Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Θέματα - ΠΟΙΟΣ

Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 17
1



επιστρεπτέες προκαταβολές



η μουσική  στο κελί κλειδωμένη

και οι ποιητές με τα μάτια δεμένα

η λευτεριά  στο ψυγείο ληγμένη

και τα όνειρα  στις οθόνες κλεισμένα



οι αλήθειες στου προκρούστη την κλίνη

και οι ιδεολογίες πια δεν έχουν ιδέες

 ζώ σαν νεκρός για να ζώ με  ειρήνη

και οι ελπίδες  μου να είναι επιστρεπτέες



όμως στον βράχο ακόμη σπάει το κύμα

και η βροχή πάνω στο τζάμι χτυπάει

και είναι η  ανάγκη  μου  πού γίνεται ποίημα

να χει ο χειμώνας μέσα μου  να ξεσπάει

ΑΠ.





















2
Η ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ

όλοι την ξέχασαν που έχει γεράσει

 και μόνη απόμεινε σε δρόμους πέντε

ήρθε στην σκέψη μου να ξαποστάσει

καθώς ανέμιζε μες στον πουνέντε



 την καλωσόρισα , δεν μου αποκρίθηκε

μόνο  μου ζήτησε χαρτί ,μολύβι

μα ούτε που τα άγγιξε και αποκοιμήθηκε

και μπήκα στο όνειρο να βρω τι κρύβει



άγραφοι στίχοι και μιά μπαλάντα

και κάθε ανάσα της χίλια αρώματα

η ίδια  μούσα , του πρίν , του πάντα

ξανά με γέμισε με όλα τα χρώματα



μόνο μου ζήτησε σαν ξημερώσει

και βγω από το όνειρο , να το κλειδώσω

και εκείνη μου έταξε να μην προδώσει

πως η ματιά της μου λείπει τόσο

Α.Π.

3
η τυφλή σκυλίτσα της Νάουσας



Και η όσφρηση καθοδήγησε το τυφλό πεινασμένο σκυλί στο φαγητό ...

Είχε να φάει μέρες σε όλο τούτο το ταξίδι του προς την αγάπη...

Κουνώντας χαρούμενα την ουρά κατάπιε λαίμαργα τον θάνατο...

Συνέχισε να περπατάει για λίγο μέχρι που άρχισε να παραπατάει και να πονάει αφόρητα ...

Σχεδόν λιπόθυμο και μέσα σε φρικτούς πόνους αναγνώρισε μέσα σε πολλές μυρωδιές τον άνθρωπο που έψαχνε...

Θέλησε  να του δείξει τη χαρά του με ένα γαύγισμα .... όμως δεν τα κατάφερε... ήταν μόνο ο επιθανάτιος ρόγχος που κατάφερε να βγάλει από το στόμα του, ελάχιστες στιγμές  πριν πεθάνει...

Α.Π.


4
Η ΣΤΑΣΗ

 Ξανά δεν τόλμησε να πάει στην άλλη όχθη

εκεί που είναι το φίδι και το μήλο, εκεί που είναι οι πόθοι

 σαν το νεκρό  που ουδέποτε τα μάτια τού  τα κλείσανε

κοιτάει από τις γρίλιες  όσα παράτησε και όσα τον παρατήσανε



Κείνο το φως που έλαμπε στα μάτια τα μεγάλα της

κοιτάζει μη το δει μες στη βροχή , στην κάθε στάλα της

καθώς τα φώτα απ' τα αυτοκίνητα σκοτώνουν το σκοτάδι του

βγαίνει από τις σκέψεις και από το άπειρο γυρνάει μέσ 'στο ρημάδι του



Στην ίδια στάση και απόψε ως το πρωί θα περιμένει

χίλιες φορές στο ίδιο τρένο ανεβαίνει κάθε βράδυ ..... μα ποτέ δεν κατεβαίνει

Α.Π.

5
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Και έγιναν οι στίχοι μου τα μνήματα των ανεκπλήρωτων

Οι αλήθειες μου καλυμμένες από μουτζούρες πετάχτηκαν με τα άλλα σκουπίδια στον κάδο του δήμου

Και από μένα απέμεινε μόνο φασαρία και θόρυβος έτσι όπως έσερνα το σκουριασμένο μου το όνειρο

Και έβαψα το σκοτάδι μου με το φως της μέρας για να μπορέσω να το μετακινήσω στην επόμενη νύχτα χωρίς να προκαλέσω τον ήλιο

Και περιπλανήθηκα στην ξενιτιά των ανθρώπων για να έχω να γυρίσω πίσω στην σπηλιά μου λυτρωμένος

Σαν ένα ξερό λουλούδι που γύρισε και κρύφτηκε μέσα στον σπόρο του ξέροντας ότι από καμιά μέλισσα δεν θα λείψει

Α.Π.

