου , που με τους θεούς έχει πολλές φιλίες
φτάσαμε. Τείχος χάλκινο, κι απάτητο έχει κάστρο,
κι οι πέτρες του ανεβαίνουνε απότομες και λείες.

Δώδεκα απόχτησε παιδιά μέσα στ’ αρχοντικό του
έξι κοπέλες κι έξι γιους και όταν ήρθε η ώρα
την κάθε κόρη πάντρεψε με κάθε ένα γιο του
κι όλοι αντάμα ζούσανε κι άφθονα είχαν δώρα,

με τους γονείς αχώριστοι πάντοτε χέρι-χέρι.
Τραγούδια πάντα αντιλαλούν στα βάθη στα παλάτια               10
τσίκνες τριγύρω, τις νυχτιές το κάθε ένα ταίρι,
πάει για ύπνο σε χαλιά και σκαλιστά κρεβάτια.

Φτάσαμε εδώ στα μέγαρα που είχε αυτή η φατρία.
Και μας φιλοξενήσανε περίπου ένα μήνα
ρωτούσαν για τους Αχαιούς, τι έγινε στην Τροία
κι εγώ τους διηγιόμουνα τα πάθια μας εκείνα.

Ζήτησα για το γυρισμό βοήθεια δική του
όχι δεν είπε, και καλό ετοίμασε ταξίδι
έγδαρε βόδι εννιάχρονο, και μου ’δωσε το ασκί του
που ανέμων είχε την ορμή κλεισμένη μέσα ήδη,                        20

ο γιος του Κρόνου του έδωσε ανέμους να φυλάει
άλλοτε να φυσούν πολλοί, άλλοτε να ’ναι λίγοι.
Μέσα στο πλοίο ολάργυρο γαϊτάνι το κρατάει
δεμένο έτσι ώστε πνοή ποτέ να μη ξεφύγει

όμως του Ζέφυρου άφησε τις αύρες να φυσάνε
να ’χουνε τα καράβια μας αρμένισμα στο κύμα,
μ’ αλί γραφτό δεν ήτανε καλό το τέλος να ’ναι
γιατί εμείς χαθήκαμε από δικό μας κρίμα.

Μέρες εννιά ταξίδεμα αράδα νύχτα-μέρα,
την δέκατη, τη χώρα μας την πήραμε χαμπάρι,                        30
απ’τιςφωτιές που φαίνονταν να καίνε από πέρα.
Μα δεν αργεί απ’ την κούραση ο ύπνος να με πάρει

γιατί δεν άφηνα άλλονε να πιάσει το τιμόνι,
γρήγορα να γυρίσουμε μην πάνε όλα στράφι.
Μα λόγια οι ναύτες ξεκινούν, κι άλλος τα συμπληρώνει,
μήπως στο σπίτι πήγαινα, ασήμι και χρυσάφι


δοσμένα απ’ τον Αίολο τον γόνο του Ιππότη.
Κι έτσι ο καθένας έλεγε στον διπλανό για δώρα:
«Πως τάχα, ποιο αγαπητός είναι από εμάς, καθ’ ότι
όλοι εκείνονε τιμούν, σ’ όποια κι αν βγούμε χώρα,                       40
 
κι ενώ απ’ την Τροία έφυγε με δώρα φορτωμένος,
μαζί του δίπλα του κι εμείς , κανείς μη τον αφήσει,
άδειοι γυρνάμε σπίτι μας, ο κόπος μας χαμένος.
Να τώρα και ο Αίολος δώρα θα του χαρίσει.
 
Μα ας δούμε τι να σκέφτηκε για να τονε φιλέψει
στο ασκί ποιο τάχα μάλαμα κι ασήμι μέσα να ’ναι».
Αυτή ήταν η ολέθρια των σύντροφων η σκέψη.
Λύσαν το ασκί κι οι άνεμοι σαν σίφουνας χυμάνε.........Συνεχίζεται


Αποσυνδεδεμένος Nady

  • Επισκέπτης
  • **
  • Μηνύματα: 34
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Do you think we're forever...?
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #139 στις: 27/04/10, 03:35 »
πλακα κανεις!φιλε εισαι απιστευτος!ειμαι φιλολογια στο απθ κι εχω τις ραψωδιες ι, κ και μ για τις εξετασεις του ιουνιου και χω γανιασει για να μαθω τις μεταφρασεις και ολο το λεξιλογιο! και συ καθεσαι τις γραφεις και τις ποσταρεις? ε εσαι οντως απιστευτος! μπραβο σου! ;)

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #140 στις: 28/04/10, 20:15 »
καλή μου nady
ένα μεγάλο ευχαριστώ για την επίσκεψη και το σχόλιό σου
και άλλοι φοιτητές φιλολογικών σχολών έχουν μιλήσει πολύ κολακευτικά για
την απόδοση της Οδύσσειας
Οφείλω όμως να παραπέμψω στην αρχική μου δήλωση:
 
(φίλοι μου
Μετά από ένα  τρίχρονο κονταροχτύπημα με το αρχαίο κείμενο της ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
συνεπικουρούμενος από Ομηρικό λεξικό…πλήθος μεταφράσεων με προεξάρχουσες αυτές των : Σίδερη…Εφταλιώτη….Καζαντζάκη-Κακριδή….,)
 
Δηλαδή άλλο το πως,με τι εφόδια, και με τι στόχο έφτιαξα όλη την Οδύσσεια σε τετράστιχο,
και άλλο ο τρόπος που ζητούν οι δάσκαλοί σας την προσέγγισή της....
Θα ήθελα να κριθεί ο τρόπος της δικής μου προσέγγισης καθαρά με κριτήρια τεχνικής του στίχου
-φυσικά χωρίς να αρνούμαι και τον αγώνα για επακριβώς απόδοση από το αρχαίο κείμενο-
Όπως και να έχει σου οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ
Να 'σαι πάντα καλά!!!!
 

