[/color]Είχες στα μάτια σου του ηφαιστείου τη λάμψη κείνη την ατιθάσευτη φωτιά, της νιότης όταν ψιθύριζες στη μάνα σου « μην κλάψεις, θα είμαι πίσω πριν καλά καλά το νιώσεις»
«είναι παράξενοι οι δρόμοι της θαλάσσης» σου είπε μονάχα και τα λόγια της μαχαίρια «σου ρίχνει η νύχτα πετονιά κι άμα δαγκάσεις ξεχνάς και χάνεται η ζωή απ’ τα δυο σου χέρια»
«ψάχνω για εκείνο το ολοπόρφυρο κοχύλι μόλις το βρω την άλλη μέρα θα γυρίσω»... μα έχουν περάσει από τότε χρόνοι χίλιοι και ούτε η σκέψη σου ποτέ δεν ήρθε πίσω
κι αργά κατάλαβες πολύ, σου πήρε αιώνα πως κυνηγώντας τ’ άπιαστα και τα μεγάλα έχανες την ουσία, στ’ άχυρα βελόνα την ώρα που έφευγε η ζωή στάλα τη στάλα
[/color][/font][/color] | [/t][/t] |
|
|