6
ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Πάνω στο σκουριασμένο μαγικό χαλί μου περιμένω πάλι

μα εχω  ξεχάσει τι.... απλά μιά προσμονή  που  έχει δίχως λογική μέσα μου μείνει

σαν μία ασθένεια ανίατη αυτή η  συνήθεια που με έχει καταβάλει

μία καιομένη βάτος ο ήχος της σιωπής  εντός μου που δεν σβήνει



Και του τσιγάρου μου ο καπνός η μόνη κίνηση  στο μετέωρο τοπίο

μες στο ποτήρι ο πάγος αιώνες επιπλέει και ποτέ δεν λιώνει

σε ένα χαρτί τσαλακωμένο να κρυφτεί από τον κόσμο θέλει ένα ''μου λείπεις'' και ένα ''αντίο''

λες και απόψε ο κόσμος όλος χώρεσε σε εκείνη που στα δάχτυλα κρατώ μικρή οθόνη



Αφού λοιπόν τα άλογα σκοτώνουν σαν γεράσουν

αφού λοιπόν δεν θά 'βγω στη βροχή ποτέ ξανά για να χορέψω

αφού λοιπόν τα χρόνια δικαστές σκληροί στο εδώλιο με βάλαν για να με δικάσουν

 αν η ποινή είναι θάνατος δεν βρίσκω λόγο τις αρρώστιες που με τρώνε να γιατρέψω

Α.Π.

7
ΕΝΑ ΚΟΥΒΑΡΙ..



Μόνο εκείνα που δεν είπα γλίτωσαν από την χλεύη

και η σιωπή μου να τα κρύψει μέσα της σκληρά παλεύει

Με τους στίχους που είχα γράψει και για κείνη νε μιλάνε

ένας κλόουν κάνει αστεία και οι ακροατές γελάνε



Δεν θυμάμαι αν είναι αλήθεια ή ένα που έχω φτιάξει ψέμα

μα νομίζω ότι  είδα μες στο απέραντο της βλέμμα

να μου γνέφει η λατρεμένη η μικρούλα μου η μούσα

που είχε φύγει από την ζωή μου και ήταν για καιρό απούσα



Μα δεν ήτανε εκείνη...  ήταν ωιμέ ! μιαν άλλη

και είχα τόσο ανάγκη ο δόλιος να την αγαπήσω πάλι

και μπερδεύτηκαν κουβάρι στην καρδιά ψέμα και αλήθεια

και από μέσα μου για νά' βγουν μου ξερίζωσαν τα στήθια



Πώς να κρύψω αυτό το λάθος,  πώς να κρύψω τα σημάδια

πώς να διώξω τα όνειρά μου που την φέρνουνε τα βράδια

πιο αστείο να της λέω να την βλέπω να γελάει

και όχι με το πάθημα μου που το αστείο  με πονάει

Α.Π.


8
ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ

Κουράστηκα να είμαι το σκιάχτρο μες στο αμπέλι , που με φοβούνται τα πουλιά ενώ εγώ τα αγαπάω τόσο....

Κουράστηκα να κρατάω το καπέλο του μάγου και να μην έχω ιδέα πώς να βγάλω το κουνέλι από μέσα ...

Κουράστηκα να είμαι ένα ξερό φύλλο στο χώμα που ακόμα ελπίζει πώς θα ξαναγυρίσει στο κλαδί που έζησε όλη τη ζωή του ...

Κουράστηκα να μην πετάω την κάλπικη μου λύρα γιατί φοβάμαι πως θα μείνω πιο φτωχός χωρίς αυτήν ...

Κουράστηκα να είμαι ένα γέρικο αδέσποτο σκυλί πού δεν σταμάτησε ποτέ να ελπίζει πως μία μέρα θα έρθουν να το βρουν εκείνοι που το πέταξαν στο δρόμο ...

Κουράστηκα να μετράω τον χρόνο από τότε που σε γνώρισα ,  ενώ όλη μου τη ζωή την έζησα πριν σε γνωρίσω ...

Κουράστηκα να φοβάμαι μην πνιγώ στα ρηχά εγώ που δεν πνίγηκα μες στους πιο σκοτεινούς  μου βυθούς ...

Κουράστηκα να προσπαθώ να ζωγραφίσω στον καμβά με χρώματα την ασπρόμαυρη ζωή σου ...