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #141 στις: 04/05/10, 19:27 »
                              Κ

 
Και στα πελάγη ο συρφετός μακριά θα μας πετάξει
απ’ την πατρίδα απέραντα, ενώ είμαστε ένα βήμα.                     50
Ξύπνησα κι είπα με το νου καλή ποια θα ’ταν πράξη.
Να πέσω μέσα να πνιγώ στο αφρισμένο κύμα,

ή όλα να τα καταπιώ, σκέψεις κακές ν’ αφήσω.
Βάστηξα πάλι ο άμοιρος, δεν τα ’κανα μαντάρα
παρ’ ότι μας ξανάβγαλε στου Αίολου τη νήσο
μέσα απ’ το θρήνο των πιστών της θάλασσας η αντάρα

βγήκαμε τότε για νερό κι οι σύντροφοι με βιάση
το φαγητό ετοιμάσανε στα πλοία πάρα έξω
κι από πιοτό κι από κρασί σαν είχαμε χορτάσει
έναν καλό μου σύντροφο και κράχτη θα διαλέξω                          60

στο ξακουστό του Αίολου παλάτι για να ’ρθούμε.
Τον βρήκα στο τραπέζι του με όλους, να ’χει φάει
στους παραστάτες στην αυλή όρθιοι θα σταθούμε
κι όπως μας βλέπουν άξαφνα, καθένας, μας ρωτάει:

«Πάλι Οδυσσέα, ποια πικρή μοίρα σ’ έχει χτυπήσει
και γύρισες αφού εμείς πίσω στην παινεμένη
πατρίδα σου σε στείλαμε όπως το’ χες ζητήσει;».
Τότε κι εγώ απάντησα με την καρδιά θλιμμένη:

«Ναύτες μου φταιν’ που δεν μπορώ, κι ο ύπνος, να γλιτώσω,
μα ελάτε σώστε με εσείς απ’ του χαμού το τέρας».                      70
Τα ’πα με λόγια τρυφερά για να τους μαλακώσω.
Άφωνοι όλοι μείνανε κι απάντησε ο πατέρας: .........Συνεχίζεται
                               



Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #142 στις: 09/05/10, 00:26 »
Κ

« Τσακίσου από τα μάτια μου, κι απ’ του νησιού τη μάντρα,
άσχημο να καλοδεχτώ ξανά, και ποιον να πείσω
για τα καλά του, που οι θεοί τον κυνηγούν τον άντρα.
Τσακίσου που οργή θεών σ’ έστειλε πάλι πίσω».

Τέτοιες κουβέντες μ’ έδιωξαν μακριά απ’ το παλάτι
ταξίδευαν οι σύντροφοι μα εγώ θάρρος δεν είδα
και τα κουπιά  χτυπούσανε με γυαλισμένο μάτι,
γιατί δεν αχνοφαίνονταν στο βάθος η ελπίδα                                     80

Έξι λαμνοκοπούσαμε μερόνυχτα εκεί χάμω,
στο έβδομο σαν φτάσαμε στο κάστρο που ’χαν χτίσει                     
στων Λαιστρυγόνων τη γωνιά, Τυλέπυλο, τον Λάμο,
κει που ο βοσκός σαν έρχεται τ’ αρνιά του να παχνίσει,

άλλονε συναντά βοσκό  που τ’ απαντάει ίδια.
Δύο μισθούς κερδίζει εκεί αν κάποιος αγρυπνήσει
τη μία βόδια βόσκωντας, την άλλη αρνιά και γίδια
γιατί είναι εκεί πολύ κοντά η Ανατολή κι η Δύση.

Σαν φτάσαμε στο όμορφο λιμάνι, που οι βράχοι     
ολόγυρα το ζώνουνε κλειστά στο φυσομάνι,                                    90
κι οι πέτρες στο ξαγνάντι τους η μια την άλλη να ’χει
έτσι που το στενεύουνε το στόμιο στο λιμάνι,                                 

εκεί τα πλοία τα ψηλά δέσαμε πρίμα-πρίμα,
το ένα στο άλλο αραδιαστά κοντά να έχουν μείνει,
φουρτούνα δεν το ζύγωνε δεν το ’πιανε το κύμα
ούτε μεγάλο ούτε μικρό μα πάντα είχε γαλήνη.

Μονάχα εγώ το μελανό πλοίο μου θα βαστήξω
με παλαμάρι να δεθεί πιο έξω απ’ το λιμάνι
και μια ματιά ανέβηκα σε ύψωμα να ρίξω.
Μα ανθρώπου ίχνος και βοδιού εμένα δεν μου ’φάνη                    100

όμως καπνό που ανέβαινε, πήραμε εμείς χαμπάρι.
Σύντροφους έστειλα να βρουν τον άγνωστο το μίτο,                   
ποιοι άνθρωποι το κατοικούν που τρέφονται με στάρι,
απ’ όλους δυό αφού διάλεξα, και κράχτη έναν τρίτο.

Αυτοί το δρόμο πήρανε τον ίδιο, που τους φέρνει
τα ξύλα ,που ζεσταίνονται απ’ τα ψηλά τα όρη,                                 
κι είδαν νερό να κουβαλά, απ’ την πηγή να παίρνει,
του Λαιστρυγόνα η όμορφη του Αντιφάτη η κόρη
  στης Αρτακίας το νερό το δροσερό της βρύσης
που από κει κουβάλαγαν και ξεδιψούσε η χώρα                        110
ζυγώσανε την κοπελιά και ’κάναν ερωτήσεις
ποιον είχε ο τόπος βασιλιά ποιος βασιλεύει τώρα                     

κι αυτή μη χάνοντας καιρό, το σπίτι της τους δείχνει.
Μπαίνοντας μέσα τι να δουν, δεν πίστευε το μάτι
γυναίκα σαν βουνοραχιά, νοιώθουνε φόβου ίχνη.
Φωνάζει απ’ την αγορά αυτή τον Αντιφάτη,

που φθόνο έβαλε στο νου κι εύκολη βρήκε λεία.
Σαν έφτασε, για γεύμα του, τον ένανε θ’ αρπάξει,
οι άλλοι δυό χαθήκανε και φτάσανε στα πλοία.                                           
Τότε αυτός με δύναμη στη χώρα θα φωνάξει                            120

και φτάσαν σαν τον άκουσαν χιλιάδες Λαιστρυγόνες.
Γίγαντες όλοι με άνθρωπο κανένας τους δεν μοιάζει.             
Τινάζανε ασήκωτες απ’ το βουνό κοτρώνες
στα πλοία, και το πέταγμα αχό μεγάλο βγάζει

από άντρες που σκοτώνονται και σπάσιμο από πλοία.
Σαν ψάρια τους καμάκιαζε, για φαγητό το ασκέρι
τους σύντροφους, που ήτανε γι αυτούς εύκολη λεία.
Απ’ το μηρό μου τράβηξα το φοβερό μαχαίρι

και τα πρυμόσκοινα έκοψα στο μαύρο μου καράβι
λέγοντας στους συντρόφους μου γοργά και με λαχτάρα          130
να πιάσουν όλοι τα κουπιά πριν χάρος μας προλάβει
κι αυτοί στο κύμα τα κουπιά βαρούσαν με τρομάρα. .........Συνεχίζεται
             

 

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #143 στις: 14/05/10, 17:02 »
                                  Κ
 
Το πλοίο απ’ τους κρεμαστούς τους βράχους θα ξεφύγει
μα στα πελάγη τα βαθιά, τα υπόλοιπα χαθήκαν.
Ξανά ταξίδι , μα πολύ στενόκαρδοι και λίγοι
με θρήνους οδυρόμαστε γι αυτούς που δεν σωθήκαν.

Στης Αίας πάμε το νησί που ’χε η θεά το σπίτι
η Κίρκη η ωριοπλέξουδη η τρανοθυγατέρα
που ήταν όμορφη αδερφή του δολοπλόκου Αιήτη
κι είχαν τον κοσμοφωτιστή τον Ήλιο για πατέρα.                   140

Την Πέρση, του Ωκεανού την κόρη είχαν μάνα.
Με το καράβι πιάσαμε αργά έν’ ακρογιάλι,                               
ένας θεός μας έδειχνε των δρόμων την αλάνα.
Δύο μερόνυχτα κι εκεί αράξαμε και πάλι

τα μέλη μας η κούραση τα είχε συνεπάρει.
Κι όταν η ροδαλή Αυγή φέγγει την τρίτη μέρα
παίρνω το κοφτερό σπαθί και το μακρύ κοντάρι
κι απ’ το καράβι ανέβηκα ψηλά τη ράχη ως πέρα

μήπως λαλιά ανθρώπινη ή γη δω οργωμένη
Ανέβηκα σε ύψωμα κι όπως κοιτά το μάτι                              150
από την απλωμένη γη είδα καπνό να βγαίνει
στον τόπο τον βαθύσκιωτο, της Κίρκης το παλάτι                 

Συλλογισμός μου ήτανε μα και βαθιά μου σκέψη
να μάθω τον θολό καπνό, ποιο τζάκι έχει βγάλει
Κι αυτό μου φάνηκε καλό κι ότι θα με βολέψει,
να τρέξω στο καράβι μου που ήτανε στ’ ακρογιάλι

να φάνε και να παν να δουν η μοίρα μας τι γράφει.
Καθώς το κοντοζύγωνα το πλοίο το γερμένο
κάποιος καλόβολος θεός μου στέλνει ένα ελάφι
με όρθια τα κέρατα. Παχύ καλοθρεμμένο                                160