Κουράστηκα να περιμένω να κλείσει η αυλαία μέσα στο άδειο θέατρο  , σε μία παράσταση που ποτέ δεν άρχισε ...

Κουράστηκα να είμαι πάντα εγώ , ενώ με έχεις αλλάξει τόσο ...

Κουράστηκα που πάντα  είσαι εσύ , ενώ δεν μοιάζεις τώρα καθόλου με εκείνην που κάποτε αγάπησα ...

Κουράστηκα να κάνω λάθη ...

Κουράστηκα να είμαι το λάθος ...

Κουραστήκα να αγαπάω τους λάθος ανθρώπους ...

Κουράστηκα να αγαπάω λάθος τους ανθρώπους ...

Κουράστηκα να είμαι άνθρωπος ...

Α.Π.


9
ΕΙΝΑΙ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τώρα ήρθε ο χειμώνας  , δεν θα φοβάμαι τα μεγάλα γιορτινά τραπέζια ,τα μεσημέρια , πια

ούτε οίκτο θα νιώθω για τον ανέραστο ιδρώτα που κυλάει καυτός , στους γκρίζους τους κροτάφους

και ούτε τα σαββατόβραδα θα παίρνουνε τα όνειρα  και οι ελπίδες μου φωτιά

ούτε θα οδύρομαι για ανύπαρκτες αγάπες  που δεν έζησαν ποτέ , πάνω από  άδειους  τάφους



Ούτε στο γέρσιμο του ήλιου θα χρεώνομαι με ακόμα μία ξενιτιά

και δεν θα πνίγομαι σε θάλασσες που χρόνια τώρα από ταξίδια εχουν στερέψει

ούτε ονόματα , μες στο ποτήρι του αλκοόλ  θα ψάχνω για να δώσω  στην παιδική μου μοναξιά

ούτε θα κρύβομαι μες στις οθόνες τις σβησμένες , με τα φώτα αναμμένα και τις πόρτες ανοιχτές,  μήπως εκείνη  με γυρέψει



Είναι χειμώνας και τα παράθυρα έχουν άλλοθι να μένουν σφραγισμένα

είναι χειμώνας και κανένας δεν προσέχει μέσα στους δρόμους τα ξερά τα φύλλα , τα πεσμένα



Α.Π.


10
η μπαλάντα του νοικοκύρη....

Εγώ που κοίταζα από τις γρίλιες μα δεν βγήκα στο δρόμο

εγώ που τήρησα με ευλάβεια τον άδικο νόμο

εγώ που φόρεσα κουκούλα για να εκφέρω μία γνώμη

εγώ από σένα πού αγωνίζεσαι ζητάω συγνώμη



Εγώ που ξέπλυνα τα χέρια τους απ'το αίμα αθώων

που προσκυνάω τον τσοπάνη σε μαντριά υπηκόων

εγώ που σου έκαψα το δάσος για να φτιάξω ένα σπίτι

να ξερες πόσο σε ζηλεύω της πλατείας αλήτη



Εγώ που δεν ξέρω ποιος είμαι και κοινή γνώμη με λένε

πάνω στους τοίχους σε γνώρισα που λένε αλήθειες που καίνε

μα κι'αν το τρένο το έχασα και έχω ξεμείνει εδώ πέρα

δεν κάνω πια πως δεν άκουσα την που σε σκότωσε σφαίρα

Α.Π.


11
ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ

Θα σε πνίξω στη μεγάλη κατσαρόλα

θα σε βράσω γιατί εσύ μου φταις για όλα

θα σε φάω με το μικρό το κουταλάκι

θα σε πιω μες στου καφέ το φλυτζανάκι



θα σε σπάσω σαν αυγό μες στο τηγάνι

και θα αδειάσω ένα μπουκάλι με μελάνι

να καείς και εσύ και όσα σου  έχω γράψει

 που η ψύχρα σου με έχει κατακάψει



με τον τρίφτη θα σε κάνω τρίμμα τρίμμα

που δεν νοιάζεσαι είναι άδικο και κρίμα

μες στον φούρνο θα σε ψήσω με ένα πράσο

μοναχό που με έκανες χωρίς το ράσο



φέτα φέτα θα σε κόψω σαν το αγγούρι

που  μάγεψες και με έκανες καψούρη

θα σε γδάρω όπως γδέρνουν την πατάτα

 που σε αγάπησα και τα έκανα σαλάτα



θα κρυφτώ μες στα άπλυτα του νεροχύτη

πριν στους δρόμους βγω ξανά σαν τον αλήτη

σαν σκυλί που το ξεχάσαν και είναι μόνο

μες στους στίχους  και ας γαβγίζω δεν δαγκώνω

Α.Π




12
ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Σιωπηλά άρχισα να υπαγορεύω τις σκέψεις μου στον στυλό μου...

Και αυτός  να αφήνει τα γαλάζια του γράμματα πάνω στη λευκή σελίδα του παλιού μου τετράδιου , σχηματίζοντας λέξεις και προτάσεις ...

Του μίλησα για εκείνη , για τη μέρα που την γνώρισα , για την ματιά της που όταν έπεσε πάνω μου με ρούφηξε σαν μία μαύρη τρύπα  , και πως από τότε δεν ξαναγύρισα  ποτέ πίσω στην προηγούμενη ζωή μου..

Και χωρίς να με διακόπτει ο στυλός μου έγραφε ... και έγραφε ... δίνοντας μου την ευκαιρία να βγω από μέσα μου και να κυλήσω  πάνω  στις μπλε γραμμές της σελίδας όπως κυλάει η δροσιά της νύχτας πάνω στα ξερά φύλλα , του γερμένου στον μίσχο του ,   ξεχασμένου λουλουδιού ,στο βάζο  ...

Του μίλησα για εκείνα τα άρρωστα όνειρα με το πληγωμένο βλέμμα που με έπαιρναν από το χέρι για να τριγυρίσουμε μαζί κάθε βράδυ έξω από τον παράδεισο ...

Του μίλησα για εκείνο το μικρό πράσινο αστέρι που μου έδειχνε τον δρόμο τις νύχτες για να γυρίσω μέσα μου ,   μην και  ξεχαστώ και  ξημερωθώ στην κόλαση ...

Του είπα για  την ανημποριά μου να ταξιδέψω τοσο μακριά για  να μπω στη ζωή της και του το έδειξα στον χάρτη του χρόνου  ...

Ώσπου του έδειξα τις πληγές που μου έχει αφήσει στο ανάστημα  ο απαξιωτικός της λόγος... και του μίλησα για τον πόνο ,  με τον οποίο γέμισαν την ψυχή μου ...και την καρδιά μου ...και τις φλέβες μου , οι επιλογές της ,που κατέστρεφαν τη ζωή της ..

 Τότε ο στυλός μου άρχισε να θυμώνει και να μουτζουρώνει το χαρτί ...

Θύμωσε με μένα και με εκείνη τόσο πολύ που κοκκίνισε από το κακό του ...

 Σταμάτησε να γράφει , έκοψε τη σελίδα ,  την τσαλάκωσε και την πέταξε στο πάτωμα ...

Και στην επόμενη σελίδα με μία κοφτή κίνηση σχημάτισε μία κόκκινη γραμμή ...

Α.Π.


13
όταν ο κυνισμός κρατάει μαχαίρι..
Και με σταθερή φωνή του λέει κοιτώντας τον μες στα μάτια  ''είμαι όλα όσα θέλεις και δεν θα έχεις ποτέ'' .
Ενιωσε ότι ενώ πέθαινε από την δίψα , εκείνη , με μία γρήγορη κίνηση του πέταξε στα μούτρα ένα ποτήρι με νερό ,  παγωμένο ,το οποίο αν ήθελε  να ξεδιψάσει λίγο θα έπρεπε να σκύψει και να το γλύψει από το πάτωμα , ή με τα δάχτυλά του  να το μαζέψει από το πρόσωπό του έτσι όπως  κυλούσε , σταγόνα την σταγόνα
Γύρισε γρήγορα το βλέμμα του από την άλλη για να μην τον δει με το χειμώνα  μες στα μάτια του , Αύγουστο μήνα , που ήταν έτοιμος να ρίξει καταιγίδες..
Και έφυγε γρήγορα χωρίς να της απαντήσει , για να μην ακουστεί στον ήχο της φωνής του , το αδέσποτο γέρικο σκυλί που άρχισε να  αλυχταει από τον πόνο , από την κλωτσιά που του έριξε με  την καινούργια  , την αστραφτερή της την γόβα  , η νεαρή κυρία ...
Φτάνοντας στο σκοτεινό του το σπίτι , ξεκλείδωσε τρέμοντας την παλιά πόρτα και την έσπρωξε πίσω του ακουμπώντας με την πλάτη σε αυτήν , και  άρχισε να κλαίει  για κάποια δευτερόλεπτα  ...προχώρησε ανάβοντας το φως στην κουζίνα , κάθισε στο τραπέζι άναψε ένα τσιγάρο και μονολόγησε...  ''Είσαι όλα όσα δεν θα έχω ποτέ ... ευτυχώς !!! και ας τα θέλω τόσο ...
Α.Π.