τελειώνοντας απ’τη βοσκή, στο ρέμα απ’ τη φωλιά του
ερχόταν γιατί η κάψα του το είχε συνεπάρει.                         
Σαν πρόβαλε το χτύπησα στη ραχοκοκαλιά του
και πέρασε απέναντι το χάλκινο κοντάρι,

με βογκητά ξεψύχησε, αυτό ήταν το γραμμένο
κι αφού το πάτησα γερά, τράβηξα το κοντάρι
απ’ τη πληγή αφήνοντας το ελάφι ξαπλωμένο,
με βούρλα φιάχνοντας σκοινί, και λυγαριάς κλωνάρι

μία οργιά το πάλεψα, στης τεχνικής τη μάχη.
Του ζώου τα πόδια έδεσα πριν κάτω με μπατάρει,                170
όλα μαζί, και φορτωμή το έβαλα στην ράχη
γυρίζοντας στο πλοίο μου, βαστώντας το κοντάρι               

γιατί δεν ήταν μπορετό το χέρι ν’ αναλάβει
τέτοιο θεριό ασήκωτο στον ώμο να σηκώσω.
Στους σύντροφους σαν έφτασα, με λόγια στο καράβι
Το ηθικό τους πάλεψα γερά να ανυψώσω:

«Αδέρφια δεν θα κάνουμε το Χάρο νοικοκύρη
αφού τα μύρια μας κακά η μοίρα μας τα φέρνει,
σιμώστε τώρα που έχουμε φαϊ στο τρεχαντήρι
να φάμε να ξεχάσουμε τη πείνα που μας δέρνει» .........Συνεχίζεται
                                   180


 

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #144 στις: 18/05/10, 22:55 »
              κ
 
Αυτά είπα και τα λόγια μου τ’ ακούσανε και πάλι
ξεσκεπαστήκαν για να δουν τι να ’ταν η πραμάτεια               
κι είδαν θεόρατο θεριό ριγμένο στο ακρογιάλι
έτσι που δεν το χόρταιναν να το κοιτούν τα μάτια.

Νίφτηκαν , το τραπέζι μας το στρώσανε γεμάτο,
και τρώγαμε ολημερίς μέχρι να ’ρθεί το βράδυ
κρέας, κρασί πανέμορφο και μοσχομυρωδάτο.
Καθώς ο ήλιος έγειρε κι έπεσε το σκοτάδι

γείραμε να ξαπλώσουμε στο ακρογιάλι το ίσο.
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη Αυγή η νυχτοθρεμμένη                      190
τους κάλεσα σε σύναξη, σταράτα να μιλήσω:
«Συντροφοί μου ακούστε με κι ας είστε λυπημένοι                   

που είναι η Αυγή δεν ξέρουμε ούτε που πέφτει η Δύση,
που βγαίνει και που χάνεται ήλιος εγώ δεν βλέπω
μα ελάτε αν κανένας σας γνωρίζει ας μιλήσει
ίσως να ξέρει μάντεμα που εγώ δεν το προβλέπω

βραχόσπαρτη αντίκρισα νεροστεφανωμένη
ακρογιαλιά ατέλειωτη νησιού να είναι η βάση
όχι ψηλόβουνου, καπνό στη μέση ν’ ανεβαίνει
απ’ τις βαθύσκιωτες πλαγιές και τα πυκνά τα δάση»                  200

σαν τα ’πα λυπηθήκανε και φτύνανε τους κόρφους
καθώς ο νους τους πήγαινε στα αίσχη του Αντιφάτη               
και τις δουλειές του Κύκλωπα που ’ φαγε τους συντρόφους
και δάκρυα χύνανε πικρά και βούρκωνε το μάτι

όμως με κλάμα κι οδυρμό τι να ’βγαινε ακόμα
γι αυτό και τους συντρόφους μου στα δύο θα τους βάλω
και δύο όρισα αρχηγούς έναν για κάθε σώμα
στο ένα ο Ευρύλοχος, εγώ ήμουν στο άλλο.

Τότε σε κράνος χάλκινο κλήρος για δύο μπαίνει
και βγήκε του Ευρύλοχου, της κλήρωσης το δράμα.                    210
Εικοσιδυό ξεκίνησαν συντρόφοι λυπημένοι
και μας ξοπίσω αφήσανε με λύπη και με κλάμα                   

Της Κίρκης, μες στις λαγκαδιές, τους πλούσιους βρήκαν οίκους
χτισμένους όλο μάρμαρο στου δάσους τα λιβάδια.
Λιοντάρια είχε ολόγυρα και μερωμένους λύκους
με μάγια και με βότανα, η Κίρκη στα λαγκάδια
 
πάνω τους δεν ορμήσανε, μα τις ουρές σαν φίλοι
κουνούσαν κι ορθοστάθηκαν. Σαν να ’χε η ώρα λήξει
στο φαγητό του αφέντη τους, και γύρω του οι σκύλοι
χοροπηδούσαν θέλοντας γλυκάδια να τους ρίξει,                        220

έτσι τα νυχιατσάλινα λιοντάρια και οι λύκοι
τους καλοδέχτηκαν. Μα αυτοί μ’ αυτά είχαν τρομάξει.
Στις πόρτες όμως άκουσαν φωνή ουρανομήκη
της Κίρκης την γλυκολαλιά σαν μέλι να ’χει στάξει


με άφθαστη τέχνη η θεά να υφαίνει το πανί της
όπως τα έργα των θεών που ’ναι χαριτωμένα.
Τότε τον λόγο ο αρχηγός τον παίρνει ο Πολίτης
που ήταν απ’ όλους κολλητός, φίλος πιστός σε μένα:


« Σύντροφοι, κάποια μέσα εκεί, στων αργαλειών την τάξη
υφαίνει ,γλυκοτραγουδά, την τέχνη της να δείξει                      230
γυναίκα είναι ή θεά, κάποιος ας της φωνάξει».
Αυτά τους λέει και αυτοί της φώναξαν ν’ ανοίξει.

Αμέσως βγήκε τότε αυτή στην πόρτα τη μεγάλη
και τους καλεί στα δώματα, με δόλο που ζαλίζει,
δεν μπήκε ο Ευρύλοχος, μπήκανε όλοι οι άλλοι.
Σαν μπήκανε  μες στα θρονιά τους σύντροφους καθίζει,

αλεύρι παίρνει και τυριά, ξανθό αναδεύει μέλι,
πραμνιώτικο να πιουν κρασί και βότανα τους δίνει
με τέτοιο τρόπο που η θεά φάνηκε σαν να θέλει
πατρίδα να ξεχάσουνε στης πείνας τους τη δίνη.             240......Συνεχίζεται
             

 

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #145 στις: 23/05/10, 13:47 »
                         Κ

Μ’ ένα ραβδί τους χτύπησε σαν ήπιαν , και στη μάντρα
τους έκλεισε. Όμως φωνές και τρίχες είχαν πάλι
αλοιώτικες, και στο κορμί για τον καθ’ ένα άντρα
του χοίρου έδωσε μορφή. Μα ο νους μες στο κεφάλι.

Κλαίγαν στις μάντρες, και φαϊ μπροστά τους θα προστάξει
αυτά που οι χοίροι αναμασούν , ακράνια και βελάνια
Κι ο Ευρύλοχος φτάνει γοργά στο πλοίο να φωνάξει
για νέα πάθη που έμελλε των σύντροφων η ορφάνια,

μα ο πόνος ήτανε βαρύς και τσιμουδιά δεν βγάζει
ανήμπορος κάτι να πει λίγο να μας μιλήσει                              250
με δάκρυα και την καρδιά στον πόνο να σπαράζει,
εμεíς τονε ρωτούσαμε γιατ’ είχαμε σαστίσει
 
Mα θα σε σώσω ,  που η κακιά η ώρα σε στριμώχνει.
Κράτα στο χέρι και μ’ αυτό πήγαινε το βοτάνι                 290   
στην Κίρκη, κάθε τι κακό και μαγικό να διώχνει
να μάθεις τα τεχνάσματα τα ύπουλα που κάνει.

Χυλό με βότανα αυτή για φαγητό θα κάνει
μα εσένα δεν θα πιάνουνε τα μάγια τα δικά της
εμπόδιο στα σχέδια της θα είναι το βοτάνι
και θα σου πω τα υπόλοιπα από τα μαγικά της

Αν έρθει η Κίρκη με μακρύ ραβδί να σε χτυπήσει
απ’ το μηρό σου το σπαθί το φοβερό να πιάσεις
κι όρμα της σαν να ήθελε ο Χάρος να τη σβήσει,
θα φοβηθεί, και θα σου πει μαζί της να πλαγιάσεις . 300......Συνεχίζεται
       

   

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #146 στις: 27/05/10, 10:55 »
                                 Κ

Μην αρνηθεί το σώμα σου μαζί της να ξαπλώσει,
τον λυτρωμό των σύντροφων ο νους μέσα να έχει,
δέσε την, πρώτα των θεών ,τον όρκο να σου δώσει,
πως στο μυαλό της, συμφορά για σένανε, δεν τρέχει,

μήπως σου πάρει σαν γδυθείς κι αντρεία μα και  ρώμη»
Τα είπε ο φτεροπόδαρος και κόβει απ’ τα μεγάλα
βοτάνια κάτω από τη γη και μου ’ δειξε ακόμη
που είχαν ρίζα μελανή και λούλουδα σαν γάλα

Σπλόμο το λεν οι αθάνατοι και δύσκολα στην πράξη
το ξεριζώνουν άνθρωποι, θεοί το ’χουν νικήσει.              310
Τότε ο γοργόφτερος Ερμής στα ουράνια θα πετάξει
κι εγώ στης Κίρκης βάδιζα μέσα το δεντρονήσι

το νου μου αγαντάροντας και την υπομονή μου.
   Της σγουρομάλλας της θεάς την πόρτα έχω αγγίξει,
σαν φώναξα την άκουσε η Κίρκη τη φωνή μου
κι αμέσως βγήκε στις λαμπρές τις θύρες να μ’ ανοίξει