14
ΕΚΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΗ
Μόλις συναντήθηκαν πίσω από τα κλειστά μου μάτια η εκείνη που θα γίνεις με τον εκείνον που ήμουνα...
Νομίζω πως ο ένας αντιπάθησε  πολύ τον άλλον...
Η αλήθεια είναι ότι ο εκείνος που ήμουνα περίμενε πως θα βρει την εκείνη που είσαι και οχι την εκείνη που  θα γίνεις...
Και τώρα που το σκέφτομαι πραγματικά είμαι πολύ περίεργος για το πώς θα τα πήγαιναν η εκείνη που θα γίνεις με τον εκείνον  που είμαι...
Ομως ας μείνουμε στα δεδομένα που ξέρουμε ...ότι ο εκείνος που είμαι έχει μες στην καρδιά του την εκείνη που είσαι και η εκείνη που είσαι δεν δίνει δεκάρα για τον εκείνον που είμαι.... ας το αφήσουμε έτσι ....είναι πιο ξεκάθαρο
Αν και εγώ δεν θα απαγορεύσω ποτέ στον εκείνον που ήμουνα να ονειρεύεται την εκείνη που είσαι...
Τώρα αν ο εκείνος που ήμουνα  τα κάνει θάλασσα και ονειρευτεί την εκείνη που θα γίνεις,  τότε ας ξεμπερδέψει με τον εφιάλτη του όπως μπορει......
Οπως δηλαδή ο εκείνος που είμαι που ονειρεύτηκε την εκείνη που είσαι και ζει έναν  εφιάλτη και που ακόμα δεν έχει ξυπνήσει από αυτόν...
Α.Π.

15
ΒΙΑΣΤΙΚΑ....

 Είναι τόσο παράξενο αυτό.... ενώ πάντα στην ζωή μου βιαζόμουν ποτέ δεν έφτασα πουθενά στην ώρα μου....

Παραδείγματος χάρη όταν ήμουν παιδί , θυμάμαι ότι μόλις μου αγόραζε η μάνα μου παπούτσια , βιαζόμουν να περάσει ο καιρός ώστε να παλιώσουν για να μου αγοράσει καινούργια ... και έτσι ποτέ δεν χάρηκα πραγματικά τα καινούργια μου παπούτσια....πάντα έτρεχα μπροστά τους στον χρόνο και τα έβλεπα να έχουν παλιώσει ....

Πραγματικά ακόμα και σήμερα τα θυμάμαι κάποια από αυτά τα παπούτσια ....ετσι  παλιά ....ξεφτισμένα ... να έχουν χάσει το χρώμα τους και έχουν λιώσει οι σόλες τους...

Ομως δεν έχω ούτε καν  μία εικόνα από την ημέρα που μου τα έφερε στο κουτί η μάνα μου καινούργια... καμία ανάμνηση από αυτά...

Ακόμα και όταν μιλάω βιάζομαι ....μιλάω πολύ γρήγορα λες και προσπαθώ να ακολουθήσω τις σκέψεις μου,   οι οποίες για έναν  ακατανόητο λόγο τρέχουν μες στο κεφάλι μου και προσπαθούν να βγουν έξω από αυτό τραβώντας και σπρώχνοντας με βία  τις λέξεις για να βγουν  από το στόμα μου ...

Και να αγαπήσω πάντα βιαζόμουν...πρώτα ένιωθα να γεμίζω αγάπη και έρωτα και μετά έψαχνα να βρω έναν άνθρωπο που να χωράει όλο αυτό που ένιωθα...

και έτσι τα αισθήματά μου ή θα περίσσευαν και θα έπνιγαν τον άλλον,  ή θα ήταν λίγα ...με αποτέλεσμα να τον αφήνω άδειο.... ποτέ δεν θυμάμαι να βρήκα τον άνθρωπο που του ταίριαζαν γάντι όλα αυτά που ένιωθα....

Και να ζήσω το αύριο βιάζομαι χωρίς όμως  να χρειαστεί να τσαλαπατήσω μέσα στις βρώμικες λάσπες αυτού του τρισάθλιου ''σήμερα''......

Για αυτό λείπω πάντα μέσα από το ''σήμερα''...

Ίσως ο χρόνος μισεί τους βιαστικούς.... Σίγουρα όμως οι βιαστικοί μισούν τον χρόνο...

Α.Π.


16
We are all mad here

Την απόφαση για το τι θα κάνω χθες , θα την πάρω πάλι απόψε το βράδυ , πίνοντας την μπύρα μου ... από μεθαύριο βλέπουμε τι θα κάνω αύριο.

Κάνε μου τη χάρη και μη μετρήσεις στο λογαριασμό μου  την σημερινή μέρα... ξεχάστηκα και δεν την έζησα....

Τι θα πει μεγάλωσα   !!! τι θα πει αυτό δεν είναι σωστό !!! τι θα πει δεν πρέπει να σε αγαπάω !!!   Μεσα σε μία γ**ημένη στιγμή στην κουκίδα του χρόνου  στριμώχτηκε η ζωή μου ... και αυτήν την κωλοζωή την έζησα χωρίς εσένα  ...

Ολοι με κατηγορούν,  πιθανότατα και εσύ, ότι άφησα το χρόνο να περάσει χωρίς να κάνω κάτι , να δημιουργήσω κάτι ... λες και αν ο χρόνος έβρισκε μπροστά του τα δημιουργήματα μου δεν θα πέρναγε...

Μας χωρίζουν λες τόσα χρόνια... Πραγματικά εγώ δεν το είδα γιατί άρχισα να μετράω το χρόνο μου από τη μέρα που σε γνώρισα....

Ο δρόμος της λογικής είναι τόσο παράλογος ..κατευθείαν στην τρέλα οδηγάει... μονόδρομος... και μόνο ένας τρελός θα επιχειρούσε να γυρίσει πίσω οδηγώντας ανάποδα σε μονόδρομο που σφύζει από κίνηση...

Δεν θέλω να σε τρομάξω... αλλά μπροστά σου τώρα βλέπεις έναν τρελό που οδήγησε για χρόνια ανάποδα με το παλιό του το αυτοκίνητο μέσα στην εθνική οδό για να γυρίσει πίσω και να ξεκινήσει ίδιο ταξίδι από την αρχή, μαζί σου αυτή τη φορά...

Έλα τώρα μη σε πιάνει πανικός..... είμαι τόσο κουρασμένος από το ταξίδι της επιστροφής στον χρόνο που απλά θα μείνω εδώ στην αφετηρία , να σε βλέπω  να πηγαίνεις μπροστά , και να χάνεσαι λίγο λίγο από τα μάτια μου , έτσι όπως σβήνει ο ήλιος μέσα στη θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα...

 Καλό σου ταξίδι... και νομίζω πως τους αγαπάς τους τρελούς ....αλλιώς ούτε οι τρελοί θα σε αγαπούσανε...και ας μην τους το λες... και ας μην στο λένε...

Αλλωστε τρελοί είμαστε όλοι εδώ ..

Α.Π.


17
ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Και σε κοιτάζω κρυμμένος πίσω από το αδύνατο , το απραγματοποίητο , να ταξιδεύεις στους αόρατους δρόμους της νύχτας ...

Μαντεύω τα λόγια που θα πείτε και αυτά που δεν θα σου πει ... και συ θά' θελες τόσο να τα ακούσεις από εκείνον...

Τα έχω εδώ όλα πίσω από τα κίτρινα δόντια μου , όμως τα λερώνει το σάπιο στόμα μου , και εκείνα που ακούμπησα πάνω στο άσπρο χαρτί είναι λόγια με περιτύλιγμα από γυαλόχαρτο , αισθήματα με μολυσμένο δέρμα γεμάτο φουσκάλες κόκκινες , αποκρουστικές ....

Είχα κόψει ένα τριαντάφυλλο να σου φέρω όμως με πρόλαβε ο χρόνος ,  φύσηξε δυνατά και του πήρε όλα τα πέταλα , το έκρυψα πίσω από την πλάτη μου να μην το δεις...

Ξέρω οτι θα γυρίσεις το πρωί στο σπίτι σου , θα ήθελα να σε ρωτήσω αν σε δω κάποτε πώς μοιάζουν οι νύχτες που δεν έχουν σκοτάδι γιατί το έχω ξεχάσει τόσα χρόνια τώρα...

Ετοιμάζομαι να κλείσω το φως στο παλιό μου πορτατίφ , έχω εκπαιδεύσει τις σκέψεις μου να γίνονται όνειρα όταν αποκοιμιέμαι ... Δεν σου λέω καληνύχτα ,,,,, Θα τα πούμε εκεί ...

Α.Π.