καλώντας με. Και πήγαινα με την ψυχή ως τον πάτο
σαν μπήκα αυτή με κάθισε όπως το νοικοκύρη
σ’ ένα θρονί αργυρόκαρφο που ’χε σκαμνί από κάτω
και μου ετοίμασε χυλό σ’ ένα χρυσό ποτήρι.                       320

Τα μάγια αργά η δολερή, τα ’ριξε αγάλι –αγάλι.
Σαν ήπια και δεν μ’ έπιασαν αμέσως πήρε φόρα
Κι είπε χτυπώντας με γερά με ράβδο στο κεφάλι:
«Τράβα με τους συντρόφους σου στο χοιρομάντρι τώρα»

Είπε αυτά και τράβηξα το φοβερό μαχαίρι
ορμώντας, τάχα το λαιμό με μίσος πως της κόβω,
στα γόνατα μου έπεσε, τι να την συνεφέρει
και με ρωτά με δάκρυα, με τρόμο και με φόβο

«Ποιος είσαι; Πούθε έρχεσαι; Ποια των γονιών η χώρα
που δε σε πιάνουν βότανα εσένανε , καθ’ ότου ,                           330
θνητός κανείς δεν άντεξε τα μάγια μου ως τώρα,
μάγια ,που δόντια πέρασαν κι έφτασαν στο λαιμό του.

Μάγια δε δέχεται η ψυχή βαθιά σου μες στα στήθια.
Ο Οδυσσέας θα ’σαι εσύ , που  ο νους μου ψάχνει να ’βρω
γιατί ο χρυσοράβδινος Ερμής  μου’λεγε αλήθεια,
πως απ’ την Τροία θα ’φτανες μ’ ένα καράβι μαύρο.

Ας το σπαθί το κοφτερό στη θήκη του να μείνει
τα δυό κορμιά ν’ απλώσουμε στου κρεβατιού τη στράτα
η αγκαλιά και το φιλί εμπιστοσύνη δίνει».
Είπε, και της απάντησα με λόγια μου σταράτα:                         340

«Ω Κίρκη τι φιλιά ζητάς, εγώ καλό δεν είδα,
που τους συντρόφους μου έκανες γουρούνια στο παλάτι
κι εμένα εδώ που με βαστάς, ποιος ξέρει τι παγίδα
στήνεις, καθώς ζητάς μαζί να πάμε στο κρεβάτι

και κλέψεις την αντρεία μου τα ρούχα μου σαν βγάλω.
Μαζί γι’ αγκαλοφίλημα δεν πέφτω σε κρεβάτι
άμα θεά δεν ορκιστείς τον όρκο το μεγάλο
ότι για μένανε κακό δεν σκέφτεσαι κι απάτη».......Συνεχίζεται


Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #147 στις: 03/06/10, 08:47 »
                K
 
Είπα, και λόγια δυνατά του όρκου επικαλέστει
κι έπειτα σαν τα τέλειωσε δείχνοντας να μην παίζει,                 350
μαζί της πήγα ξάπλωσα στου κρεβατιού τη ζέστη.
  Τέσσερις σκλάβες όμορφες ετοίμαζαν τραπέζι

πιστές της, ανοιχτόκαρδες μες στο παλάτι βάγιες
κόρες ωραίων ποταμών, της έδωσε η μοίρα,
που στ’ ακρογιάλι χύνονταν απ’ τις πηγές τις άγιες.
Έστρωνε η μιά για τα θρονιά, χαλιά όλο πορφύρα

βάζοντας κατωσέντονα με τα γλυκά της χέρια.
Η δεύτερη ετοίμαζε τραπέζι αργυρένιο
βάζοντας από πάνω του πλεχτόχρυσα πανέρια.
Μες στο  κροντήρι έφερνε η τρίτη το ασημένιο                             360

κρασί, και στα ολόχρυσα ποτήρια το   μοιράζει
Η τέταρτη για το νερό του καζανιού θα βάλει
φωτιά  κάτω απ’τον πάτο του, και στο λουτρό με βάζει
με το νερό το χλιαρό να λούσει το κεφάλι

που παίρνει από τον τρίποδα, και στο κορμί σαν χάδι
μια ευρωστιά απλώθηκε, που σαν κι αυτή δεν είδα
Μ’ έλουσε και με άλειψε με μυρωδάτο λάδι
και με χιτώνα μ’ έντυσε και μ’ όμορφη χλαμύδα

Σαν μπήκα μέσα όμορφα, γλυκά και δίχως ζόρι
σ’ ένα θρονί που ’χε σκαμνί να κάτσω με αφήνει                          370
Μ’ ένα λαγήνι ολόχρυσο ,νερό μια παρακόρη
σε μια λεκάνη ολόχρυση για να νιφτώ μου χύνει

Τραπέζι φέρνει σκαλιστό μπροστά μου για να στρώσει
και δούλα της ετοίμασε δείπνο καλό και λάβρο
όλο προσφάγια, και ψωμιά κι άλλα καλά θα δώσει.
Να φάω μου ’λεγε η θεά, μα όρεξη που νά ’βρω