18
ΖΩΓΡΑΦΟΙ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ
είχε μάθει μόνο να ζωγραφίζει πάνω στον καμβά.... να ακουμπάει με το πινέλο του τα χρώματα....να φτιάχνει το δικό του κόσμο και να ζει εκεί ....μακριά από την μίζερη πραγματικότητα του...
και όταν τελείωνε τον πίνακα να απομακρύνεται από αυτόν και να κάθεται να τον κοιτάζει με τις ώρες....εκεί έβρισκε όσα δεν είχε ...την αγάπη  ....τον έρωτά ....... και τα νιάτα ... τα νιάτα ...
ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε να πνίγεται μέσα στα χρώματα .....πώς έγινε ένα μέρος και ένα κομμάτι του πίνακα.... ποτέ δεν κατάλαβε....
δεν ήταν πια ο ζωγράφος... ήταν χρώμα ....δεν ήξερε να είναι χρώμα... ο καημένος δεν ήξερε να είναι χρώμα....
και μέσα στα υπέροχα χρώματα του πίνακα ξεχώριζε έτσι αταίριαστος.... αδαής και ξένος....
Α.Π.

19
ΑΝΕΙΠΩΤΟ...

εκείνη η στάλα της δροσιάς , που έτρεξε  πάνω στο μαραμένο μου το όνειρο  ήσουν

λίγη ζωή που κύλησε πάνω στον μίσχο του ξερού του λουλουδιού , του ξεχασμένου μες στο βάζο

πυρακτωμένο αστέρι που φέγγεις πάνω απ' τις στάχτες που έχουν μείνει από τις φωτιές που δείλιασαν να ανάψουν και να σβήσουν

μαργαριτάρι μες στο  ασύλητο κοχύλι του βυθού ,  που όλο βουτάω με ότι ανάσα μου χει μείνει να το δω , κι' όμως ποτέ μου  δεν το βγάζω



λες και ο Μαΐστρος ζήτησε ένα βράδυ σε χορό κείνα τα λόγια που στεγνώνουν μες το στόμα , τα λόγια τα ανείπωτα

μα εκείνα μαθημένα στη σιωπή σαν κοριτσόπουλα στο πρώτο τους το πάρτυ λικνίζονται ξετσίπωτα

και είπε ο βυθός στο κύμα  ''σε αγαπάω'' μα αμέσως μετανιώνει και ζητάει συγνώμη

και είπε το κύμα ''δεν πειράζει'' μα ο βυθός το ξέρει... δεν τον συγχώρεσε ακόμη



Α.Π.

20
καράβι αλαργινό....

για να σε βρω σκαρφάλωσα πάνω στα βράχια του καιρού

 μέσα στα χρόνια σε έψαξα μα εσύ ήσουν πάντοτε αλλού

σε γύρευα μες στις ρωγμές που ανοίγει ο ουρανός στη γη

σε ένιωθα μέσα μου παντού και όμως ποτέ δεν σε είχα δει



κυλάνε οι σκέψεις σαν κρασί από απ' την ανοιχτή πληγή

ακούω της μούσας τον λυγμό μέσα στην  νεκρική σιγή

μα έχω τόσο κουραστεί σε τούτο το κυνηγητό

δεν θα σε ψάξω μία νυχτιά και αφήνω το όνειρο λυτό



μες στο απέραντο κενό μπήκε ένα πέλαγο βαθύ

καράβι μου αλαργινό που λάθεψες και έχεις χαθεί ?

πρόδωσε ο αέρας το πανί ? την άγκυρα το κύμα ?

Ιθακη το όνειρο αν δεν βρει ... είναι άδικο και  κρίμα



Α.Π.










21
ο τελευταίος χορός...



εκείνο το εισιτήριο που έσκισε

εκείνη η πόρτα πίσω του που έκλεισε

εκείνο το καράβι που δεν πρόκαμε

εκείνο το ταξίδι που δεν το καμε



και έβλεπε στον ορίζοντα να χάνεται το πλοίο

που  του είχε πάρει το όνειρο χωρίς να πει ούτε αντίο

και σκούπιζε από τα μάτια του εκείνη τη συγνώμη

που μία ζωή επέρασε και δεν την είπε ακόμη



και εκείνος ο χορός ο τελευταίος

που αν ήταν λιγουλάκι θαρραλέος

στο αυτί ίσως της είχε ψιθυρίσει

ότι πολύ την είχε αγαπήσει



εκείνον τον χορό ... κείνα τα βήματα

χορεύει μές σε στίχους και σε ποιήματα

στον τελευταίο τον χορό που  δεν τελειώνει

και απόψε πάλι τα παπούτσια του τα λιώνει



Α.Π.




22
Απλά μαθηματικά...
μέτρησα τα κουκιά μου
και τα άδεια τα πουγκιά μου
χρωστούμενα και χρέη
τι βούλιαξε , τι πλέει
μέτρησα και τις μέρες
του χρόνου τις φοβέρες
τα λιγοστά μαλλιά μου
τα μαγικά χαλιά μου
μέτρησα πόσο σε αγαπώ
και πόσο με αγαπάς και εσύ
και όλο μετρώ , ξαναμετρώ
μα είναι η πρόσθεση μισή
γιατί ο άγνωστος ο χ
στα θέλω μου δεν πειθαρχεί
πρόσθεσα εσένανε και εμένα
και  αποτέλεσμα ... κανένα ..
Α.Π.

23
ΟΙ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΖΕΣΤΗΣ

έχει καθίσει σε ένα παγκάκι

κάτω από τον ήλιο  μεσημεράκι

μα στα μαλλιά του έστρωσε χιόνι

που από τα μάτια του τρέχει όπως λιώνει



ένας χιονάνθρωπος πού έχει χαθεί μες στο λιοπύρι

τσιγγάνος γέρος που τον διώξανε από το τσαντίρι

και οι καταιγίδες που έχουν κουρνιάσει μέσα στο αίμα του

με κάθε ανάσα τους , με κάθε σκίρτημα , σκάβουν το δέρμα του



κοντά του κάθισα δεν του είπα λέξη

 τσιγάρο έστριψε να με φιλέψει

σαν δύο χειμώνες μέσα στην κόλαση

 σαν δύο χιονάνθρωποι μες στην κουφόβραση



στο άδειο πακέτο του με το μολύβι του δύο στίχους έγραψε

και πια δεν με έβλεπε ούτε και με άκουγε λες και με ξέγραψε

μα έτσι όπως λιώναμε στο ίδιο τραγούδι μαζί κυλησαμε

και μες στα χιόνια ξανά βρεθήκαμε και τραγουδήσαμε

Α.Π.


24
εμφύλιος

τα σιχάθηκα όλα , τα πάντα

κάνε στην άκρη , στην μπάντα

δρόμο από δω , τα χω πάρει

να μη σε βλέπω !!!  βρωμιάρη



και άδειασε μου τον χώρο

ξερίζωσε μέχρι τον σπόρο

ούτε  ίχνος σου να μην μείνει

σβήσε και αυτό που δεν σβήνει



ότι αγαπάω θα μισήσω

από όπου έφυγα θα γυρίσω

την πίστη μου θα την σταυρώσω

και το αύριο θα το σκοτώσω



άσε με μην με αγκαλιάζεις

 σύρε να πέσεις νυστάζεις

να μη σε νοιάζει που κλαίω

άσε με μόνο σου λέω



Θεέ μου τι λέω... συγνώμη

στάσου ... μη φεύγεις ακόμη

μείνε και απόψε μαζί μου

 και ξάπλωσε μες στο κορμί μου



και ίσως κανένας δεν φταίει

η φωτιά ότι την τρέφει  το καίει

και εκείνη  φωτιά ήταν μεγάλη

και ας με έκαψε όμως χαλάλι



κουβάλησε μου το σώμα

 βάλε σεντόνι στο στρώμα

άλλο να πιω μη με αφήσεις

και τραγούδα μου να με κοιμήσεις

Α.Π






















25
ΧΙΛΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ

Και ξεκλειδώνω τη σιωπή με ένα μολύβι

και με κλειστά τα μάτια την κοιτώ να δω τι κρύβει

πίσω από τα λόγια μία φωλιά έχει φτιάξει και κουρνιάζει

χίλιες στιγμές είναι η σιωπή  και εκεινη σε όλες μοιάζει

Μοιάζει με κύμα που για μία μικρή  στιγμή και αιώνια

 τον ήλιο κουβαλάει στην πλάτη

μοιάζει με σένα , που σε είδα μες στο φως της αστραπής για τόσο δα

από τη ζωή μου να περνάς πάνω σε αόρατο άτι

μοιάζει με εκείνο το τραγούδι ,  που έχει μείνει μες στις νότες και στους στίχους 

και που να βγει φοβάται

μοιάζει με εκείνο , το δικό μου  ''σε αγαπώ'' , που το είχα κρύψει 

στο καληνύχτα μέσα που σου είπε 

 αυτός που δίπλα σου κοιμάται

Α.Π.

Σελίδες: [1] 2 3 4 ... 17