αφού είχα αρχίσει μες στο νου, τ’ άσχημα να ζυμώνω.
Κοιτάζοντας με μ’ έβλεπε σαν κάτι να μου λείπει
και στο φαϊ το χέρι μου με δισταγμό ν’ απλώνω,
δίπλα μου ήρθε κι έκατσε και μου ’πε όλο λύπη:                         380

«Τι Οδυσσέα σε βαστά, και φαίνεσαι σαν να ’σαι
διστακτικός για το φαϊ, το πιώμα , όλο μαράζι,
τέχνασμα κι άλλο σκέφτεσαι; Δεν πρέπει να φοβάσαι
που μέγα όρκο έδωσα, τι τάχα ποια σε νοιάζει»

Είπε κι εγώ της απαντώ με λέξη μου μεγάλη:
«Κίρκη με ποιο φιλότιμο στου κόσμου την πραμάτεια
κάποιος κρασί ή και φαϊ , στο στόμα του θα βάλει
προτού τους σύντροφους λυτούς δούνε τα δυό του μάτια.

Όμως αυτό αν το εννοείς απ’ της καρδιάς τα βάθη
άνθρωπους κάνε τους ξανά η πίκρα τους να λήξει».                 390
Είπα κι αυτή στις ξώθυρες του παλατιού της ’χάθη
μ’ ένα ραβδί στο χέρι της τις μάντρες της ν’ ανοίξει.

Τους βγάζει όλους κι έμοιαζαν θρεφτάρια ένα ένα
εννιά χρονών  ολόγυρα, κι η Κίρκη απέναντί τους.
Μ’ ένα καινούργιο μαγικό άλειφε τον καθένα
κι οι φυτρωμένες τρίχες τους πέφταν απ’ το κορμί τους

που η μάγισσα τους φύτρωσε με το κακό χορτάρι.
Ανθρώπου νέου κι όμορφου ξανά η μορφή τους φέρει                   
απ’ ότι ήταν εξ’ αρχής με ποιο μεγάλη χάρη
κι ευθύς αυτοί με γνώρισαν και μου σφιγγαν το χέρι.          400.......συνεχίζεται
   
 
« Τελευταία τροποποίηση: 08/06/10, 12:25 από ivikos »

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #148 στις: 08/06/10, 12:32 »
                              Κ

Αχολογούσε απ’ της χαράς το κλάμα, το παλάτι
παντού τριγύρω, κι η θεά με κέφι κι όχι ντέρτι
σιμά μου κοντοζύγωσε, να ψιθυρίσει κάτι:
«Έλα Οδυσσέα θεϊκέ, και γόνε του Λαέρτη

κίνα, το πλοίο σου να βρεις που είναι στ’ ακρογιάλι
τα’ άρμενα κόψε, στη στεριά βγάλτο, να ’ναι η βουλή σου
κρύψ’ στις σπηλιές τα πράγματα και γύρνα πίσω πάλι
φέρνοντας τους αγαπητούς συντρόφους σου μαζί σου»                       

μου ’πε αυτά και την καρδιά κατάφερε να πείσει
να με οδηγήσει στο γιαλό, στο γρήγορο καράβι.                          410
Τους βρήκα τους αγαπητούς συντρόφους που ’χα αφήσει
που η μοναξιά τους, έκανε το θρήνο τους ν’ ανάβει.

Σαν τα μοσχάρια στο μαντρί, στις μάνες τους που δείχνουν
τόσες ορμές, όταν αυτές γυρνούν απ’ το γρασίδι
που από τα χοροπηδητά τις μάντρες τους τις ρίχνουν
κι αυτές είναι ανήμπορες να τα κρατήσουν ήδη,

έτσι κι αυτοί με κλάματα επάνω μου ορμήσαν
μέσα στο νου τους φάνηκε, και στης καρδιάς τις μάντρες                   
πως της Ιθάκης τη στεριά τα πόδια τους πατήσαν
εκεί που μεγαλώσανε εκεί που γίναν άντρες                               420

Λόγια μου λεν, και δάκρυα  στα βλέφαρά τους είδα:
«Όταν σε είδαμε αρχηγέ μες της καρδιάς τα βάθη
νοιώσαμε όπως θα νοιώσουμε, σαν πάμε στην πατρίδα,
όμως σ’ εμάς ’ξιστόρησε των σύντροφων τα πάθη

Αυτά μου λεν , και μαλακά δυό λόγια μου τους είπα:
«Το πλοίο έξω στη στεριά και τα πανιά του βγάλτε
τα πράγματα να κρύψωμε μες στης σπηλιάς την τρύπα
κι ετοιμαστείτε σύντροφοι όλοι μαζί μου ελάτε                                 

στην Κίρκη για να μάθουμε κάθε δικό τους νέο
που τρωγοπίναν άφθονα λίγο πριν τους αφήσω»                      430
Όλοι τους υπακούσανε σε τούτα που τους λέω
μονάχα τον Ευρύλοχο δεν μπόρεσα να πείσω

που αντιγυρνά στους σύντροφους με λόγια φτερωμένα:
«Στης Κίρκης πάμε ω δύστυχοι τους στοιχειωμένους οίκους
να βρούμε εμείς το Χάρο μας; Μην τα ’χεται χαμένα;
γουρούνια θα μας κάνει αυτή, λιοντάρια κι ίσως λύκους

φύλακες στο παλάτι της, μπορεί και κάτι άλλο
όπως κι εκεί στον Κύκλωπα, που οι σύντροφοι βρεθήκαν,                     
του Οδυσσέα αστοχασιά, και σφάλμα του μεγάλο
γιατί με αυτό το πάθος του οι σύντροφοι χαθήκαν          440......συνεχίζεται                             
 

Αποσυνδεδεμένος ivikos

  • Εδώ είναι το σπίτι μου
  • *****
  • Μηνύματα: 1173
    • Προφίλ
Απ: ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΡαψωδίαΑ+Β+Γ)Δ σε εξέλιξη...
« Απάντηση #149 στις: 15/06/10, 10:25 »
                                      Κ  Κι εμένα ο νους ανάδευε αφού έτσι θα μιλήσει
να τράβαγα απ’ το μηρί το φοβερό σπαθί μου
να φάει μια κι η κεφαλή στο χώμα να κυλήσει
έστω κι αν ήταν συγγενής. Μα θα με συνεφέρει

με δυό κουβέντες μαλακές των σύντροφων το πλήθος:
«Ας τον αφήσουμε αυτόν , ξέχασε το γινάτι,
σαν φύλακα στο πλοίο μας δειξ’ το δικό σου ήθος
κι οδήγησέ μας αρχηγέ στης Κίρκης το παλάτι»                                   

έτσι είπαν και ανέβηκαν μαζί μου απ’ τ’ ακρογιάλι,
μαζί τους κι Ευρύλοχος, ποια είπε να ’χω μπέσα                                  450
μετά τον τρομερό θυμό, που ανέβει στο κεφάλι.
Κι  η Κίρκη τους συντρόφους μας στ’ ανάκτορά της μέσα

θα λούσει κι αρωματικό λάδι θα τους αλείψει.
Χαρίζει στον καθένα τους χιτώνα και χλαμύδα.
Τους ταϊσε στο ανάκτορο τίποτα μη τους λείψει
Κι ύστερα απ’ τη  συνάντηση όλο χαρά τους είδα

Κι από το κλάμα της χαράς βουϊζε το παλάτι.
«Αχ Οδυσσέα θεϊκέ- έρχεται και μου λέει-                                             
γιε του Λαέρτη  πάνσοφε , το δακρυσμένο μάτι
αφήστε το είναι άχρηστο. Το ξέρω πως θα κλαίει                                  460

όποιος περάσει όσα εσείς, στα βάθη  στα πελάγη
τότε που κύμα στης στεριάς σας πέταξε την άκρη
μα περιμένει το πιοτό και τ’όμορφο πρασφάγι
να ’ρθεί η καρδιά στη θέση της, γλυκό να ’ναι το δάκρυ

σαν πάτε στην Ιθάκη σας που αφήσατε μονάχη.
Τώρα στο κλάμα φέρνει ο νους βάσανα, κι είναι κρίμα.                       
Χαρές κι ομορφοτράγουδα πόσα η καρδιά σας να ’χει
με τόσα που περάσατε μες της ζωής το κύμα
 
Μας άρεσε κι ήταν μεστή αυτή η απάντησή της
και μια ολάκερη χρονιά εκεί σαν τους κηφήνες                          470
άφθονο κρέας τρώγαμε, πίναμε το κρασί της.
Κι όταν ο χρόνος τέλειωσε και φτάσανε οι μήνες,

που οι εποχές γυρίζουνε κι οι μέρες μεγαλώνουν
με φώναξαν σε μια γωνιά και μου είπανε οι φίλοι:
«Βαθιά στο νου σου αρχηγέ οι έννοιες να σε ζώνουν
αν γράφει η μοίρα σου να ’ρθείς  στου αρχοντικού την πύλη


κι η αφεντιά σου κάποτε  σπίτι να επιστρέψει».
Τα λόγια τούτα είπανε μες στη καρδιά μου κάτι.
Τότε όλη μέρα τρώγαμε μέχρι να βασιλέψει
κρέας και άφθονο κρασί που είχε στο παλάτι .           480.......συνεχίζεται
   

                                       

 

Σχετικά θέματα

  Τίτλος / Ξεκίνησε από Απαντήσεις Τελευταίο μήνυμα
1 Απαντήσεις
960 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 30/06/06, 09:59
από Βραζίλης
23 Απαντήσεις
4212 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 20/06/06, 01:16
από master of puppets
22 Απαντήσεις
4250 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 12/10/07, 21:20
από bluechild
7 Απαντήσεις
8742 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 16/10/09, 19:00
από RORYGALLAGHER
7 Απαντήσεις
1606 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 03/09/08, 21:09
από Neikos
65 Απαντήσεις
13585 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 07/04/09, 00:17
από Βραζίλης
0 Απαντήσεις
724 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 24/03/09, 22:46
από Βραζίλης
0 Απαντήσεις
1148 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 28/03/09, 17:24
από Βραζίλης
5 Απαντήσεις
1692 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 06/05/12, 16:48
από Απόλλων
0 Απαντήσεις
702 Εμφανίσεις
Τελευταίο μήνυμα 27/06/12, 01:02
από ivikos